Avengers: Endgame Review - Το επικό φινάλε του MCU  

Είκοσι μία ταινίες μετά, ο αναμενόμενος επίλογος είναι εδώ. Άξιζε όμως την αναμονή;

Avengers: Endgame Review - Το επικό φινάλε του MCU

Στέλλα Παπασαραφιανού

Η υπερηρωική περιπέτεια Avengers: Endgame της Marvel Studios κατέφτασε, με τους αδερφούς Anthony και Joe Russo να κάθονται στην καρέκλα της σκηνοθεσίας. Το ταλαντούχο αυτό δίδυμο αφηγείται στην μεγάλη οθόνη το τελευταίο πια κεφάλαιο των Εκδικητών της Marvel, σε σενάριο των Christopher Markus και Stephen McFeely, φυσικά με πηγή έμπνευσης την ιστορία που έπλασαν οι αξέχαστοι Stan Lee και Jack Kirby.

Το εν λόγω sequel που συνιστά το 22ο φιλμ στο σύμπαν της Marvel, βάζει μία τελεία στον κύκλο των εξελίξεων που άνοιξαν τα The Avengers (2012), Avengers: Age of Ultron (2015) και το Avengers: Infinity War (2018). Στους γνώριμους ρόλους τους λοιπόν, επανέρχονται δριμύτεροι οι: Robert Downey Jr., Chris Evans, Mark Ruffalo, Chris Hemsworth, Scarlett Johansson, Jeremy Renner, Don Cheadle, Paul Rudd, Brie Larson, Karen Gillan, Danai Gurira, και ο Bradley Cooper.

Εδώ πλέον, τα εναπομείναντα μέλη των ‘Εκδικητών’, έπειτα από τον κοσμικό όλεθρο που επέφερε ο πανίσχυρος τιτάνας ‘Thanos’ (Josh Brolin), θα πρέπει να παλέψουν μήπως μπορέσουν να βρουν μία λύση η οποία θα αντιστρέψει την καταστροφική έκβαση που κατέληξαν να πάρουν τα πράγματα.

Το πολυσυζητημένο αυτό έργο πριν καλά καλά βγει στο σινεμά φιγούραρε στην λίστα των πιο πολυαναμενόμενων κινηματογραφικών αφίξεων της χρονιάς σημειώνοντας έναν εντυπωσιακό αριθμό προπώλησης εισιτηρίων παγκοσμίως, και γιγαντώνοντας τις προσδοκίες τόσο σε ένθερμους όσο και σε πιο μετριοπαθείς fans του MCU. Και όντως στην πράξη αιτιολόγησε τον ντόρο που προκαταβολικά προξένησε, επισφραγίζοντας με ένα πολύ χορταστικό θέαμα τον ιδιαίτερο αυτόν φανταστικό κόσμο, θέτοντας έτσι τα θεμέλια ώστε να μεταβεί στην επόμενη φάση του.

Και παρόλο που κυκλοφόρησαν αρκετά trailers εντούτοις, δεν προδόθηκαν οι δυνατές στιγμές της μυθοπλασίας αυτής, κάτι που ομολογουμένως και συνέβαλε στο να παραμείνει άσβεστος ο ενθουσιασμός του κοινού μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους.

Πράγματι, οι συντελεστές του φιλόδοξου αυτού project κατόρθωσαν να εκμαιεύσουν από το κοινό ένα μείγμα συναισθημάτων, και να περάσουν το μήνυμα ότι όλα έχουν ένα τίμημα στην προσπάθεια του να διορθωθεί ή να διασωθεί κάτι. Πέραν αυτού όμως κατάφεραν να δώσουν έμφαση στην πιο ανθρώπινη πλευρά των δημοφιλών αυτών φιγούρων, άλλοτε μέσω του χιούμορ χωρίς ωστόσο να κάνουν κατάχρησή αυτού, και άλλοτε μέσω πιο βαριά φορτισμένων σκηνικών καθένα από τα οποία είχε την σημασία του δικαιολογώντας την μεσολάβησή του στην ροή των τεκταινόμενων.

Όσον αφορά την δράση οι εναλλαγές των γεγονότων ήδη από την αρχή μαρτυρούν ότι σταδιακά προετοιμαζόμαστε για την επική μάχη που επρόκειτο να λάβει χώρα, με τους δρώντες της να ανασυγκροτούνται για αυτό που έπεται.  Ο συσχετισμός δυνάμεων και τα δεδομένα που διαμορφώνονται ανάμεσα στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα δείχνουν τις εύθραυστες ισορροπίες που επικρατούν, ενώ στο σύνολό του το φιλμ διατρέχει το βασικό ερώτημα του ποιος έχει το πλεονέκτημα έως ότου ξεκαθαρίσει πια το όλο πράγμα.

Και πράγματι σε κομβικά σημεία το στοιχείο της ανατροπής δίνει βροντερό παρόν τουλάχιστον αν σκεφτεί κανείς τί κερδήθηκε, τί χάθηκε και με ποιο κόστος. Μέσα σε αυτές τις τρεις ώρες ο δέκτης ούτε θα δυσανασχετήσει αλλά ούτε και θα πλήξει. Ίσα ίσα θα απολαύσει την διαδρομή αυτήν που καταλήγει επιτέλους στον προορισμό της.

Το κουβάρι της υπόθεσης ξετυλίγεται χωρίς βιασύνη με σκοπό να χτιστεί σιγά σιγά η αγωνία και ένα στέρεο έδαφος για το κολοσσιαίο και παράτολμο εγχείρημα στο οποίο θα προχωρήσουν οι χαρακτήρες και όχι αναίμακτα!

Τόσο οι πιο “μπαρουτοκαπνισμένοι” όσο και οι νεότεροι ήρωες δίνουν τα χέρια θέλοντας να αξιοποιήσουν και την απειροελάχιστη πιθανότητα που θα πάρει πίσω το κακό που έγινε. Καθένας τους διαδραματίζει καίριο ρόλο και έχει την ευκαιρία να αποδείξει για ακόμη μία φορά την αξία του και την πίστη του σε ένα καλύτερο μέλλον για την ανθρωπότητα.

Οι μελωδίες του βραβευμένου με Όσκαρ, Alan Silvestri σε συνδυασμό με την φωτογραφία του Trent Opaloch ενισχύουν την υποβλητικότητα των όσων εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια μας δίνοντας έναν ιδιαίτερο παλμό και ψυχή στην ταινία.

Μετά τον γλυκόπικρο επίλογο δεν ακολουθεί καμία post credit σκηνή, πολύ απλά γιατί κάθε ψηφίδα αυτού του ζωντανού comic μωσαϊκού βρήκε την θέση της. Η Τελευταία Πράξη των Εκδικητών ρίχνει την αυλαία λειτουργώντας ως μία ιδιότυπη ερωτική επιστολή προς τους λάτρεις του MCU, μία επιβλητική υπενθύμιση νοσταλγικών διηγήσεων της Marvel και μία μεγάλη υπόσχεση για τα κινηματογραφικά κατορθώματα των μορφών που θα έχουν την τιμητική τους στο εξής.

Κυριάκος Στεργιάδης

Δεν έχει περάσει ένα 24ωρο από τη στιγμή που γράφω αυτές τις αράδες για να συνειδητοποιήσω πλήρως όλα όσα έδειξε το Avengers: Endgame μέσα στο συναρπαστικό τρίωρο που διαρκεί. Αυτό το ταξίδι του Marvel Cinematic Universe που ξεκίνησε πριν μια δεκαετία -απορώ πώς πέρασαν έτσι τα χρόνια- έφτασε στο τέλος του. Το Endgame δεν τιτλοφορήθηκε τυχαία έτσι. Οι ερμηνείες του διέπουν τόσο το σενάριο όσο και την κατάσταση του σύμπαντος αυτού που γνωρίσαμε με το Iron Man του 2008. Οι σκηνοθέτες του Infinity War, Anthony και Joe Russo επέστρεψαν για να ολοκληρώσουν το όραμά τους και το κάνουν με απόλυτη επιτυχία και χειρουργική ακρίβεια, που όμοιά της σε ταινίες του είδους έχουμε δει σε περιπτώσεις μετρημένες του ενός χεριού.

Από τα πρώτα λεπτά το Endgame σου δείχνει ότι δεν αστειεύεται. Δεν χάνει χρόνο και δεν χρονοτριβεί. Πρέπει να ολοκληρώσει ένα σενάριο που απλώνεται σε 21 ταινίες άλλωστε και έχει μόνο τρεις ώρες για να το κάνει. Με μεθοδικό τρόπο οι Εκδικητές συγκεντρώνονται ξανά και προσπαθούν να μαζέψουν ένα-ένα τα κομμάτια τους, αφού δεν μπορούν ακόμη να χωνέψουν την οδυνηρή ήττα τους από τον Thanos. Το κλίμα είναι πολύ βαρύ σε όλους ανεξαιρέτως και οι Russo βγάζουν στο πανί αυτήν την μελαγχολία και τη ματαιοδοξία που αρχίζει να κυριεύει τον Tony Stark, τον Captain America, τον Thor και τους άλλους. Θα εκπλαγείτε με το πώς παρουσιάζονται και ξεγυμνώνονται οι άλλοτε ποτέ ακμαίοι ήρωες της Γης.

Ο κάθε ένας βασικός Avenger έχει τον δικό του χρόνο, την δική του εξέλιξη και τους βλέπουμε να αλλάζουν σχεδόν ολοκληρωτικά. Για εμένα στα highlight αυτών των εξελίξεων θα βάλω τους Hulk και Thor, σαν προσωπικές προτιμήσεις, χωρίς να θέλω να παραγκωνίσω τους υπόλοιπους τη ομάδας. Σκηνοθετικά οι Russo μαζί με τους σεναριογράφους έπλασαν ένα τελικό κεφάλαιο άριστα δομημένο, που δεν αφήνει σε ησυχία τον θεατή και αυτό με εξέπληξε ευχάριστα. Ακόμη και στο πώς συστήνουν κάποια περίπλοκα concepts, που είναι καίριας σημασίας για την πλοκή, το κάνουν με έναν τόσο απλουστευμένο τρόπο, σεβόμενοι τον πιο αγύμναστο αλλά και τον πιο μυημένο θεατή.

Η απλότητα και η μεθοδικότητα είναι δυο λέξεις που περιγράφουν τέλεια αυτό που κατάφεραν οι Russo και τους βγάζω το καπέλο, μιας και εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο την δημιουργική ελευθερία που τους δόθηκε. Πέραν των κωμικών διαλόγων, που δίνουν συχνά το παρόν για να βάλουν και ένα χαμόγελο στον θεατή, μέσα σε όλο αυτό το μουντό και καταθλιπτικό κλίμα, οι διάλογοι είναι ναι μεν απλοί, ιδιαίτερα ουσιαστικοί δε, ως προς το περιεχόμενό τους.

Όλα αυτά τα συστατικά βήμα-βήμα και σκηνή με σκηνή χτίζουν την επική κλιμάκωση, η οποία επέρχεται εν μέσω πολλών ανατροπών, ενώ οι στιγμές που θα σας πιάσουν τα δάκρια είναι εγγυημένες. Ειδικά για την τελική μάχη, χωρίς να θέλω να σας κάνω spoil, θα πω μόνο ότι ήμουν με το στόμα ανοιχτό σε όλη τη διάρκειά της και ειδικά με την κλίμακά της. Χωρίς υπερβολή οι σκηνές μάχης του Endgame σπάνε πλάκα με αυτές του Infinity War. Θα έλεγε, επίσης, κανείς πως ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας βασίζεται στην νοσταλγία, ωστόσο, είναι απόλυτα δικαιολογημένο το fan service, που θεωρείται δεδομένο σε τέτοια δημιουργήματα.

Ο Thanos στο Infinity War είπε μια φράση που αντηχούσε στο μυαλό μου μόλις έπεσαν τα credits: “Perfectly balanced as all things should be”. Χωρίς ίχνος υπερβολής η εναλλαγή μεταξύ γέλιου, νοσταλγίας, χαράς, λύπης, ελπίδας και φυσικά δράσης είναι στοιχεία που κάνουν το Endgame έναν τέλεια ισορροπημένο επίλογο.

Το να αναφερθώ εκτενώς στα "κάδρα" του Endgame και της εξαιρετικής δουλειάς του φωτογράφου Trent Opaloch και στα εφέ που ξεπερνούν κάθε προσδοκία, είναι πραγματικά ανώφελο γιατί καλύτερα να το διαπιστώσετε μόνοι σας.

Πρέπει, ωστόσο να κάνω ιδιαίτερη μνεία που επιτέλους έχουμε σωστή χρήση του Avengers theme, ούτως ώστε να εξυψώνει τις σκηνές δράσης, όπως έκανε το theme του Star Wars για παράδειγμα. Το ονειρεμένο για τους fans της Marvel «τελευταίο τεύχος» του MCU, όπως το ξέραμε, τα έχει όλα και δεν μπορώ ακόμη να βρω αντικειμενικά αρνητικά στοιχεία.

 

Γιώργος Πρίτσκας

* Θα σας πρότεινα να διαβάστε το παρακάτω κείμενο αφού δείτε την ταινία. Δεν περιέχει κάποιο σπουδαίο spoiler αλλά, για μέγιστη απόλαυση, είναι προτιμότερο να μπείτε στην αίθουσα με πλήρη άγνοια.

“Κι όμως το κατάφεραν”. Νομίζω μουρμούρισα αυτή τη φράση με αναπάντεχο θαυμασμό  πολλές, πάρα πολλές φορές στο τελευταίο μισάωρο (;) του Endgame. Μου φαινόταν, όχι απλά δύσκολο, αλλά στα όρια του ακατόρθωτου, να υφάνουν μια κατάληξη που να λειτουργεί σε όλα τα επιθυμητά επίπεδα αυτού του αδιανόητου πλάνου έντεκα ετών και είκοσι δύο ταινιών. Κι όμως το κατάφεραν. Και μάλιστα μέσω του πιο απολαυστικού και δύσκολου (δημιουργικά) δρόμου: μας έδωσαν αυτά ακριβώς που περιμέναμε αλλά όχι με τον τρόπο που τα περιμέναμε. Αυτή η “ανατρεπτική οικειότητα” αποτελεί το “άγιο δισκοπότηρο” του πολύ ιδιαίτερου fan-based κινηματογράφου που πρεσβεύει η Marvel (και το έτερο μεγαθήριο Star Wars) και το Endgame το ενσαρκώνει με απίστευτη επιτυχία.  

Ήδη από τα πρώτα δέκα λεπτά, η ταινία παίρνει μια αναπάντεχη τροπή με την οποία εξασφαλίζει δύο πολύ σημαντικά πράγματα: πρώτον, μας λέει απότομα ότι η πλοκή δεν θα κυλήσει όπως – ενδεχομένως- το περίμεναμε και δεύτερον και κυριότερο καταφέρνει με αυτό το σεναριακό τέχνασμα να μας δώσει χρόνο με τους χαρακτήρες, με την πάλη τους να αποδεχτούν όλα όσα έχασαν, με την δική τους ζωή που συνεχίζεται. Σε αντίθεση με το φρενήρες Infinity War, οι Russo δεν διστάζουν εδώ να χαμηλώσουν τον ρυθμό τους και να αφήσουν τους ήρωές τους να “αναπνεύσουν”, να εκφραστούν αλλά και να εξελιχθούν σε απρόσμενες κατευθύνσεις. Επιχειρούν, έστω και λίγο άγαρμπα και μελοδραματικά, να εμβαθύνουν παραπάνω στην ψυχολογία των χαρακτήρων στήνοντας υπομονετικά τα εσωτερικά τους κίνητρα και διακυβεύματα.

Εκτός αυτού όμως, η πρώτη ώρα είναι κομβική και για το τέλος του Infinity War, προσδίδοντάς του την συναισθηματική βαρύτητα που απαιτούσε για να μην μοιάζει με φτηνό σοκ, φέρνοντάς μας αντιμέτωπους με τις συνέπειες, τον θρήνο και τα αδιέξοδα των ηρώων. Φοβόμουν πολύ ότι όλο αυτό το συναισθηματικό φορτίο που κουβαλούσε το Infinity War θα το “ξεπετούσαν” βιαστικά στην αρχή για να περάσουμε πάλι στα κυνηγητά και τη δράση αλλά είμαι πολύ χαρούμενος που με διέψευσαν.

Εδώ “λάμπει” η αληθινή δύναμη του MCU που δεν είναι άλλη από τους βασικούς της χαρακτήρες. Ιδίως ο Stark και ο Rogers, οι δύο βασικοί πυλώνες του σύμπαντος είναι τόσο κρυστάλλινα  καθορισμένοι που όσοι παρακολουθούν από την αρχή την πορεία τους, νιώθουν σαν να τους ξέρουν πραγματικά.  Τους καταλαβαίνουν. Αυτή η κατανόηση της οπτικής κάθε χαρακτήρα είναι η αφετηρία κάθε ενδιαφέρουσας δραματικής έντασης. Και μετά από αυτό το ευχάριστα αναπάντεχο, ανθρωποκεντρικό στήσιμο ξεκινάει η δράση. Όχι όμως με την έννοια που είχαμε συνηθίσει ή που θα περιμέναμε.

Η δεύτερη πράξη της ταινίας είναι μια ακόμα πανέξυπνη κίνηση από τους σεναριογράφους που εξυπηρετεί στην εντέλεια τους -πολλούς- σκοπούς της ταινίας. Όλη αυτή η δεύτερη πράξη λοιπόν λειτουργεί πανέμορφα τόσο ως ένας φόρος τιμής στο ίδιο το MCU, που μάλιστα ξεκλειδώνει όλη την ουσία του μόνο σε όσους είχαν σταθερή επαφή με το σύμπαν, όσο και μια γόνιμη ευκαιρία να λυτρωθούν, να εξελιχθούν και να προχωρήσουν οι περισσότεροι χαρακτήρες. Και τέλος, η τρίτη πράξη είναι μια αποθέωση. Τώρα που το γράφω αντιλαμβάνομαι καθαρά πως βγαίνοντας από το Endgame νιώθεις όντως σαν να παρακολούθησες τρεις διαφορετικές ταινίες σε μία.

Όχι μόνο σε ύφος αλλά και σε ένταση συναισθημάτων. Βγήκα εξουθενωμένος από την αίθουσα, όχι με την έννοια της κούρασης αλλά της ολοκλήρωσης. Ήταν χορταστικό.  Ήταν αστείο, συγκινητικό, θριαμβευτικό, έντονο, αγωνιώδες, γλυκό… ένα αληθινό roller coaster συναισθημάτων που αντλεί τη δύναμή του από μια ολόκληρη δεκαετία χτισίματος. Φυσικά δεν είναι τέλειο. Η μάχη μοιάζει περισσότερο με ένα κόψιμο και ράψιμο στιγμών, χωρίς τη συνοχή της μάχης της Ν. Υόρκης του Avengers, ενώ πολλοί χαρακτήρες έχουν αμελητέο ρόλο.

Ωστόσο, το στήσιμο και το βίωμα όλου του “Γολγοθά” μέχρι να φτάσουμε σε αυτό το σημείο, κάνει όλη την τελευταία πράξη να μοιάζει με μια αποθέωση που δικαιούμαστε όλοι και κάθε αδυναμία περνάει εύλογα απαρατήρητη. Ειλικρινά δεν θυμάμαι παρόμοια έκρηξη ενθουσιασμού στην αίθουσα τόσα χρόνια που πηγαίνω σινεμά. Βασικά, δεν θυμάμαι τέτοια συμμετοχή του κοινού γενικά. Μόνο στο Infinity War έχω δει κάτι παρόμοιο αλλά και πάλι, όχι με τέτοια ένταση. Εν τέλει, νομίζω ότι υπάρχουν πολλά σημεία που χρίζουν συζήτησης και ανάλυσης αλλά κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει πως για ακόμα μια φορά η Marvel έχει πετύχει απόλυτα τον στόχο της. 

Τους τίτλους αρχής αυτή τη φορά δεν συνοδεύει το γνωστό theme της Marvel αλλά το Dear Mr. Fantasy. Αυτό το γλυκόπικρο κομμάτι των Traffic για την αξία της ψυχαγωγίας, εκτός από τον υπέροχο τρόπο που λειτουργεί στην ταινία, νομίζω ενσαρκώνει απόλυτα όλα όσα θέλει να πρεσβεύει η Marvel με τις κινηματογραφικές δημιουργίες της. Και σε αυτό το επικό κλείσιμο της Infinity Saga, νομίζω τα κατάφερε.

Dear Mr. Fantasy play us a tune
Something to make us all happy…

 

 Αντώνης Παυλίδης

Με τη μισή ζωή να αποσυντίθεται σε ολόκληρο το σύμπαν και με την άσχημη πορεία των γεγονότων που τέθηκαν σε κίνηση από τον Thanos, οι εναπομείναντες «Εκδικητές» πρέπει να βρουν τον τρόπο να υπερνικήσουν τις δυνάμεις του υπέρ-κακού Τιτάνα. Πιάνοντας την ιστορία από εκεί ακριβώς που την άφησε το Infinity War, η τέταρτη προσθήκη στην κινηματογραφική ιστορία των «Εκδικητών» αποτελεί έναν επίλογο σε ολόκληρο το μέχρι στιγμής σύμπαν της Marvel, όπως διαμορφώθηκε μέσα σε 21 ταινίες και πάνω από δέκα χρόνια, ξεκινώντας με τον κλασικό πια Iron Man του 2008.

Η Marvel και οι Joe και Anthony Russo, που σκηνοθετούν το Avengers: Endgame, είχαν την τεράστια ευθύνη στα χέρια τους να ενώσουν οριστικά αυτόν τον τεράστιο όγκο από διαφορετικές ιστορίες και χαρακτήρες, αλλά και να εκπληρώσουν τις προσδοκίες που δημιούργησε το πολυσυζητημένο φινάλε του Infinity War. Το αποτέλεσμα τους είναι ένα φαντασμαγορικό τρίωρο έπος, νοσταλγίας, μελαγχολίας, συγκίνησης, έντασης, αγωνίας αλλά και λύτρωσης. Οι σεναριογράφοι Christopher Markus και Stephen McFeely έχουν κάνει εξαιρετική δουλειά, ιδιαίτερα στους διαλόγους κι αυτό γιατί καταλαβαίνουμε πως κάθε μία λέξη του σεναρίου προσφέρει κάποιο στοιχείο, δημιουργώντας μία αλυσίδα καταστάσεων που οδηγεί από το ένα γεγονός στο άλλο μέσα στο έργο.

Θα ήθελα να σταθώ κυρίως στην πρώτη και στην τρίτη πράξη της ταινίας, επειδή στην ουσία αυτά τα δύο κομμάτια της ιστορίας κάνουν την διαφορά και ξεχωρίζουν από τις υπόλοιπες ταινίες της Marvel. Οι αδελφοί Russo στην πρώτη πράξη, ακολουθούν μία αρκετά εναλλακτική προσέγγιση στον χειρισμό της πλοκής και εστιάζουν στους τραυματισμένους ψυχικά χαρακτήρες μετά από τα δυσάρεστα γεγονότα του Infinity War, αφήνοντας χώρο σε φιλοσοφικές αναζητήσεις δημιουργώντας ένα πιο «εσωτερικό» σενάριο. Αυτό δεν σημαίνει πως το κλίμα της ταινίας είναι «βαρύ», αντιθέτως, οι διάλογοι και οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους, βρίσκουν την κατάλληλη ισορροπία ανάμεσα σε δράμα και κωμωδία δίνοντας μία φρεσκάδα και στους πρωταγωνιστές αλλά και στην γενικότερη αίσθηση του φιλμ.

Όσον αφορά την τρίτη πράξη, δεν νομίζω πως μπορεί κανείς να περιγράψει με μεγάλη ευκολία τα συναισθήματα του με αυτά που βλέπει να εξελίσσονται στο λευκό πανί. Οι αδελφοί Russo με το γρήγορο μοντάζ και τους εύστοχους σκηνοθετικούς χειρισμούς, καταφέρνουν να σε κρατήσουν γραπωμένο στην καρέκλα με την καταιγιστική δράση, τα υπέροχα ειδικά εφέ αλλά και με τις εναλλαγές συναισθημάτων που βιώνεις καθώς ξεδιπλώνεται η τελευταία πράξη της ταινίας. Η κλιμάκωση της ταινίας έρχεται με τέτοιον αρμονικό τρόπο που όταν αποχωρείς από το σινεμά, νιώθεις σίγουρα γεμάτος και κάτι περισσότερο από ικανοποιημένος με την κινηματογραφική εμπειρία που μόλις έζησες.

Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ στο Marvel Cinematic Universe κάνοντας ένα γενικότερο σχόλιο για αυτό το τεραστίων διαστάσεων franchise. Νομίζω πως μπορούμε πλέον να παραδεχτούμε όλοι πως έχει κάνει μια αξιοσημείωτη δουλειά στην μεταφορά της αφήγησης των κόμικς στη γλώσσα του κινηματογράφου. Μία οδύσσεια σε ένα κινηματογραφικό σύμπαν που μετράει πλέον έντεκα χρόνια ζωής, έχει αφήσει πίσω του μια σπουδαία παρακαταθήκη στην ιστορία του μοντέρνου σινεμά, κάνοντας τον επίτιμο πρόεδρο και "αρχιτέκτονα" της, Stan Lee να χαμογελάει από εκεί ψηλά. 

Βρείτε την ταινία στο IMDB

22 comment(s)