To Nightbooks φέρνει ένα παιδικό “hocus pocus” στη μεγάλη οθόνη | Review 

Με σκοτεινές διηγήσεις, μαγικές γάτες και φίλτρα

To Nightbooks φέρνει ένα παιδικό “hocus pocus” στη μεγάλη οθόνη | Review

Σε όλους όταν ήμασταν πιτσιρίκια μας άρεσε λίγο-πολύ να ακούμε τρομακτικές ιστορίες στην ασφάλεια του σπιτιού μας ή ακόμη και να επινοούμε εμείς τις δικές μας για να τις μοιραστούμε μαζί με την παρέα μας και σίγουρα το Nightbooks του David Yarovesky αποπνέει έντονα κάτι από εκείνον τον πηγαίο ενθουσιασμό.

Η εν λόγω παραγωγή του Netflix, βασισμένη σε ομώνυμο βιβλίο του J. A. White, απευθύνεται σε μικρούς και μεγάλους, και φέρει vibes από αυτές τις στιγμές της τρυφερής μας ηλικίας που μας συνάρπαζε το άγνωστο, το μυστηριώδες και το υπερβατικό. Τότε ξυπνούσε μέσα μας η λαχτάρα να εξερευνήσουμε πράγματα που μας φόβιζαν αλλά και μας ιντρίγκαραν ταυτόχρονα ως παιδιά, με όλο αυτό να μας εξιτάρει κάθε φορά που αποφασίζαμε να μαζευτούμε με φίλους και να τρομάξουμε με προφορικούς θρύλους ο ένας τον άλλον.

Το κουβάρι της πλοκής ξετυλίγεται γύρω από τον ‘Alex’, ένα νεαρό αγόρι που μένει με τους δικούς του στη Νέα Υόρκη και τρελαίνεται για τρομακτικές ιστορίες. Ωστόσο, αυτήν του η προτίμηση θα του γυρίσει μπούμερανγκ όταν πιάνεται αιχμάλωτος από μία εντυπωσιακή αλλά και μοχθηρή μάγισσα. Αυτήν τον υποχρεώνει να της λέει κάθε νύχτα από έναν τέτοιο μύθο που φυσικά πρέπει να σου κεντρίζει το ενδιαφέρον ευθύς εξαρχής και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να έχει αίσιο τέλος, διαφορετικά ο ίδιος θα το μετανιώσει! Στο λημέρι της αντιπάλου του, ο ήρωας θα αποκτήσει δύο ανέλπιστους συμμάχους και θα θελήσουν να κάνουν την απόπειρά τους να αποδράσουν απ’ την ιδιότυπη φυλακή τους όμως τα πράγματα δεν θα είναι και τόσο εύκολα για να φύγουν από εκεί.

Πρόκειται ουσιαστικά για μία ήπια περιπέτεια αλά “hocus pocus” που πυροδοτεί ευχάριστα την φαντασία και την μνήμη ώστε να πλαστούν κόσμοι όπου η μαγεία υπάρχει όπως άλλωστε και οι κίνδυνοι που μπορούν να γεννηθούν από αυτήν.

Το συγκεκριμένο project για προφανείς λόγους μπορεί να ιδωθεί από το κοινό κυρίως ως ένα διασκεδαστικό νοσταλγικό παραμύθι που περιέχει το στοιχείο του υπερφυσικού, του σασπένς, της έκπληξης και του χιούμορ, παρά ως ένα horror φιλμ. Κρύβει μία αλλιώτικη αθωότητα και εμπνέεται από πασίγνωστες ιστορίες όπως το «Χάνσελ και Γκρέτελ» των αδελφών Γκριμ κ.ά. Μάλιστα, στο τελευταίο αυτό κομμάτι, κατορθώνει να ενσωματώσει με φρεσκάδα και ευρηματικότητα κάτι το σύγχρονο και το οικείο.

Οπωσδήποτε, σε αυτήν την κατεύθυνση συμβάλλουν και οι πρωταγωνιστές του έργου που ο καθένας μπαίνει πολύ ταιριαστά στα παπούτσια του ρόλου του, δηλαδή: o συμπαθέστατος Winslow Fegley, η εκφραστικότατη Lidya Jewett, και βεβαίως η σταρ του Jessica Jones, Krysten Ritter που αποκλείεται να μην σε κερδίσει με την ιδιαίτερη ερμηνεία της. Το cast συμπληρώνουν επίσης οι: Jess Brown, Mathieu Bourassa, Luxton Handspiker, Liam Couvion, Khiyla Aynne, Stephen R. Hart και η Riley O'Donnell.

Μεταξύ άλλων, εξετάζονται θέματα όπως ο σεβασμός προς τη διαφορετικότητα, η εμπιστοσύνη, η φιλία, το πώς “γράφει” ένα θλιβερό γεγονός στον ψυχισμό ενός παιδιού, η αγνότητα που διέπει αυτήν την ηλικία, η αισιοδοξία, η ανάγκη για αποδοχή και επικύρωση από τους γονείς. Επιπλέον, καθίσταται σαφές ότι ένας πληγωμένος άνθρωπος μπορεί να οδηγηθεί σε λάθος χειρισμούς και επιλογές, αδικώντας τον εαυτό του και τους γύρω του επειδή βίωσε τον πόνο στο παρελθόν και διαλέγει έτσι να προστατευτεί από τυχόν παρόμοιες καταστάσεις. Ο δημιουργός εδώ, καταφέρνει να βρει την χρυσή τομή ανάμεσα στο μακάβριο και το χαριτωμένο και το αποτέλεσμα στο σύνολό του τον δικαιώνει. Τα jump scares δεν λείπουν αλλά δεν γίνεται κατάχρηση αυτών.

Η ατμόσφαιρα χτίζεται κατάλληλα μέσα από την μουσική επένδυση του Michael Abels και συνυφαίνει ισορροπημένα την αγωνία μαζί με το ανάλαφρο όπου χρειάζεται για να αποκλιμακώσει την ένταση και να μετριάσει το μαύρο ύφος της υπόθεσης. Οι ιστορίες που διηγείται ο ‘Alex’ παρουσιάζονται εμβόλιμα με την μορφή παιδικού θεατρικού, ενός σκετς κάτι που συντηρεί τον πιο μαλακό χαρακτήρα του όλου εγχειρήματος.

Καθώς πλησιάζουμε στον επίλογο του Nightbooks, καταλαβαίνουμε ότι δίνεται μία άλλη, πιο μοντέρνα οπτική στο δέλεαρ που συνιστούσε το ζαχαρένιο σπιτάκι της «κακιάς μάγισσας» για τα ανυποψίαστα παιδάκια, με τον σκηνοθέτη να φροντίζει να σε γλυκάνει τόσο όσο χρειάζεται ώστε να μην παρασυρθείς και πέσεις με τα μούτρα στην γεμάτη λιχουδιές παγίδα της.

1 σχολιο(α)