Η δεύτερη σεζόν του The Last of Us ολοκληρώνεται αφήνοντας πίσω της ένα μείγμα ανεκπλήρωτων υποσχέσεων και δημιουργικής αστάθειας, καθώς, παρά το σαφές συναισθηματικό της φορτίο και τον σκοτεινό θεματικό της άξονα, αδυνατεί να τα μεταφέρει αποτελεσματικά στη μικρή οθόνη, διατηρώντας διαρκώς μια σταθερή συναισθηματική απόσταση από τον θεατή.
Παράλληλα, δείχνει να δυσκολεύεται στη διαχείριση του ρυθμού και της δομής της αφήγησης. Πολλά από τα γεγονότα παρουσιάζονται με τρόπο βιαστικό, σαν να εξυπηρετούν αποκλειστικά την ανάγκη της πλοκής να κινηθεί προς τα εμπρός, χωρίς να δίνεται ο απαραίτητος χρόνος για να αναπτυχθούν οι χαρακτήρες ή να ωριμάσουν οι καταστάσεις. Τα γεγονότα δηλαδή συμβαίνουν πριν προλάβουν να αποκτήσουν το συναισθηματικό τους βάρος με αποτέλεσμα ο θεατής να απομακρύνεται όλο και περισσότερο από όσα συμβαίνουν στην οθόνη.

Υποτίθεται ότι ακολουθούμε την Ellie σε ένα σκοτεινό σπιράλ με κατεύθυνση ένα βίαιο αδιέξοδο. Σε αυτό το ταξίδι τη συνοδεύει η Dina, με την οποία ξεκινούν μαζί προκειμένου να πάρουν την εκδίκησή τους. Ωστόσο, σε αυτή την πορεία αναδεικνύονται δύο σημαντικές αδυναμίες. Η πρώτη είναι πως η εσωτερική μεταμόρφωση της Ellie δεν αποδίδεται με πειστικό τρόπο στην οθόνη και η δεύτερη αφορά την απουσία έντασης και την σχεδόν άτονη σχέση και δυναμική μεταξύ των δύο χαρακτήρων.
Την ίδια στιγμή, η σειρά επιλέγει να αφιερώσει σημαντικό χρόνο σε δευτερεύουσες αφηγήσεις και νέους χαρακτήρες, οι οποίοι, αν και προσφέρουν ενδιαφέρουσες προοπτικές, συχνά αποσπούν την προσοχή από τον βασικό συναισθηματικό άξονα. Το αποτέλεσμα είναι μια διασπασμένη αφήγηση όπου η κεντρική ιστορία χάνει την έντασή της, ενώ οι παράλληλες διαδρομές δεν καταφέρνουν να δικαιολογήσουν επαρκώς την ύπαρξή τους. Η παρουσία τους φαίνεται να εξυπηρετεί κυρίως την προετοιμασία του εδάφους για όσα πρόκειται να ακολουθήσουν στις επόμενες σεζόν. Ωστόσο, το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο, συναισθηματική απόσταση από τον θεατή και άτονη δυναμική μεταξύ των χαρακτήρων.

Υπάρχουν σίγουρα καλές στιγμές, αποσπάσματα θα μπορούσαμε να πούμε, τα οποία όμως δεν αρκούν για να ανατρέψουν τη συνολική αίσθηση αστάθειας και ανομοιομορφίας. Ορισμένες σκηνές δράσης ξεχωρίζουν για την ένταση και τη σκηνοθετική τους ακρίβεια, προσφέροντας στιγμιαίες αναλαμπές αγωνίας. Ακόμα κι αυτές, όμως, αδυνατούν να προκαλέσουν ουσιαστικό συναίσθημα ή ενδιαφέρον για όσα συμβαίνουν. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε, όταν το μόνο που απασχολεί τον θεατή είναι τι θα ακολουθήσει στην επόμενη σκηνή και όχι τι θα συμβεί σε κάποιον από τους χαρακτήρες με τους οποίους ενδεχομένως ταυτίστηκε ή νοιάστηκε;
Στο τέλος, αυτό που μπορεί να κρατήσει κανείς είναι μερικές πραγματικά έντονες και γεμάτες σασπένς σκηνές, βαθιά συγκινητικές στιγμές μεταξύ του Joel και της Ellie, η απολαυστική, αριστουργηματικού επιπέδου μουσική του Gustavo Santaolalla, καθώς και το πένθιμο σύμπαν του The Last of Us, το οποίο αποδόθηκε εξαιρετικά χάρη στη δουλειά των ανθρώπων πίσω από τα σκηνικά και τα ειδικά εφέ.
Hub
Tags
Must Read
Ο Troy Baker του The Last of Us πιστεύει πως δεν έχουμε δει το τέλος του Joel
Ανατροπή στο The Last of Us - Η Ellie ίσως δεν είναι η μοναδική με ανοσία
Το multiplayer του The Last of Us ακυρώθηκε 24 ώρες πριν γίνει γνωστό – Χαμός με τις νέες δηλώσεις δημιουργού