Ready Player One Review 

Enter ή Esc από την "VR ονειροχώρα" του Steven Spielberg;

Ready Player One Review

Ο βετεράνος στον χώρο της σκηνοθεσίας που ακούει στο όνομα Steven Spielberg, ομολογουμένως και έχει καταπιαστεί με κινηματογραφικές μυθοπλασίες παντός είδους. Η μέχρι τώρα πορεία του έχει αποδείξει ότι χάρη στο ύφος, την τεχνική και τα βιρτουόζικα κόλπα που εφαρμόζει καταφέρνει να ενορχηστρώσει με ευφάνταστο τρόπο την δράση πάμπολλων ταινιών χαρίζοντας στο φιλοθεάμον κοινό ποικίλες εμπειρίες θέασης, στην πλειονότητά τους πολύ αξιόλογες. Μάλιστα, στο πεδίο του φανταστικού, και κυρίως αυτό του sci-fi μας έχει δώσει αρκετά φιλμ όπως το E.T. the Extra-Terrestrial (1982), το A.I. Artificial Intelligence (2001), Minority Report (2002) κ.ά. Σε ορισμένα από αυτά έχει ασχοληθεί με θέματα που αφορούν την τεχνητή νοημοσύνη και την εικονική πραγματικότητα.

Απ’ ό,τι φαίνεται εξακολουθεί να έχει μία παραπάνω αδυναμία στο να ζωντανεύει ιστορίες με έντονο το ανωτέρω φουτουριστικό στοιχείο, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και μέσω της τελευταίας του δουλειάς, το Ready Player One. Εν προκειμένω, η videogame αισθητική προσφέρει ένα τρικούβερτο πανηγυρικό οπτικό θέαμα, πλούσιο σε μοντέρνα και πολύχρωμα ερεθίσματα όπου η φαντασμαγορία των CGI εφέ παρέχεται σε γενναίες δόσεις, χωρίς ωστόσο αυτό καθαυτό να συνιστά και εγγυητή της επιτυχίας του τελικού αποτελέσματος. Στην συγκεκριμένη περιπέτεια , ο δημιουργός ναι μεν εστίασε στα υπέρ και τα κατά της προηγμένης ψηφιακής ψυχαγωγίας όσον αφορά την επιρροή της στην μεταμόρφωση της αισθητηριακής αντίληψης του ατόμου πέραν από τον αληθινό κόσμο, όμως δεν κατόρθωσε να ξεφύγει από μία εύπεπτη και κάπως κλισέ παρουσίαση όλου αυτού.

Το επιστημονικής φαντασίας αυτό έργο το οποίο αντλεί υλικό από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Ernest Cline, παραπέμπει αρκετά στο Tron Lecacy , το Back to the Future και στο Future Man ενώ χρονικά διαδραματίζεται εν έτει 2045, με την γη να μετέρχεται περιβαλλοντολογικά ίσως μία από τις πιο κρίσιμες φάσεις της. Η ανθρωπότητα μπροστά στην χαώδη κατάσταση που βιώνει αποβλέπει πλέον με ελπίδα σε μία σωτήρια λύση από το OASIS, ένα διευρυμένο σύμπαν εικονικής πραγματικότητας που έχει διαμορφωθεί από τον τετραπέρατο, εσωστρεφή και εκκεντρικό James Halliday (Mark Rylance). Όταν ο Halliday αποβιώσει, αποφασίζει να μεταβιβάσει όλη του την περιουσία στο πρώτο άτομο το οποίο θα μπορέσει να αποκωδικοποιήσει τον γρίφο του, και να βρει το ψηφιακό Easter egg που έχει κρύψει κάπου μέσα στο OASIS. Ο ανταγωνισμός είναι αμείλικτος, με επίδοξους διεκδικητές να ξεπροβάλλουν από κάθε γωνιά του πλανήτη. Όταν ένας νεαρός εν ονόματι Wade Watts (Tye Sheridan) θελήσει να λάβει μέρος στο παραπάνω ιδιότυπο όσο και επικίνδυνο κυνήγι θησαυρού, θα καταλάβει ότι με την συμμετοχή του αυτή εισέρχεται σε ένα φανταστικό μέρος όπου η έκπληξη, η περιπέτεια και το ρίσκο σου κρατούν συντροφιά από την πρώτη κιόλας στιγμή.

Οι θεατές που έζησαν την ανάλαφρη παιδική ηλικία των 80s και των 90s, στο Ready Player One θα αναπολήσουν τις παλιές αυτές αναμνήσεις χάρη στην στοργή, το κέφι και το χιούμορ, με τα οποία ο σκηνοθέτης επιλέγει να αγκαλιάσει τον μύθο, βγάζοντας από το ντουλαπάκι του χρόνου πολύ ζεστά μοτίβα και παραστάσεις. Η επιμέλεια των μελωδιών από τον ασυναγώνιστο συνθέτη Alan Silvestri οπωσδήποτε συμβάλλει στην ενίσχυση της συγκίνησης και της υποβλητικότητας της ταινίας.

Μεταξύ άλλων, την πληθώρα σε διακειμενικές αναφορές είναι δύσκολο να μην την προσέξεις, όπως π.χ. σε παιχνίδια όπως το Final Fantasy, στην κονσόλα Atari, σε κλασικές ταινίες όπως στο The Shining  του Stanley Kubrick, στον King Kong , στο Nightmare on Elm Street και σε δημοφιλή μουσικά ακούσματα όπως το “I Hate Myself for Loving You” της Joan Jett, στις απαρχές του nerd διαδικτυακού ρεύματος κ.ά . To κλίμα του nostalgia exploitation διατρέχει το περιεχόμενο της ταινίας σαν γάργαρο νερό που όμως κάποτε λιμνάζει. Ενώ η σύγκριση ανάμεσα στο αστείρευτα φανταστικό και το πεπερασμένο αληθινό είναι διάχυτη μέσα στο φιλμ, η προσπάθεια γεφύρωσης του χάσματος που μεσολαβεί μεταξύ τους ενίοτε αποβαίνει κάπως μετέωρη.

Η νοερή φυγή από τα τρισδιάστατα πλαίσια του ρεαλισμού μέσω της βίωσης ενός κατασκευασμένου κόσμου προσομοίωσης και αλληλεπίδρασης μπορεί να λειτουργήσει τόσο σαν μέσο απελευθέρωσης όσο και εγκλωβισμού. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης μάλιστα σχολίασε ότι: «το φιλμ αυτό πρόκειται να δείξει γιατί είναι σημαντικό το να μη βιώνουμε στον πραγματικό κόσμο, αλλά και το τί στερούμαστε από το να μη ζούμε σε αυτόν». Εντούτοις, ο προβληματισμός που επιθυμεί εδώ να μας περάσει ο Spielberg μάλλον επισκιάζεται, και παγιδεύεται κάπου ανάμεσα στην νοσταλγική αγκίστρωση στον ιδεαλισμό  περασμένων μεγαλείων της pop κουλτούρας και σε εντυπωσιοθηρικές σκηνές που καταναλώνονται εν ριπή οφθαλμού από τον θεατή, χωρίς όμως να μένουν για πολύ χρόνο στην σκέψη του.

Και εκεί που θα περίμενε κανείς να υπάρχει σαν δικλείδα ασφαλείας μία περαιτέρω εμβάθυνση στα συνακόλουθα ζητήματα που θίγει (όπως την δυναμική και γι’ αυτό και συνεχώς εξελισσόμενη διαδικασία της κοινωνικοποίησης και της διασκέδασης, την αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, την πνευματική απόδραση, την φιλία, την οικολογική ευαισθητοποίηση, την ατομική και συλλογική ταυτότητα), εκεί ακριβώς έρχεται ο κορεσμός από την παραζάλη και τον καταιγισμό των εικόνων που κατακλύζουν την οθόνη και αφού ο δέκτης τον συνηθίσει, δεν παύει να διαπιστώνει εύλογα ότι κάτι εξακολουθεί να απουσιάζει. Κλωθογυρίζει μέσα στο κεφάλι σου αυτήν η έλλειψη.

Το cast που συναπαρτίζουν οι Olivia Cooke, Simon Pegg, Letitia Wright, και η Hannah John-Kamen φέρνουν στο προσκήνιο χαρακτήρες που ναι μεν είναι συμπαθητικοί, όμως δεν σου προσφέρεται η δυνατότητα να δεθείς και μαζί τους. Ο κακός της υπόθεσης (Ben Mendelsohn ) από την άλλη, φαντάζει λιγάκι παραπάνω άτονος και άνευρος απ’ ό,τι θα προσδοκούσε κανείς.

Η βύθιση στις πίστες της δυστοπικής μεταποκαλυπτικής VR «ονειροχώρας» του Ready Player One ναι μεν έχει τις στιγμές της χρησιμοποιώντας παράλληλα την οικεία γλώσσα ενός πολύ αγαπημένου παρελθόντος, εν μέρει όμως «χάνεται στην μετάφραση» λόγω των αρκούντως χορταστικών αλλά τυποποιημένων συστατικών που ανιχνεύονται στην δομή της. Παρόλαυτα, όπως θα έλεγε και ο Ernest Cline, ο συγγραφέας του βιβλίου και σεναριογράφος στην προκειμένη περίπτωση: «Αν είσαι έτοιμος, πάτα enter».

Βρείτε την ταινία στο IMDB

7 comment(s)