Dunkirk Movie Review 

Η ιστορία γράφεται από τους ηττημένους!

Dunkirk Movie Review

Είναι δυνατόν μια από τις μεγαλύτερες υποχωρήσεις στην παγκόσμια ιστορία να παίξει θετικό ρόλο στην έκβαση ενός πολέμου; Η γνωστή φράση «χάσαμε μια μάχη, αλλά όχι τον πόλεμο» ταιριάζει απόλυτα στην περίπτωση της Μάχης της Δουνκέρκης όπου μας καταδεικνύει πως μια παροδική υποχώρηση δεν συνεπάγεται απαραίτητα και με ολοκληρωτική ήττα. Με φόντο ένα βάναυσο σκηνικό πολέμου, ο Christopher Nolan μας αφηγείται τη σύγκρουση ανάμεσα στις δυνάμεις της Ναζιστικής Γερμανίας και των στρατευμάτων του Ηνωμένου Βασιλείου και των Συμμάχων κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες πεινασμένοι, τραυματισμένοι και ασφυκτικά περικυκλωμένοι από τους Γερμανούς, βρίσκονται στο λιμάνι της Δουνκέρκης στην Γαλλία και αναμένουν τη μεγάλη επιχείρηση μεταφοράς τους προς τη Βρετανία μέσω θαλάσσης. Αυτό το εγχείρημα, όμως, μοιάζει ακατόρθωτο με τις αεροπορικές αντίπαλες δυνάμεις να ρίχνουν τόνους βομβών πάνω στους αβοήθητους στρατιώτες σκορπώντας τον τρόμο και την απελπισία σε όσους βρίσκονται στα παράλια της Δουνκέρκης.

Ο Nolan μας έχει συνηθίσει σε ταινίες καθαρής μυθοπλασίας όπως τα Interstellar (2014), Inception (2010) και The Dark Knight Trilogy (2005 - 2012), με την συγκεκριμένη κινηματογραφική του κατασκευή όμως μας δείχνει πως όταν αποφασίζει να μεταφέρει ένα ιστορικό θέμα στον κινηματογράφο, θα το κάνει με το δικό του ιδιοφυή τρόπο και το αποτέλεσμα θα είναι αριστουργηματικό. Ο απρόβλεπτος δημιουργός προσεγγίζει το πολεμικό αυτό δράμα με μια πρωτότυπη λογική και με ένα ψυχρό ρεαλισμό απογυμνωμένο από κάθε περιττό χολιγουντιανό διάλογο μεταξύ των χαρακτήρων.

Ειλικρινά, περίμενα αβίαστα καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας την κλισέ στιγμή όπου οι πρωταγωνιστές μας θα κάτσουν να συζητήσουν ο ένας με τον άλλον τους φόβους και τις αγωνίες τους. Κάτι τέτοιο ευτυχώς δεν ήρθε ποτέ γιατί αν ερχόταν θα ήταν αρκετά αμήχανο αλλά κυρίως άστοχο για το θεατή. Βρέχει απελπισία και πόλεμο σε κάθε πλάνο και δεν υπάρχει χρόνος για τέτοιου είδους παύσεις, το μόνο που υπάρχει είναι ένα κλειστοφοβικό συναίσθημα με αμείωτη ένταση στην εξέλιξη των γεγονότων. Άλλωστε ένας καλογραμμένος χαρακτήρας δε χρειάζεται πάντα δακρύβρεχτες και ηρωικές ατάκες για να δεθείς μαζί του και να αντιληφθείς το σκοπό του στην ιστορία που ξετυλίγεται.

Βγαίνοντας από τη σκοτεινή αίθουσα αδυνατούσα να θυμηθώ έστω ένα όνομα από τους χαρακτήρες του έργου, παρ' όλα αυτά είχα μάθει όσα ακριβώς χρειαζόμουν για να με κάνουν να νοιαστώ γι’αυτούς και να αισθανθώ τον τρόμο και την απέλπιδα προσπάθειά τους να ξεφύγουν από την καταραμένη παραλία της Δουνκέρκης. Κάποιους μπορεί η απουσία ψυχογραφήματος των ηρώων της ταινίας να τους πετάξει έξω συναισθηματικά και να τους ξυνίσει λίγο, πράγμα απόλυτα κατανοητό αλλά ο σκηνοθέτης εδώ θέλει εμφανέστατα να εστιάσει στο ιστορικό γεγονός και μόνο σε αυτό.

Για ακόμη μια φορά ο Nolan παίζει με το χρόνο και χωρίζει την αφήγηση σε τρία ευδιάκριτα μέρη. Τα γεγονότα τα ζούμε μέσα απ' την οπτική τριών χαρακτήρων με διαφορετικό χρονοδιάγραμμα, μέχρι την στιγμή που θα συναντηθούν οι ιστορίες τους για την τελική φάση του έργου. Μην αγχώνεστε δεν είναι τόσο περίπλοκο όσο ακούγεται.  Έχουμε, λοιπόν, τον φρεσκότατο ηθοποιό Fionn Whitehead παγιδευμένο για μία εβδομάδα μαζί με άλλους 400.000 χιλιάδες στρατιώτες στο λιμάνι, να προσπαθούν με κάθε τρόπο να μπούνε σε ένα από τα πλοία διάσωσης. Στη συνέχεια ακολουθούμε για μία μέρα τον Σαιξπηρικό Mark Rylance ο οποίος ξεκινάει με το καΐκι του από Αγγλία για να βοηθήσει όπως μπορεί στη διαφυγή των στρατιωτών από το λιμάνι της Δουνκέρκης.

Ενώ η τρίτη ιστορία εξελίσεται στους αιθέρες μία ώρα πρίν ενωθούν τα γεγονότα, με τον Tom Hardy να μας χαρίζει με διαφορά τις καλύτερες αερομαχίες στην ιστορία του σινεμά. Τα αληθινά Spitfires, η αποφυγή υπερβολών στις εκρήξεις των αεροσκαφών και η μηδενική χρήση CGI, κάνουν την εμπειρία απολαυστική. Μια ακόμα παράμετρος που πρέπει να λάβετε υπόψιν πρίν δείτε την ταίνια, είναι ο Hans Zimmer. Ο άνθρωπος με τις νότες του μπορεί να δημιουργήσει σασπένς ακόμα και σε σκηνή που οι χαρακτήρες της ταινίας πέφτουν για ύπνο.

Αυτό βέβαια έχει εξήγηση διότι ο Zimmer αγαπάει να χρησιμοποιεί την τεχνική του Shepard Tone, μια ακουστική ψευδαίσθηση που σε κάνει να νομίζεις πως οι νότες συνεχώς ανεβαίνουν αλλά κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει ποτέ και σε αφήνει καρφωμένο στην καρέκλα με τους σφυγμούς σου να χτυπάνε κόκκινο. Γενικά ο ηχητικός σχεδιασμός της ταινίας είναι συγκλονιστικός, από την εναρκτήρια σεκάνς με τις πρώτες σφαίρες που πέφτουν θα καταλάβετε ότι οι άνθρωποι έχουν κάνει εξαιρετική δουλειά.

Στο Dunkirk ο Nolan δένει απόλυτα τη φρίκη και τον τρόμο του πολέμου με υψηλή αισθητική χωρίς να ρίξει σταγόνα αίματος, αυτό είναι και πάλι κάτι το οποίο σε κάποιους μπορεί να μη δουλέψει και να μην ικανοποιήσει. Παρ' όλα αυτά η θαυμαστή λεπτομέρεια στην ατμόσφαιρα των καταστάσεων που συμβαίνουν στο λιμάνι με τους τρομοκρατημένους στρατιώτες κάθε φορά που ακούγεται ο φρικιαστικός συριγμός των Γερμανικών αεροσκαφών από τον ουρανό, προκάλει μια αισθητική ενός πολεμικού θρίλερ με πολύ δυναμισμό που παρασύρει το θεατή στον έντονο ρυθμό του.

Ένα ακόμα χαρακτηριστικό που ξεχωρίζει στην ταινία είναι ο απρόσωπος εχθρός. Σε όλη τη διάρκεια οι Γερμανοί είναι μια φονική σκιώδης απειλή, γεγονός που τους κάνει ακόμα πιο αποτελεσματικούς στο να δημιουργήσουν ανασφάλεια και αβεβαιότητα στο θεατή. Σίγουρα το Dunkirk δεν είναι μια κλασική πολεμική ταινία με συνηθισμένες συνταγές και πατριωτικές υπερβολές. Με τον τρόπο που στήθηκε η προσωπική μου άποψη είναι πως πηγαίνει το είδος ένα βήμα παραπέρα.

Καλή προβολή!

Βρείτε την ταινία στο IMDB

23 comment(s)