Jim Jarmusch: Ο δαίμονας του ανεξάρτητου σινεμά 

Όταν η ύπαρξη προηγείται της ουσίας στον κινηματογράφο

Jim Jarmusch: Ο δαίμονας του ανεξάρτητου σινεμά

Ο Jim Jarmusch είναι ένας από τους δαίμονες του Αμερικάνικου κινηματογράφου και η δουλειά του ανήκει ορκισμένα στην κουλτούρα του περιθωρίου μακριά από τις απαιτήσεις και τις δεσμεύσεις των καταπιεστικών εταιριών παραγωγής του Χόλυγουντ. Ένας απονήρευτος ψιλόλιγνος άντρας που αντλεί έμπνευση μέσα από τα δέντρα, παλιές και καινούργιες ταινίες, από πινακίδες στον δρόμο, ποιήματα και από τυχαίες συνομιλίες. Γεννήθηκε σε μία μικρή πόλη στην πολιτεία του βιομηχανικού Οχάιο στις 23 Ιανουαρίου το 1953 και στα 17 του μετακόμισε μαζί με τους γονείς του στη Νέα Υόρκη.

Ακολουθώντας τα δημοσιογραφικά βήματα της μητέρας του αποφοίτησε από το τμήμα Αγγλικής και Αμερικάνικης Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Columbia για να σπουδάσει αργότερα κινηματογράφο στο New York University, όπου συνεργάστηκε με τους Nicholas Ray (σκηνοθέτη της ταινίας Rebel Without a Cause με τον James Dean) και Wim Wenders, σαν προσωπικός τους βοηθός, για το ντοκιμαντέρ Lightning Οver Water (1980). Μέχρι σήμερα έχει μείνει πιστός στο έργο του και θεωρείται ο πιο σημαντικός εκπρόσωπος του Ανεξάρτητου Κινηματογράφου, καθώς τη δεκαετία των 80’s βρήκε χώρο και σφήνωσε με επιτυχία ανάμεσα στην συρρίκνωση του ευρωπαϊκού σινεμά και στην κυριαρχία των μεγάλων εταιριών παραγωγής του Χόλυγουντ.

Στην μετέπειτα καλλιτεχνική του πορεία, το πολυσχιδές του ταλέντο ισσοροπεί με αρκετή μαεστρία ανάμεσα σε σινεμά, ποίηση και μουσική διατηρώντας το δικό του post-rock συγκρότημα ονόματι SQÜRL, με αρκετές εμφανίσεις στην underground σκηνή της Αμερικής και όχι μόνο. Το σπάνιο πνεύμα του ιδιόρρυθμου δημιουργού βέβαια δεν σταματάει μόνο στις καλλιτεχνικές του ανησυχίες, είναι ιδρυτής της μυστικής Λέσχης The Sons of Lee Marvin (του γνωστού αμερικανού ηθοποιού Lee Marvin) και μερικά από τα υπόλοιπα μέλη της Λέσχης είναι ο Tom Waits, Nick Cave, Josh Brolin, Neil Young και Iggy Pop.

Επιπλέον έχει συνεργαστεί με τους Talking Heads, Tom Waits και The Raconteurs του Jack White και έχει σκηνοθετήσει μερικά από τα μουσικά τους βίντεο-κλίπ. Γνήσιο τέκνο της υποκουλτούρας και επηρεασμένος από την ευρηματικότητα των b-movies ταινιών όπως Attack Of The Crab Monsters (1957), Creature Of The Black Lagoon (1954) και The Searchers (1956) αλλά και γοητευμένος από την ελευθερία και γενναιότητα της παράνομης beat ποίησης και λογοτεχνίας των Jack Kerouac, Allen Ginsberg και William S. Burroughs ο Jarmousch μέσα στα χρόνια θα εξελιχθεί σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα στο διεθνή κινηματογράφο.

Στη μεγάλη οθόνη θα κάνει ντεμπούτο το 1980 με μία φιλόδοξη σχετικά προσπάθεια στο Permanent Vacation, η συνέχεια όμως θα είναι πολύ πιο επιτυχημένη για τον ίδιο καθώς δημιουργεί μία πλήρως αντισυμβατική ταινία δρόμου το Stranger than Paradise (1984) και θα βραβευτεί για αυτήν στο φεστιβάλ των Καννών. Πρωταγωνιστές θα είναι ο αμερικανός τζαζίστας John Lurie αλλά και ο πρώην ντράμερ των Sonic Youth, Richard Edson.

Το έργο χωρίζεται με έναν μινιμαλιστικό τρόπο σε τρία μέρη και αποτελείται από μονοπλάνα, καθώς κάθε σκηνή ολοκληρώνεται με μία μόνο λήψη και καταλήγει σε μερικά δευτερόλεπτα μαύρου κάδρου. Μία από τις απολαυστικές στιγμές της ταινίας είναι όταν ακούγεται το I Put a Spell on You του ανατρεπτικού μπλουζίστα Screamin’ Jay Hawkins. Με αυτή την low-budget δημιουργία του δείχνει τον δρόμο σε εκατοντάδες ανεξάρτητους σκηνοθέτες και τους καλεί να βρούν την δικιά τους φωνή και να έχουν το θάρρος να την ακολουθήσουν μακρυά από την πεπατημένη και τον συνηθισμένο τρόπο δημιουργίας και έκφρασης.

Ένα σημαντικό στοιχείο που συναντάμε στον τρόπο αφήγησης του Jarmousch είναι ο δρόμος και πως επιλέγει να «ρίξει» τους ήρωες του πάνω σε αυτόν. Αντιπροσωπευτικά δείγματα τέτοιας γραφής συναντάμε στο Down by Law (1986) και αρκετά αργότερα στο Dead Man (1995) τα οποία είναι από τα λατρεμένα μου. Το κάστινγκ του Down by Law με τους Tom Waits, John Lurie και Roberto Benigni, κατά την προσωπική μου άποψη, είναι ένα από τα καλύτερα στον κόσμο της δραματουργίας και του διεθνούς σινεμά. Οι βασικοί μας ήρωες (Waits και Lurie) προερχόμενοι από ένα διαφορετικό πολιτισμικό περιβάλλον, αναγκάζονται να συνυπάρξουν σε έναν περιοριστικό χώρο, γεγονός που τους οδηγεί σε σύγκρουση.

Την εκρηκτική σχέση μεταξύ των δύο όμως έρχεται να ισσοροπήσει ένας καταλυτικός Ιταλός μετανάστης (Benigni) με κακή χρήση αγγλικών και μεγάλη αφέλεια. Η χημεία που εκπέμπει το θρυλικό τρίο είναι εξαιρετική και την αντιλαμβάνεσαι ακαριαία από την πρώτη στιγμή αλληλεπίδρασης τους, με αξεπέραστες ατάκες και ερμηνείες που υπογραμμίζουν την έντονη δόση μαύρου χιούμορ, ειρωνείας και σάτυρας των καταστάσεων καθώς περιπλανώνται χαμένοι στους αφιλόξενους βάλτους της Νεάς Ορλεάνης.

Στο καθαρτήριο του Dead Man από την άλλη, γνωρίζουμε τον νεαρό William Blake και τον εκκεντρικό Ινδιάνο με το όνομα Κανένα. Μαζί τους θα κάνουμε ένα σουρεαλιστικό ταξίδι με φόντο την Άγρια Δύση σε noir απόχρωση με την σκηνοθετική σύλληψη του σκηνόθετη να ακροβατεί ανάμεσα στον φορμαλισμό και στον ποιητικό ρεαλισμό. Η συνεχής ενδοσκοπική ματιά των ασυνήθιστων χαρακτήρων σε έναν υπαρξιακό καθρέφτη, το σύμπλεγμα ιδεολογικών ζητημάτων από την αμερικανική ιστορία που αιματοκύλισε τον ινδιάνικο πολιτισμό σε συνδυασμό με την λιτή σκηνοθεσία και την σαγηνευτική ασπρόμαυρη φωτογραφία που δένει μοναδικά με τους μυσταγωγικούς σκοπούς της κιθάρας του Neil Young, δημιουργούν μία σπάνια κινηματογραφική στιγμή που αξίζει να ζήσει κάποιος λάτρης του σινεμά. Ο Jarmousch εδώ νομίζω πως ξεπερνάει κάθε προσδοκία και συνθέτει ένα από τα καλύτερα του δημιουργήματα, απαγγέλοντας ποίηση μέσα από καθηλωτικές εικόνες και αινιγματικούς διαλόγους. Αξίζει να σημειώσω την υποκριτική συμπεριφορά του Johnny Depp στον ρόλο του Blake η όποια είναι με διαφορά από τις καλύτερες στην καριέρα του ηθοποιού.

Εννοείται πως η δουλειά του εκκεντρικού σκηνοθέτη δεν τελειώνει μόνο με τα έργα που προανέφερα, υπάρχουν διαμαντάκια όπως το Coffee and Cigarettes (2003), το Night on Earth (1991) ή το Ghost Dog: The Way of the Samurai (1999), που αξίζει να περάσετε τον χρόνο σας μαζί τους. Στο Coffee and Cigarettes ειδικά, θα προσέξουμε ένα ακόμα στοιχείο που μεταφέρει στα φίλμ του και αυτό δεν είναι άλλο από το κλίμα του υπαρξισμού που υπάρχει τόσο στους διαλόγους των χαρακτήρων όσο και στον τρόπο της σκηνοθεσίας.

Τα δεξιοτεχνικά καδραρίσματα με στατικά πλάνα που φωτίζουν την στασιμότητα των ηρώων αλλά και την προβληματική τους ύπαρξη πάνω στην γή, μας δίνουν την αίσθηση ότι τον κύριο λόγο στην ταινία τον έχουν οι χαρακτήρες και αυτοί είναι που ορίζουν το πως θα εξελιχθεί η πλοκή χωρίς να ακολουθούν κάποιο προκαθορισμένο μονοπάτι.

Βρίσκονται «ριγμένοι» σε έναν πλανήτη που δεν έχουν επιλέξει δίχως να τους έχουν δοθεί οδηγίες για το ποιός είναι ο καλύτερος τρόπος για αυτούς να ζήσουν και να επιβιώσουν από την ανία και τα προβλήματα του νευρωτικού αστικού μικρόκοσμου μας.

Ο Jarmousch έχει διαλέξει να μας αφηγείται ιστορίες μέσα από τα βιώματα συνηθισμένων ανθρώπων, γι’ αυτό και θα δούμε να μας μιλάει για έναν περαστικό, για έναν τύπο σε ένα σκοτεινό μπαρ, για έναν ταξιδιώτη ή για έναν οδηγό λεωφορείου στην πόλη του Paterson αδιαφορώντας για ιστορίες που αφορούν την δόξα, την επιτυχία ή τον θρίαμβο. Μέσα απο τις ταινίες του μας θυμίζει ότι ζούμε σε έναν όμορφο αλλά θλιμμένο κόσμο και βάζει τους νοσταλγικούς του χαρακτήρες να μας τραγουδούν για αυτόν.

9 comment(s)