Annihilation Movie Review 

Η λογική δοκιμάζεται από το παράδοξο και τα κάλλη μίας θανάσιμα επικίνδυνης δυστοπίας

Annihilation Movie Review

Μετά το επιτυχημένο σκηνοθετικό του ντεμπούτο με το Ex Machina το 2015, ο υποψήφιος για Όσκαρ Alexander Garland εξακολουθεί να επενδύει ως δημιουργός στο sci-fi κινηματογραφικό είδος. Περίτρανη απόδειξη αυτού αποτελεί και το Annihilation, το πιο πρόσφατο δείγμα δουλειάς του στις εν λόγω μυθοπλασίες. Ο ακούραστος συγγραφέας (“The Beach”), παραγωγός και σεναριογράφος (28 Days Later, Sunshine, Never Let Me Go, Dredd) διαθέτει ένα μοναδικό στυλ το οποίο από κάποιους χαρακτηρίζεται ως εκκεντρικό, όμως για άλλους αντιπροσωπεύει ένα τολμηρό, επαναστατικό λάκτισμα στο πεδίο ενορχήστρωσης της δράσης δυσοίωνα φουτουριστικών αφηγήσεων.

Ο Garland διαθέτει ένα μοναδικό ταλέντο. Μπορεί με ιδιαίτερα ευρηματικό και πνευματώδη τρόπο να προβαίνει σε επιδέξιους χειρισμούς, τραβώντας την διελκυστίνδα ανάμεσα στην λογική και την φαντασία και έχοντας ως κατεξοχήν συστατικό της συνταγής του την πρωτοτυπία και την ανατροπή. Η αντικομφορμιστική και περίτεχνα εμπνευσμένη του φόρμουλα προκαλεί τον δέκτη να σκεφτεί λιγάκι πέραν της πεπατημένης, με ερεθίσματα που θα του εξάψουν το ενδιαφέρον ευθύς εξαρχής για να του γεννήσουν αργότερα προβληματισμούς και την επιθυμία να προχωρήσει σε περίπλοκες νοητικές «ακροβασίες». Επιμελείται μέσα από την δική του οπτική μία από τις πιο τρομακτικές εκδοχές για το «τί μέλλει γενέσθαι» όσον αφορά τον αντίκτυπο της ανθρώπινης πρακτικής στον πλανήτη, αφήνοντας στην προαίρεσή σου και το ενδεχόμενο μίας αυστηρότερης ή πιο επιεικούς αυτοκριτικής για τις πιθανολογικές προοπτικές που σου εξέθεσε.

Το Annihilation αποβαίνει σε ένα ιδιότυπο κινηματογραφικό υβρίδιο τρόμου, επιστημονικής φαντασίας και περιπέτειας, βασισμένο στο πρώτο βιβλίο της τριλογίας μυθιστορημάτων  “Southern Reach” του Jeff VanderMeer, ενώ εντοπίζει κανείς και αναφερόμενα που παραπέμπουν στο Stalker (1979) του Andrei Tarkovsky. Ο Garland μας μυεί σε μία ατμοσφαιρική περιπλάνηση όπου οι θεατές γίνονται μάρτυρες ενός αλλόκοτου φαινομένου που λαμβάνει χώρα στην αφιλόξενη επικράτεια της “Area X”, μίας περιοχής όπου έπειτα από ένα ανεξήγητο συμβάν τα επίπεδα ραδιενέργειας έχουν αυξηθεί σημαντικά και κανείς δεν δύναται να βρεθεί στο έδαφος της χωρίς να είναι κατάλληλα προετοιμασμένος. Το “Λαμπύρισμα” όπως το αποκαλούν, το ιριδίζον πέπλο που την περιβάλλει σαν υδάτινος μανδύας, προοδευτικά καταπίνει μέσα του ολοένα και περισσότερη έκταση. Εκεί παύουν να ισχύουν οι φυσικοί νόμοι και ξεκινούν τα όρια ενός εντελώς διαφορετικού και αχαρτογράφητου κόσμου. Η Natalie Portman συστήνεται αυτή την φορά στο κοινό ως η Lena, μία καθηγήτρια Βιολογίας, ο σύντροφος  της οποίας, Kane (Oscar Isaac), επί έναν ολόκληρο χρόνο έλειπε σ’ εκείνο το μέρος-καραντίνα ως μέλος της απόρρητης στρατιωτικής αποστολής που είχε επιστρατεύσει η αμερικανική κυβέρνηση. Όταν επιστρέφει τελικά μοιάζει πολύ αλλαγμένος. Είναι ο μόνος από την ομάδα του που κατόρθωσε να επιζήσει. Η ηρωίδα μαζί με το γκρουπ τεσσάρων ακόμη ειδικών, μίας ψυχολόγου (Jennifer Jason Leigh), μίας διασώστριας (Gina Rodriguez), μίας γεωλόγου (Tuva Novotny) και μίας φυσικού (Tessa Thompson) επιχειρούν να ερευνήσουν τα αίτια για τα οποία η επίσκεψη κάποιου εκεί το πιθανότερο είναι να αποδειχτεί ολέθρια. Στην “Area X” ό,τι φύεται και αναπτύσσεται, εξελίσσεται με όρους μετάλλαξης και βάσει άλλων κανόνων από αυτούς που απαντώνται υπό φυσιολογικές συνθήκες. Όσοι μπορέσουν να επιβιώσουν από τις απειλές που καραδοκούν στην τοποθεσία αυτήν, δεν είναι ποτέ πια οι ίδιοι.

Σε αυτή την πολύχρωμη υπερβατική αλληγορία τρόμου που βρίθει σε σουρεαλιστικά σκηνικά, η γοητεία αλλά και ο φόβος για το άγνωστο αλληλοδιαπλέκονται αξεδιάλυτα. Το ανοίκειο, το ακατάληπτο και το παράταιρο διαδραματίζουν εξίσου κυρίαρχο ρόλο εδώ. Μετατρέπονται σε καταλύτη για την εμπειρία των πρωταγωνιστών. Τους φέρνουν σε γνωστική ασυμφωνία σε σύγκριση με τα μοτίβα που είχαν εμπεδώσει μέχρι πρότινος και θέτουν σε τεράστια δοκιμασία όχι μονάχα την σωματική αλλά και την ψυχική τους ακεραιότητα.

Το πολυεπίπεδο αυτό σε νοήματα θέαμα διατυπώνει ένα πολύ ενδιαφέρον σχόλιο για την ταυτότητα του ανθρώπου, για την πρόσληψη του εαυτού μέσα και έξω από το άτομο, για την κοινωνία, τις διαπροσωπικές σχέσεις, την αίσθηση του χρόνου, την τεχνολογική πρόοδο, το περιβάλλον και την ανθρώπινη παρέμβαση σε αυτό. Η ανάληψη της προσωπικής ευθύνης ή η αποποίησή της ως προς τον οραματισμό του μέλλοντος ενυπάρχουν στον πυρήνα του φιλμικού περιεχομένου όπου ο ορθός νους και η παράνοια φτάνουν σε ένα δραματικό κρεσέντο. Οι ρόλοι του δρώντα και του παρατηρητή εναλλάσσονται όσον αφορά τα πρόσωπα της ιστορίας.

Στην πορεία αυτή μέσα από την “Area X” παρακολουθεί κανείς ένα αγωνιώδες ταξίδι αναζήτησης, όπου η ανάγκη για την επιβίωση και για απαντήσεις υπογραμμίζουν τα διλήμματα που ανακύπτουν, τις λανθάνουσες εμμονές, τις βασανιστικές ενοχές , τις αδυναμίες και την λαχτάρα για επανόρθωση του λάθους και εξιλέωση. Και καθώς παρακινούμαστε να ανιχνεύσουμε  την ρίζα του ‘κακού’, το αίτιο του εκφυλισμού που παρουσιάζεται στις εικόνες, συνειδητοποιούμε ότι είναι απαραίτητη η κατάδυση στον βυθό των υπαρξιακών αγχών και αδιεξόδων που πρωτοστατούν εν προκειμένω. Να ψάξουμε δηλαδή βαθύτερα σε αυτόν τον εφιαλτικά κοσμογονικό μύθο το κουβάρι του οποίου ξετυλίγεται εκεί, όπου η αρχή του σπισισμού τίθεται υπό έντονη αμφισβήτηση. Μπροστά στο μεγαλείο της φύσης που έχει την τάση να «επανεπινοεί» ή να αναδιαμορφώνει όσα δημιουργεί, καταδεικνύεται η αμηχανία του ανθρώπου να κατανοήσει στο απόλυτο και στην ολότητά τους τους μηχανισμούς του δυναμικού τελετουργικού που μεσολαβεί μεταξύ ζωής και θανάτου, ανατροφοδοτώντας συνεχώς τις διαδικασίες αναγέννησης και τον κύκλο εξέλιξης.

Οι χωρίς υπερβολές ερμηνείες των ηθοποιών σίγουρα κάνουν τον κάθε χαρακτήρα να βρει την θέση που του ταιριάζει στην όλη πλοκή. Η χρήση flash back από τον Garland φωτίζει κάποιες πτυχές της υπόθεσης που παρέμεναν αρχικά αθέατες. Ο ψυχεδελικός διάκοσμος αναδεικνύεται μέσα από τις εντυπωσιακές σεκάνς και την προσεγμένη εφαρμογή ειδικών εφέ, αλλά και την εξαιρετική φωτογραφία του Rob Hardy. Η μουσική υπόκρουση των Ben Salisbury και Geoff Barrow συμβάλλει οπωσδήποτε στην υποβλητικότητα του φιλμ.

Το φινάλε του Annihilation θα πυροδοτήσει ενδόμυχά σας ακόμη ένα ορμητικό κύμα στοχασμού πάνω σε θέματα φθοράς και αφθαρσίας, παρόντος και μέλλοντος, θεωρίας και πράξης, ώστε να αναρωτηθείτε και εσείς εν τέλει: Θα διανοούσασταν να πατήσετε το πόδι σας στην “Area X”;

Βρείτε την ταινία στο IMDB

17 σχολιο(α)