Φέτος ο Mario γιορτάζει τα 40 χρόνια από το πρώτο του επίσημο παιχνίδι (και 44 από την πρώτη του εμφάνιση ως Jumpman στο Donkey Kong). 40 χρόνια στον κόσμο της ψυχαγωγίας είναι μια αιωνιότητα - και λίγο παραπάνω. Στην αεικίνητη καπιταλιστική βιομηχανία του θεάματος, αυτοκρατορίες χτίστηκαν, γκρεμίστηκαν, ξαναχτίστηκαν και ξαναγκρεμίστηκαν μέσα σε 40 χρόνια. Όταν κυκλοφόρησε το Super Mario Bros, το 1985, ο κόσμος άκουγε μουσική σε κασετόφωνα, οι βιντεοκασέτες και τα βίντεο κλάμπ ήταν το “next big thing” που θα άλλαζε τα πάντα στο Hollywood, ενώ η ταινία με τις περισσότερες εισπράξεις όλων των εποχών ήταν το “E.T. ο Εξωγήινος” (με περίπου 620 εκατομμύρια στο παγκόσμιο box office).
Τα πιο δημοφιλή βιντεοπαιχνίδια βρίσκονταν στις πολύβουες αίθουσες των arcades, οι υπολογιστές ήταν ακόμα λιγοστοί και συνδεδεμένοι κυρίως με την υποκουλτούρα των “nerds” και ο κόσμος πίστευε πως η νέα χιλιετία θα φέρει μαζί της ιπτάμενα αυτοκίνητα. Για οποιονδήποτε γεννημένο την τελευταία εικοσαετία, η ζωή το 1985 θα έμοιαζε σε ορισμένα πράγματα, τόσο παρωχημένη όσο μια ατμομηχανή την εποχή των TGV και των Bullet Trains. Όχι όμως ο Mario. Με έναν μαγικό τρόπο, και τότε και τώρα, ο Mario παραμένει εξίσου δημοφιλής.

Τα παιχνίδια του συνεχίζουν να αποτελούν σημεία πολιτισμικής αναφοράς για το μέσο, να ψυχαγωγούν ανθρώπους κάθε ηλικίας και το πιο εντυπωσιακό απ’ όλα, το έχουν καταφέρει με μικρά σκαμπανεβάσματα στην ποιότητά τους. Όλα αυτά τα χρόνια ο Mario δεν έφυγε ποτέ από το προσκήνιο.
Μοιάζει με μια σπάνια σταθερά σε ένα ακραία μεταβαλλόμενο περιβάλλον. Και μπορεί η Nintendo να θεωρεί, όπως ανέφερε στο τελευταίο Direct, την επερχόμενη ταινία σαν το μεγάλο event αυτών των ιστορικών γενεθλίων, ωστόσο, εγώ θα διαφωνήσω. Ναι, η ταινία θα είναι το μεγάλο event από εμπορικής σκοπιάς, αλλά, τα δύο Super Mario Galaxy, που κυκλοφορούν σε μια μορφή άτυπου remaster για το Switch, είναι κατ’ εμέ η ιδανική βιτρίνα του εορτασμού. Δύο ζωντανά μνημεία - επιτομή του χαρακτήρα. Δύο δημιουργήματα που μας θυμίζουν ότι η διαχρονική του απήχηση βασίζεται στην ικανότητά του να επαναπροσδιορίζεται συνεχώς, χωρίς… να αλλάζει.

Τα δύο Galaxy, είναι ουσιαστικά ένα παιχνίδι, χωρισμένο στα δύο. Το πρώτο, που αποτελούσε μέρος και της επετειακής συλλογής για τα 35 χρόνια του χαρακτήρα (μια συλλογή που η Nintendo σκανδαλωδώς αποφάσισε να πουλήσει μόνο για μερικούς μήνες), είναι το πιο ολοκληρωμένο πακέτο. Με την διακριτικά μελαγχολική αφήγηση ενός παιδικού παραμυθιού, ένα επικό ορχηστρικό score που εκπλήσσει με την μελωδικότητά του και ένα μεγάλο (αλλά ημί-αποτυχημένο σχεδιαστικά) hub, διαθέτει ένα πληθωρικό και σαφώς πιο περιποιημένο περιτύλιγμα.
Προσδιορίζοντας ουσιαστικά όλη την ατμόσφαιρα, το ύφος και το πνεύμα τους, είναι σίγουρα το σημαντικότερο από τα δύο. Το Galaxy 2 από την άλλη, έχει κόψει όλα τα τριγύρω και με έναν πιο παραδοσιακό τρόπο (κλασικό world map), επικεντρώνεται απόλυτα στο να πειραματιστεί με την σχεδιαστική εμπειρία που ήδη έχει αποκομίσει από το πρώτο και να εξελίξει ακόμα περισσότερο το gameplay. Στο μυαλό μου, το Galaxy είναι το “κανονικό” παιχνίδι και το Galaxy 2, το καλύτερο post-credits περιεχόμενο που έχει υπάρξει ποτέ σε Mario παιχνίδι. Προσωπικά, προτιμώ το Galaxy 2 (εξάλλου έχει και Yoshi), αλλά, μόνο επειδή έχει προηγηθεί το Galaxy. Και γι’ αυτό μου είναι ουσιαστικά αδύνατον να τα διαχωρίσω. Όπως το Majora’s Mask με το Ocarina of Time και πρόσφατα το Tears of the Kingdom με το Breath of the Wild, το δεύτερο παιχνίδι βρίσκεται σε έναν διάλογο με το πρώτο ο οποίος του χαρίζει μια βαθύτερη διάσταση που χάνεται όταν βιώνεται και λογίζεται ως ένα απόλυτα αυτόνομο δημιούργημα.

Το σημείο που θέλω να σταθώ περισσότερο όμως είναι η φρεσκάδα που αποπνέουν τα δύο αυτά αριστουργήματα, ακόμα και σήμερα, 18 και 15 χρόνια αντίστοιχα, μετά την πρώτη κυκλοφορία τους. Το άνοιγμα του Mario προς τον “ουρανό”, προς άλλους πλανήτες και γαλαξίες, όχι μόνο δεν έχει γεράσει, αλλά, θα έλεγα πως εμφανίζεται εξίσου φρέσκο και μοναδικό για το είδος του όπως τότε. Μοιάζει ακόμα και τώρα σαν δημιουργία από το μέλλον. Η καινοτόμα μεταστροφή του level design σε μικρούς σφαιρικούς κόσμους και καμπυλωτά μονοπάτια, που συνεχώς παίζουν με τον προσανατολισμό, την βαρύτητα και την κατεύθυνση, παραμένουν ό,τι πιο ανατρεπτικό έχει να παρουσιάσει το είδος στον 21ο αιώνα. Ούτε η ίδια η Nintendo δεν επιχείρησε να επανέλθει σε αυτούς τους κανόνες.
Αυτό ίσως που αρκετοί έχουν ξεχάσει είναι πως τα Galaxy επαναπροσδιόρισαν τα 3D Mario. Μετά το μοναδικό “νωθρό” παιχνίδι της σειράς (Super Mario Sunshine) επανέφεραν την αστείρευτη δημιουργική ενέργεια που βρίσκεται στον πυρήνα της. Με μια δομή από αλληλένδετους μικρούς πλανήτες, δεν σταματάν να τρέχουν από τη μια ιδέα στην άλλη, θυμίζοντας ένα ξέφρενο τρενάκι σχεδιαστικών εκπλήξεων και ανατροπών. Η πυκνότητα των ιδεών τους είναι σχεδόν εξαντλητική και ο ρυθμός με τον οποίο τις συστήνουν, τις αναπτύσσουν και τις ανατρέπουν είναι καταιγιστικός.

Μπορεί να μην διαθέτουν το καλύτερο move-set του Mario ή ακόμα και την καλύτερη αίσθηση στον έλεγχο (ταιριαστά με το setting, είναι λίγο πιο “αέρινος”, που εμένα δεν μου αρέσει τόσο) αλλά είναι τα πρώτα παιχνίδια του Mario στις τρεις διαστάσεις που μας συστήνουν σε αυτό το υπερκινητικό δημιουργικό πνεύμα που θα τον καθορίσουν τα επόμενα χρόνια, μέχρι και σήμερα. Ακόμα και το Odyssey μπορεί δομικά να συγκαταλέγεται στις sandbox 3D περιπέτειες του διάσημου υδραυλικού (Mario 64, Sunshine) και άρα να μην χαρακτηρίζεται από αυτόν τον ρυθμό roller-coaster, αλλά, στο πνεύμα του έχει πλέον την ίδια ανατρεπτική σπίθα. Φυσικά, η προέλευση αυτού του αστείρευτου ευρηματικού πνεύματος δεν αποτελεί κάποιο μυστήριο, έχει ονοματεπώνυμο: EAD Tokyo.
Η ομάδα που δημιουργήθηκε το 2004 από την Nintendo στην πρωτεύουσα της Ιαπωνίας, μετά από το άκρως πειραματικό (και υποτιμημένο) Donkey Kong: Jungle Beat (2004) και με την παρότρυνση του Miyamoto αναλαμβάνει το επόμενο Mario. Ήταν μόλις το δεύτερο παιχνίδι της. Με την σημαντική καθοδήγηση των ίδιων των δημιουργών του χαρακτήρα, Miyamoto, Tezuka και τον Yoshiaki Koizumi στην σκηνοθεσία, το Galaxy φρέσκαρε την σειρά και της έδωσε πίσω μια νεανική ενέργεια. Όπως βλέπετε, δεν θέλω να μπω σε λεπτομερείς περιγραφές για το gameplay των δυο παιχνιδιών. Αφενός γιατί νομίζω δεν έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για παιχνίδια 15+ ετών, αφετέρου αν δεν έχετε ιδέα, ίσως είναι καλύτερα να τα βιώσετε έτσι. Θέλω όμως να πω κάτι γενικότερο και να το κλείσω εδώ, με την ελπίδα πως έχω καλύψει τόσο τους μεν (αυτούς που ξέρουν) όσο και τους δε (αυτούς που δεν ξέρουν). Υπάρχουν κατά τη γνώμη μου, δύο τρόποι να μας αγγίξει βαθύτερα ένα έργο.

Ο ένας είναι να έχει κάτι φιλοσοφικά πολύπλοκο να επικοινωνήσει και να το κάνει με συναισθηματική διαύγεια. Ο δεύτερος είναι να έχει κάτι απλό να εκφράσει αλλά να το εκφράζει με έναν βαθύ τρόπο. Αυτό που λαϊκά πολλές φορές λέμε “στην απλότητα είναι η ομορφιά”. Τα Mario δεν είχαν ποτέ βλέψεις να εκφράσουν κάτι πολύπλοκο. Η ταυτότητα τους είναι απλή και ξάστερη. Θέλουν να προσφέρουν χαρά. Αγνή, αφιλτράριστη, παιδική χαρά. Αυτό που τα κάνει πραγματικά έργα τέχνης είναι ότι εκφράζουν αυτό το συναίσθημα βαθιά και αληθινά, καταφέρνοντας να αναβλύζει από τον παίκτη πηγαία.
Πολλά παιχνίδια προσπαθούν να προσφέρουν χαρούμενες εμπειρίες (το 99.99% όλων των media που απευθύνονται κυρίως σε παιδιά), πολύ λίγα είναι αυτά που πραγματικά το καταφέρνουν. Γιατί είναι πάρα πολύ δύσκολο να δημιουργήσεις κάτι που να γεννά ανελλιπώς έναν αυθόρμητο, απολαυστικό αιφνιδιασμό μέσα από τον σχεδιασμό του. Γιατί, υπάρχει η αληθινή χαρά που μας γυρνάει στην παιδική μας ηλικία, στον άσπιλο, ανεπιτήδευτο εαυτό μας και η υπάρχει και κίβδηλη χαρά, η πιεσμένη χαρωπότητα της ρεκλάμας, που μοιάζει με έναν τρόπο ύπουλης συναισθηματικής χειραγώγησης. Τα Galaxy είναι για μένα η πιο ολοκληρωμένη ενσάρκωση στο μέσο, του πρώτου.

Μια τυπικά καλή μεταφορά στην σύγχρονη εποχή
Αφήνοντας στην άκρη τα ίδια τα παιχνίδια, η έκδοση αυτή του Switch είναι ένα εξαιρετικά υλοποιημένο remaster, αν και αρκείται στα απολύτως βασικά, δηλαδή μια καλή αναβάθμιση στην ανάλυση. Για τα δικά μου μάτια, η ουσία είναι η εξής: σε συνδυασμό και με το διαχρονικό art style τους, και τα δύο παιχνίδια φαίνονται πανέμορφα στις νέες υψηλές αναλύσεις τους. Όχι πανέμορφα για την ηλικία τους. Πανέμορφα, τελεία. Και στα 1080p στο Switch αλλά ιδίως στο Switch 2 που τρέχουν σε 4Κ ανάλυση, ειλικρινά δεν έχουν πολλά να ζηλέψουν από ένα σύγχρονο παιχνίδι του Switch. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει.
Μοναδική ίσως αδυναμία αυτής της μεταφοράς των παιχνιδιών σε σύγχρονο hardware είναι ότι τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει απόλυτα το pointer του Wii που αξιοποιούνταν κατά κόρον στις αρχικές εκδόσεις. Ιδίως στο Galaxy 2 που ο Yoshi το χρησιμοποιεί εντονότερα, αυτή η αδυναμία γίνεται λίγο πιο χτυπητή στον έλεγχο. Επαληθεύεται κι εδώ ο κανόνας που λέει ότι κανένα παιχνίδι της Nintendo δεν παίζεται καλύτερα σε άλλο hardware από αυτό για το οποίο σχεδιάστηκε. Ωστόσο, η διαφορά είναι μικρή και μπορεί να παραβλεφθεί με λίγη καλή θέληση.

Από εκεί και πέρα, υπάρχει ο πολύπλοκος παράγοντας της τιμής. Τα 70 ευρώ που ζητάει είναι πολλά. Αν επικεντρωθεί κανείς στον κόπο που φαίνεται να κατέβαλλε η εταιρεία για αυτές τις εκδόσεις, φαντάζουν ακόμα περισσότερα. Αν δεν έχετε παίξει ποτέ τα παιχνίδια, αδιαμφισβήτητα το πακέτο αξίζει, κατά τη γνώμη μου. Αν τώρα τα έχετε παίξει, είναι μάλλον υποκειμενική η οπτική για το αν αξίζουν αυτήν την επένδυση ξανά.
Συνοψίζοντας...
Όπως αναφέρουμε πάντα, αυτά τα reviews και η στάμπα που ακολουθεί αφορούν την νέα έκδοση και όχι τα παιχνίδια καθ΄ αυτά. Αν δεν έχω γίνει αρκετά ξεκάθαρος από το κείμενο, ας το κάνω ακόμα πιο απλό εδώ: για όποιον δεν έχει παίξει ποτέ αυτά τα παιχνίδια, μόλις κυκλοφόρησαν -πιθανότατα- τα δύο καλύτερα παιχνίδια της φετινής χρονιάς. Αν τα έχετε παίξει, η τυπική προσπάθεια που έχει καταβληθεί για την μεταφορά τους στην σύγχρονη εποχή, σε συνδυασμό με την υψηλή τιμή τους, κάνει το πακέτο λιγότερο ελκυστικό και μάλλον, επαφίεται στην προσωπική οπτική του καθενός για το αν αξίζει να επενδύσει σε αυτήν την συλλογή.
Game Info
Must Read
Το Nintendo Switch Online γίνεται πιο ακριβό
Νέες λειτουργίες στο Unboxholics.com!
Disclosure Day Review: Ένα καλοκαιρινό blockbuster που μας θυμίζει γιατί αγαπήσαμε τον Spielberg