Στον απόηχο της τεράστιας καλλιτεχνικής και εμπορικής επιτυχίας του Super Mario Odyssey, ενός τίτλου που έτυχε καθολικής αποδοχής από κοινό και κριτικούς, η λογική προσδοκία ήταν μία: η ταλαντούχα ομάδα ανάπτυξης της Nintendo EPD θα αφοσιωνόταν στη δημιουργία ενός sequel. Άλλωστε, το Odyssey εισήγαγε πολλές καινοτόμες ιδέες με τεράστια περιθώρια περαιτέρω εξέλιξης. Ωστόσο, η Nintendo είχε διαφορετικά σχέδια και, σε μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις του Nintendo Direct που συνόδευσε την παρουσίαση της νέας της κονσόλας, αποκάλυψε το Donkey Kong Bananza.
Η ομάδα πίσω από το Odyssey ανέλαβε τελικά να φέρει εις πέρας ένα όνειρο δεκαετιών για τους απανταχού fans: την επιστροφή του Donkey Kong σε έναν πλήρως τρισδιάστατο κόσμο, ουσιαστικά για πρώτη φορά μετά το Donkey Kong 64 του 1999. Παράλληλα, το παιχνίδι σηματοδοτεί και την επιστροφή του ιστορικού χαρακτήρα στα εσωτερικά της Nintendo, κάτι που είχε να συμβεί από το αντισυμβατικό Junlge Beat του GameCube. Είναι προφανές πως ο ιαπωνικός κολοσσός θέλει να γιγαντώσει τον DK, αν αναλογιστούμε ότι θα αποκτήσει και δικό του τμήμα στο θεματικό της πάρκο και φημολογείται πως υπάρχει στα σκαριά και μια δική του ταινία.
Το Bananza, όμως, δεν είναι απλώς ένα νέο συμβατικό 3D platformer με το "περιτύλιγμα" του διάσημου γορίλα. Είναι μια εμπειρία βαθιά μελετημένη, θεμελιωμένη στην εμβληματική φύση του πρωταγωνιστή και που ως ένα βαθμό καταφέρνει να επαναπροσδιορίσει τις συμβάσεις του είδους.

Ο πυρήνας της εμπειρίας του Bananza συμπυκνώνεται σε έναν κεντρικό μηχανισμό που εισάγεται από το πρώτο κιόλας λεπτό: την καταστροφή! Με απλά λόγια, ο Donkey Kong διαθέτει τη δύναμη να γκρεμίζει σχεδόν τα πάντα στο περιβάλλον. Ολόκληρος ο κόσμος του παιχνιδιού είναι πρακτικά στη διάθεσή του, προσφέροντας ένα επίπεδο αλληλεπίδρασης και καταστρεψιμότητας που σπάνια συναντάται σε άλλους τίτλους της βιομηχανίας. Αυτή η σχεδιαστική επιλογή ενθαρρύνει την περιέργεια και μπορεί να σε κάνει μέχρι και «μανιακό» με το να διαλύσεις τα πάντα! Προσωπικά, ανήκω στην κατηγορία των παικτών που στα "soulsborne" σπάει μεθοδικά κάθε βάζο και βαρέλι, οπότε μπορείτε να φανταστείτε το αμόκ που με κατέλαβε όταν συνειδητοποίησα την έκταση της καταστροφικής μανίας που μπορεί να προσφέρει το Bananza.
Όπως αντιλαμβάνεστε ήδη όμως, αυτός ο βασικός μηχανισμός οδηγεί σε κάτι -θεωρητικά- εντελώς παράδοξο: Στα περισσότερα 3D platformers, το περιβάλλον αποτελεί μια σταθερά, έναν καμβά πάνω στον οποίο κινείται ο παίκτης. Επιτρέποντας, όμως, την κυριολεκτική αναδιαμόρφωση όλου του κόσμου, η Nintendo ανατρέπει ολοκληρωτικά αυτή τη θεμελιώδη σύμβαση του genre. Αντί απλά να περιορίζονται στην υπάρχουσα δομή, αυτό το μοναδικό χαρακτηριστικό επιτρέπει στους παίκτες να χαράξουν αμέτρητα νέα μονοπάτια και να αποκαλύψουν κρυμμένα μυστικά σε σημεία που, υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα ήταν απροσπέλαστα. Το παιχνίδι πρακτικά επανεφευρίσκει το είδος, δίνοντας στον παίκτη τον ρόλο του συν-διαμορφωτή του περιβάλλοντος και όχι απλά του περιηγητή.

Μία από τις στιγμές που ξεκαθάρισαν στο μυαλό μου τη μοναδικότητα της εμπειρίας ήρθε νωρίς στην περιπέτεια. Στο πρώτο κιόλας «layer», όπως ονομάζονται χαρακτηριστικά οι βασικές πίστες του τίτλου. Ειδικότερα, έπρεπε να διασχίσω ένα στενό πέρασμα, με μια σειρά από κινούμενες πλατφόρμες στα αριστερά που θα με έριχναν στο κενό αν δεν συγχρόνιζα σωστά τις κινήσεις μου. Σε ένα τυπικό platformer, θα ακολουθούσα αυτόν τον κανόνα και απλά θα περνούσα απέναντι με σωστό timing. Αυτό μπορούσα κάλλιστα να το κάνω και σε αυτή την περίπτωση. Τότε, όμως, παρατήρησα ότι οι πλατφόρμες ήταν φτιαγμένες από χώμα. Χωρίς δεύτερη σκέψη, άνοιξα δρόμο απευθείας μέσα από αυτές, γρονθοκοπώντας τες! Η περιέργειά μου μάλιστα με οδήγησε να τις καταστρέψω ολοσχερώς, αποκαλύπτοντας και μια μπανάνα κρυμμένη στην πίσω πλευρά τους. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι δεν είχα να κάνω με μια τυπική εμπειρία, αλλά με μία που σε ωθεί να σκέφτεσαι «έξω από το κουτί». Το παιχνίδι σε προκαλεί συνεχώς να αψηφήσεις την προτεινόμενη διαδρομή και να πειραματιστείς, επιτρέποντας την επίλυση γρίφων με τρόπους που, ενδεχομένως, ούτε οι ίδιοι οι δημιουργοί δεν είχαν προβλέψει!
Βέβαια, πρέπει να τονίσω ότι αρχικά η καταιγιστική δράση που προκύπτει από την εκτεταμένη καταστροφή μπορεί να φανεί χαοτική και ανεξέλεγκτη. Ωστόσο, μόλις ο παίκτης εξοικειωθεί με το εθιστικό moveset του Donkey Kong, όλα βρίσκουν τη θέση τους. Προσωπικά βρήκα το κεντρικό gameplay loop τόσο διασκεδαστικό που αφού προσπέρασα αυτό το αρχικό στάδιο εξοικείωσης, σύντομα έπιασα τον εαυτό μου να μη θέλει να αφήσει το χειριστήριο! (Αυτό είναι πάντα σημάδι για μένα πως παίζω ένα παιχνίδι που πραγματικά απολαμβάνω).

Παράλληλα με την καταστροφή, ο δεύτερος βασικός πυλώνας του gameplay είναι οι μεταμορφώσεις "Bananza". Αυτές ξεκλειδώνονται σταδιακά σε διάφορα χαρακτηριστικά levels και επιτρέπουν στον DK να μεταμορφώνεται σε άλλα ζώα για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Για παράδειγμα, μπορεί να γίνει ένας πανίσχυρος πίθηκος, ικανός να καταστρέφει μεταλλικές επιφάνειες, ή μια στρουθοκάμηλος που μπορεί για λίγο να πετάξει σε απρόσιτα σημεία.
Χωρίς να αποκαλύψω περισσότερα, οφείλω να τονίσω ότι οι μεταμορφώσεις προσθέτουν τεράστια ποικιλία και επεκτείνουν τις επιλογές εξερεύνησης, χωρίς ποτέ να επισκιάζουν τις βασικές ικανότητες του πρωταγωνιστή. Κάθε μία είναι άρτια υλοποιημένη και διασκεδαστική, ενώ υπάρχει και η δυνατότητα άμεσης εναλλαγής μεταξύ τους απλά με τα βελάκια όσο είσαι σε “Bananza”, κάτι που ανοίγει τον δρόμο για εξαιρετικά επιδέξιους συνδυασμούς για τους πιο ικανούς παίκτες.

Φυσικά, το παιχνίδι δεν είναι μόνο…ακατέργαστο χάος. Ως platformer ακολουθεί τις βασικές αρχές σχεδιασμού της Nintendo: πρώτα παρουσιάζει απλά και μετά επεκτείνει τις ιδέες του σε πιο σύνθετες μορφές, με πολλές παραλλαγές και προσθήκες. Παράλληλα, το σύστημα κίνησης είναι άψογα υλοποιημένο, με τον χειρισμό, την αίσθηση και τα animations να αγγίζουν την τελειότητα.
Πολλές από τις κινήσεις μπορούν να συνδυαστούν μάλιστα για γρήγορη και επιδέξια πλοήγηση στα περιβάλλοντα, όπως για παράδειγμα η μετάβαση από άλμα σε κύλισμα για κάλυψη μεγαλύτερων αποστάσεων, η χρήση κομματιών του εδάφους ως σανίδες του σερφ, ή ακόμα και η δημιουργία κάθετων τούνελ προς τα πάνω, με συνδυασμό του άλματος και της μπουνιάς.

Στην περιπέτεια, τον Donkey Kong συνοδεύει και ένας δεύτερος χαρακτήρας: η Pauline, η οποία βρίσκεται διαρκώς στην πλάτη του. Στο single-player, ο ρόλος της είναι να τραγουδά για να σπάει μαγικές κορδέλες που κλείνουν διάφορες πόρτες και μπλοκάρουν περιοχές, ενώ στο co-op, ένας δεύτερος παίκτης αναλαμβάνει τον έλεγχό της, εκτοξεύοντας ηχητικά βλήματα για να καταστρέφει αντικείμενα ή να δημιουργεί πλατφόρμες. Προσωπικά, δεν είχα την ευκαιρία να δοκιμάσω το co-op, αλλά κρίνοντας από τον περιορισμένο ρόλο του δεύτερου παίκτη, δεν θεωρώ ότι προσφέρει κάτι ουσιώδες στην εμπειρία.
Στον πυρήνα του βέβαια, το Donkey Kong Bananza παραμένει ένα κλασικό 3D platformer, όπου ο κύριος στόχος είναι η συλλογή αντικειμένων – κυρίως μπανανών – σε θεματικούς χάρτες. Πέρα από το ρόλο τους ως το βασικό collectable, οι μπανάνες λειτουργούν και ως πόντοι για ένα skill tree που προσφέρει αναβαθμίσεις. Είναι κάτι σαν τα αντίστοιχα ‘Moons’ του Odyssey, που θεωρώ πνευματικό του πρόγονο. Υπάρχει επίσης ο χρυσός που είναι το βασικό νόμισμα, τα μπαλόνια που ενεργοποιούνται αν ο παίκτης πέσει στο κενό, κ.α. Σε αντίθεση, όμως, με πολλά άλλα collect-a-thons (ακόμα και με το Odyssey), η πρόοδος εδώ συνδέεται με την ολοκλήρωση βασικών objectives που συνήθως μεταφράζονται σε εντυπωσιακά set-pieces και μάχες με bosses. Αυτό προσδίδει στην εμπειρία μια πιο εστιασμένη και σαφή δομή. Πάντα υπάρχει δηλαδή ένας στόχος που συνδέεται με την ιστορία και δεν πρέπει απλά και μόνο να μαζεύεις collectables.

Όσον αφορά τα επίπεδα του παιχνιδιού, αυτά είναι πυκνά, πολυεπίπεδα και γεμάτα με μια εντυπωσιακή ποικιλία δραστηριοτήτων. Κάθε κόσμος έχει τη δική του ξεχωριστή αισθητική και συνεχώς παρουσιάζει φρέσκες ιδέες, διασφαλίζοντας ότι τίποτα δεν μοιάζει με περιττό. Υπάρχουν μεγάλα δάση, χιονισμένα τοπία, σκοτεινά υπόγεια, μέχρι τροπικά νησιά.
Μάλιστα, παρά την σημαντική έκταση αρκετών χαρτών, κάθε γωνιά τους μοιάζει χειρουργικά μελετημένη και συνειδητοποιείς ότι η κλίμακα είναι τόση όση θα έπρεπε, έτσι ώστε να μην υπάρχουν άδειες εκτάσεις και η εξερεύνηση κάθε σπιθαμής να έχει κάτι να σου προσφέρει. Μέσα στα μεγάλα αυτά επίπεδα υπάρχουν και διάσπαρτες πύλες που οδηγούν σε mini-levels, τα οποία εξερευνούν ακόμη περισσότερες μοναδικές ιδέες που δεν θα ταίριαζαν στην τοπολογία των κανονικών πιστών.

Αυτό που με εντυπωσίασε είναι η δομή του κόσμου. Πρακτικά κάθε επίπεδο είναι ένα layer, μια στρώση που έχει τι δικά της sublayers. Αυτά τα sublayers συνδέονται με διάφορους ενδιαφέροντος τρόπους και shortcuts, με το verticality να έχει την τιμητική του στο άριστο level design. Εξίσου έξυπνο βρήκα και το γεγονός ότι εκεί που τελειώνεις την εξερεύνηση ενός μεγάλου επιπέδου, το παιχνίδι θα σε ρίξει σε μια μικρότερη πίστα επικεντρωμένη γύρω από μια εντελώς διαφορετική και πάντα ιδιαίτερη ιδέα. Με τον τρόπο αυτό δεν υπήρξε ούτε μία στιγμή που να αισθάνθηκα πλήξη. Το pacing είναι δίχως καμία υπερβολή αριστοτεχνικό!
Οι μόνες μου ενστάσεις αφορούν την δυσκολία που βρήκα λίγο πιο βατή απ’ ότι θα ήθελα τουλάχιστον στο βασικό περιεχόμενο (γιατί το post game content είναι πλούσιο και μια εντελώς άλλη κουβέντα), αλλά και η επανάληψη ορισμένων bosses και εχθρών. Αν και θεωρητικά η σύστασή τους αλλάζει (π.χ. από εχθρό πέτρας σε μετάλλου), απαιτώντας διαφορετικές προσεγγίσεις, λίγη παραπάνω ποικιλία δεν θα έβλαπτε.

Οπτικά, το παιχνίδι είναι πανέμορφο, και δεν το οφείλει αυτό στο ray tracing ή σε κάποια άλλη φανταχτερή τεχνολογία, αλλά χάρη στη ζωντανή και δημιουργική καλλιτεχνική του διεύθυνση. Το art style του Bananza είναι από εκείνα που θεωρώ ότι θα αντέξουν στη δοκιμασία του χρόνου και θα κάνουν τον τίτλο να θεωρείται πανέμορφος ακόμη και πολλά χρόνια μετά. Σε αυτό το σημείο να αναφέρω ότι ο επανασχεδιασμένος, πιο "ανόητος" Donkey Kong, αν και αρχικά προκάλεσε συζητήσεις, προσωπικά με βρίσκει σύμφωνο. Είναι άκρως εκφραστικός και χωρίς να λέει ούτε μια λέξη, λέει τα πάντα με τα animations του! Γενικότερα, όλοι οι χαρακτήρες ξεχειλίζουν από προσωπικότητα, από τον κεντρικό κακό με το μανιακό του γέλιο, μέχρι τον Cranky Kong που σε κάθε επίπεδο γκρινιάζει λέγοντας τα ίδια και τα ίδια!
Μιας και ξεκίνησα να μιλάω για χαρακτήρες, θα περάσω στην ιστορία, που, ομολογουμένως, υπάρχει κυρίως για να υπηρετήσει το gameplay. Ο Donkey Kong ταξιδεύει στο Ingot Isle για να αποκτήσει τους πολύτιμους λίθους Banandium, αλλά παρασύρεται σε μια καταιγίδα και ανακαλύπτει έναν τεράστιο υπόγειο κόσμο. Εκεί, η σατανική εταιρεία VoidCo. κλέβει τους λίθους, επιδιώκοντας να φτάσει στον πυρήνα του πλανήτη για να πραγματοποιήσει μια ευχή. Η αφήγηση, αν και απλή, επιτρέπει στη χημεία μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών να λάμψει, ενώ παράλληλα περνά διακριτικά μηνύματα για την καταστροφική εταιρική απληστία, με την VoidCo να είναι πρόθυμη να εξαντλήσει όλους τους φυσικούς πόρους (τις μπανάνες στην προκειμένη περίπτωση) και να καταστρέψει ταυτόχρονα το περιβάλλον, μόνο και μόνο από την καθαρή απληστία της.

Όσον αφορά τον τεχνικό τομέα, το παιχνίδι τρέχει με εξαιρετική ευκρίνεια τόσο σε handheld όσο και σε docked mode, και η voxel τεχνολογία που επιτρέπει την πλήρη καταστροφή του περιβάλλοντος είναι εντυπωσιακή. Ωστόσο, υπάρχουν δύο βασικά προβλήματα. Πρώτον, οι πτώσεις του frame rate είναι συχνές, ειδικά σε μεγάλες περιοχές ή κατά τη διάρκεια έντονης καταστροφής. Είναι απογοητευτικό για έναν τίτλο launch window νέας κονσόλας, αλλά κατανοητό δεδομένης της φιλοδοξίας του project, και ευτυχώς οι πτώσεις δεν καθιστούν το παιχνίδι unplayable. Δεύτερον, η κάμερα μπορεί να γίνει προβληματική. Λόγω της γρήγορης κίνησης και της συνεχούς αναδιαμόρφωσης του εδάφους, συχνά δημιουργεί μια «φρενήρη» αίσθηση, καθώς δίνει απόλυτη προτεραιότητα στο να κρατά τον DK στο πλάνο. Αρκετές φορές για παράδειγμα την παρατήρησα να μπαίνει άσκοπα σε "tunnel mode" (το εφέ που κάνει όταν σκάβεις), παρόλο που απλώς κινούμουν στην επιφάνεια, κάτι που μπορεί να γίνει αποπροσανατολιστικό.
Ειδική μνεία, τέλος, αξίζει και η μουσική επένδυση του τίτλου. Με περισσότερα από 100 διαφορετικά κομμάτια, το soundtrack του Bananza είναι πλούσιο και πολυεπίπεδο. Η μουσική είναι κατά βάση παιχνιδιάρικη, φτιάχνοντας αμέσως τη διάθεση, αλλά κυρίως δυναμική: συμβαδίζει πάντα με τα όσα εκτυλίσσονται στην οθόνη, συμπληρώνοντας τέλεια την καταιγιστική δράση, χωρίς να διστάζει να γίνει και πιο δραματική ή ατμοσφαιρική όταν οι περιστάσεις το απαιτούν. Ανάμεσα στα κομμάτια υπάρχουν και μερικές άκρως εθιστικές μελωδίες, όπως αυτή που ακούγεται στα "Safe Houses", τα μικρά καταφύγια που μπορείς αγοράσεις ή καλύτερα να… σκάψεις σε διάφορα σημεία των επιπέδων.
Συνοψίζοντας...
Λάτρεψα το Donkey Kong Bananza. Είναι ένα παράξενο και ασυνήθιστο 3D platformer που φέρνει τα πάνω-κάτω στο είδος, αγνοώντας μια βασική του παραδοχή. Στα περισσότερα 3D platformers, το περιβάλλον αποτελεί μια σταθερά, έναν καμβά πάνω στον οποίο κινείται ο παίκτης. Επιτρέποντας, όμως, την κυριολεκτική καταστροφή όλου του κόσμου, η Nintendo ανατρέπει ολοκληρωτικά αυτή τη θεμελιώδη σύμβαση του genre. Έχουμε, λοιπόν, μια εμπειρία που ξεχειλίζει από ασταμάτητη δημιουργικότητα, αλλά ταυτόχρονα είναι δομημένη με τις δοκιμασμένες θεμελιώδες αρχές της Nintendo. Παρά τις μερικές τεχνικές του ατέλειες και κάποια άλλα ψεγάδια, αποτελεί έναν θρίαμβο σχεδιασμού, έναν τίτλο που όχι μόνο τιμά την κληρονομιά του είδους και του ιστορικού πρωταγωνιστή του, αλλά που συγχρόνως τολμά να ωθήσει ολόκληρο το είδος των 3D platformers προς μια νέα, συναρπαστική κατεύθυνση.
Game Info
Must Read
Disclosure Day Review: Ένα καλοκαιρινό blockbuster που μας θυμίζει γιατί αγαπήσαμε τον Spielberg
Έφτασε νέο update στα Nintendo Switch και Nintendo Switch 2
The Duskbloods: Ανακοινώθηκε το πρώτο Network Test!