Πάνω από 85.000 σεισμοί ταρακούνησαν την Ανταρκτική  

Με το ξύπνημα ενός ηφαιστείου

Πάνω από 85.000 σεισμοί ταρακούνησαν την Ανταρκτική

Ένα ανενεργό ηφαίστειο στην Ανταρκτική που ξυπνάει σιγά-σιγά φαίνεται να είναι ο λόγος πίσω από του 85.000 σεισμούς που καταγράφηκαν ξεκινώντας από τον Αύγουστο του 2020, αποτελώντας την εντονότερη σεισμική δραστηριότητα στην περιοχή αυτή.

Κανονικά, τέτοιες διαδικασίες λαμβάνουν χώρα σε γεωλογικές χρονικές περιόδους και όχι στη διάρκεια μιας ανθρώπινης ζωής, οπότε είμαστε τυχεροί που εντοπίσαμε κάτι τέτοιο. – Simone Cesca, σεισμολόγος του GFZ Research Centre for Geosciences, Γερμανία

Όλοι οι σεισμοί έλαβαν χώρα γύρω από τo Orca Seamount, ένα υποθαλάσσιο ηφαίστειο κοντά στο νησί King George, στο στενό Bransfield. Χρονολογείται από την εποχή του Πλειστοκαίνου, έχει βάση 20 χιλιομέτρων και ύψος ενός χιλιομέτρου. Ο κρατήρας έχει διάμετρο 3 χιλιόμετρα και απέχει 500 μέτρα από τον πυθμένα.

Σε αυτό το σημείο η τεκτονική πλάκα Phoenix εισέρχεται κάτω από την τεκτονική πλάκα της Ανταρκτικής, δημιουργώντας αρκετές ρωγμές από τις οποίες εκλύεται μάγμα. Οι ερευνητικοί σταθμοί της Ανταρκτικής ήταν οι πρώτοι που εντόπισαν τις δονήσεις οι οποίες έφτασαν έως και τα 6 Ρίχτερ. Συνθέτοντας δεδομένα από κοντινούς και μακρινούς ερευνητικούς σταθμούς, ο Cesca μπόρεσε να δημιουργήσει μία εικόνα των γεωλογικών μηχανισμών που προκάλεσαν αυτό το τεράστιο πλήθος σεισμών και διαπίστωσε πως μετακίνησαν το έδαφος στη νήσο King George κατά 11 εκατοστά.

Ωστόσο μόνο το 4% της μετακίνησης μπορεί να αποδοθεί απευθείας στους σεισμούς και οι επιστήμονες υποπτεύονται πως η κίνηση του μάγματος στο φλοιό είναι υπεύθυνη για το μεγαλύτερο μέρος της μετακίνησης του εδάφους.

Νομίζουμε πως οι σεισμοί 6 Ρίχτερ δημιούργησαν κάποιες ρωγμές και μείωσαν την πίεση από το μάγμα. Αν υπήρξε μία υποθαλάσσια έκρηξη στο ηφαίστειο, μάλλον έγινε τότε.

Έως τώρα δεν υπάρχουν στοιχεία για έκρηξη. Για να επιβεβαιώσουν πως το πάνω μέρους του τεράστιου ασπιδοειδούς ηφαιστείου εξερράγη, οι επιστήμονες θα πρέπει να στείλουν μία αποστολή στον πυθμένα για να μετρήσουν το βάθος του πυθμένα και να το συγκρίνουν με ιστορικούς χάρτες.

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο Communications Earth & Environment.