Moonlight Movie Review 

Πώς να κάνεις προσωπικό σινεμά

Moonlight Movie Review

Όλες οι ταινίες σκηνοθετών με -έστω μια μικρή- καλλιτεχνική φιλοδοξία, είναι ως έναν βαθμό προσωπικές. Ως προς την επιλογή των θεμάτων που θίγουν, ως προς την προσέγγισή τους, την έκφρασή, την αισθητική και πάει λέγοντας. Ωστόσο, λίγοι σκηνοθέτες έκαναν καθαρά και βαθιά προσωπικές ταινίες που όχι μόνο τους εξέφραζαν ιδεολογικά ή δημιουργικά αλλά προέκυπταν σχεδόν απόλυτα από μια εσωτερική ανάγκη που έπρεπε να εξωτερικευτεί για να γαληνέψουν. Οι ταινίες αυτές είναι μια μορφή εξαγνισμού, κάθαρσης για τους δημιουργούς τους. Τέτοιες ταινίες έκανε με απόλυτη επιτυχία ας πούμε, ο Tarkovsky, έχει κάνει και ο Woody Allen, ο Bergman, ο Fellini, ο Scorsese στα ξεκινήματά του.

Μια τέτοια ταινία ένιωσα πως είναι και το Moonlight για τον νεαρό σκηνοθέτη του, Barry Jenkins. Αν όχι στον απόλυτο βαθμό που προανέφερα, σίγουρα πολύ κοντά. Και έχω απόλυτη επίγνωση του πόσο “βαρύς” είναι ένα τέτοιος χαρακτηρισμός.  Διότι, το αμιγώς προσωπικό σινεμά είναι ένα είδος που απαιτεί από τη μία αυθεντικό, ενστικτώδες ταλέντο και από την άλλη επίπονη, απόλυτη ειλικρίνεια από τον δημιουργό του. Πρέπει να “ξεγυμνώσεις” την ψυχή σου χωρίς περιστροφές αλλιώς δεν μπορεί να λειτουργήσει. Πέραν αυτού του τεράστιου θάρρους που απαιτείται, αποτελεί ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα για δύο ακόμα βασικούς λόγους. Αρχικά, δεν είναι καθόλου εύκολο να εξωτερικεύσεις με ευστοχία σε εικόνες μια εσωτερική σου παράσταση.

Έπειτα, αυτό το ερέθισμα-ιδέα-συναίσθημα από προσωπικό (ειδικό δηλαδή) πρέπει να καταφέρεις να το μετατρέψεις σε “γενικό” για να αποκτήσει κάποια αξία για το κοινό. Με απλά λόγια: πρέπει να έχει κάτι να τους πει. Διότι καλή η “εξομολόγηση” αλλά δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ενδιαφέρει και κανέναν άλλον πέρα από τον εαυτό σου, όσο καλές προθέσεις κι αν έχεις. Το Moonlight λοιπόν, θεωρώ πως τα καταφέρνει θεσπέσια και στα δύο. Αντλώντας από προσωπικά του βιώματα, ο Jenkins, μόλις στην δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, πλάθει με φοβερή ευαισθησία το πορτραίτο ενός ανθρώπου που προσπαθεί να βρει πώς να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον που τον καταπιέζει βίαια. Πιο συγκεκριμένα, ένας αφροαμερικανός μεγαλώνει σε μια κακόφημη γειτονιά του Miami προσπαθώντας να βρει τη θέση του μέσα στο σκληρό κοινωνικό περιβάλλον και την “άκαμπτη” κουλτούρα του “δρόμου”.

Ο πατέρας του άφαντος, η μητέρα του κατεστραμμένη από τα ναρκωτικά και ο ίδιος χαμένος μέσα στον λαβύρινθο της ενηλικίωσης και της σεξουαλικής αφύπνισης, χωρίς καμία καθοδήγηση, θα περάσει από την αθωότητα, στο μίσος και από εκεί στην υποκρισία, μέχρι να βρει τον εαυτό του. Χωρισμένη σε τρία μέρη, την παιδική, εφηβική και ενήλικη ζωή του πρωταγωνιστή της, το φιλμ είναι ένα ταξίδι οδυνηρού αυτοπροσδιορισμού και αποδοχής. Κάθε πλάνο φαίνεται βγαλμένο με “πόνο” από τα “σπλάχνα” του Jenkins, σαν να αποφυλακίζεται από μέσα του με σκοπό να αποζητήσει απεγνωσμένα μια λύτρωση. Σαν να ήθελε να τα παρακολουθήσει από μια απόσταση μπας και καταφέρει να τα επεξεργαστεί καλύτερα. Η ιστορία είναι γραμμένη με ρεαλιστικό και “προσγειωμένο” τρόπο και χαρακτηρίζεται από καλοζυγισμένους, φυσικούς διαλόγους, μακριά από “πιεσμένες” ηθικολογίες και διδακτική διάθεση. Είναι μια άμεση, ανθρώπινη ιστορία χωρίς υπερβολές που σε “πείθει” σχεδόν ακαριαία και τη βιώνεις από πολύ κοντά ακόμα και αν δεν έχεις καμία σχέση με την κουλτούρα των μαύρων στην οποία διαδραματίζεται -και δεν θα μπορούσες ποτέ να την καταλάβεις πλήρως-.

Σ’ αυτό το σημείο ακριβώς, φαίνεται η δύναμη του σεναρίου καθώς ο Jenkins δεν παρασύρεται σε “φτηνές” και επιφανειακές “ψυχαναλύσεις” αλλά αναζητεί και βρίσκει αχτίδες ανθρωπιάς στους πιο απρόσμενους χαρακτήρες ανατρέποντας τις μονοδιάστατες στερεοτυπικές φιγούρες της “μαύρης” κοινότητας και δημιουργώντας μια ιστορία πανανθρώπινης ευαισθησίας χωρίς “άγγελους” και “δαίμονες”, όπου η επιφανειακή κρίση αποδεικνύεται σχεδόν πάντα άστοχη. Κάπως έτσι, ένας από τους πιο υποστηρικτικούς και “ζεστούς” χαρακτήρες είναι ένας drug dealer, ενώ, αντίστοιχα, η μητέρα του ήρωα, μια εθισμένη στα ναρκωτικά, αβοήθητη γυναίκα δεν “δαιμονοποιείται” από τον Jenkins αλλά αποτυπώνεται εν τέλει, με μια σπαρακτική ευαισθησία. Δεν είναι καθόλου τυχαίο φυσικά, πως η χαρακτήρας που υποδύεται με φοβερή ισορροπία  η –υποψήφια για Oscar- Naomi Harris, βασίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην δική του μητέρα. Ωστόσο, αυτό που κατά την άποψή μου κάνει το Moonlight κάτι παραπάνω από μια καλογραμμένη ιστορία ενηλικίωσης, είναι η σκηνοθετική της προσέγγιση.

Δεν μου αρέσει να αραδιάζω υπερβολές αλλά θεωρώ πως η σκηνοθεσία του Moonlight θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καλό παράδειγμα για το τι σημαίνει “σκηνοθεσία” σε σχολές κινηματογράφου. Ξεκινώντας από το “προσγειωμένο” σενάριο που θυμίζει κοινωνικό ρεαλισμό, ο Jenkins καταφέρνει να υφάνει πάνω του στρώσεις νοήματος καθαρά μέσω των σκηνοθετικών του επιλογών. Χρησιμοποιώντας πανέξυπνα τα χρώματα, τους φωτισμούς, τις γωνίες λήψεις και ορισμένους πολύ φυσικά στημένους συμβολισμούς, εμβαθύνει για να πει πολύ περισσότερα απ’ ότι θα μπορούσαν ποτέ να πουν οι ίδιες οι λέξεις του σεναρίου. Αποκορύφωμα για εμένα η σκηνή στην θάλασσα η οποία καθορίζει εν ολίγοις ολόκληρη την ταινία. Με τον δικό του τρόπο, ο Jenkins μας δίνει ένα παράθυρο μέσα στην ψυχή του βασανισμένου ήρωά του. Πολλές φορές ταυτίζουμε τη σκηνοθεσία με την επιδέξια καταγραφή της δράσης και ξεχνάμε πως αυτό δεν είναι παρά ένα μικρό κομμάτι της και πως ουσιαστικά, σκηνοθεσία σημαίνει έκφραση μέσω της κινούμενης εικόνας, όχι απλή παρατήρηση.

Το σενάριο είναι απλά μια ραχοκοκαλιά πάνω στην οποία ο σκηνοθέτης θα σμιλεύσει ένα γλυπτό από στιγμές, όπως θα έλεγε και ο Tarkovsky. Φυσικά, τα εύσημα πάνε και στον James Laxton για την υπέροχη δουλειά του στη φωτογραφία. Δυστυχώς, δεν θα μπορούσα να αναλύσω περισσότερο την εκφραστικότητα της σκηνοθεσίας χωρίς να μπω σε spoilers, γι’ αυτό θα στραφώ σε ένα άλλο θέμα που μου έκανε θετική εντύπωση. Και είναι ο πολύ “κανονικός” τρόπος που χειρίζεται το θέμα της ομοφυλοφιλίας. Χωρίς καμία διάθεση να προκαλέσει με φτηνό τρόπο, αποτυπώνει την ομοφυλοφιλική σχέση των χαρακτήρων του με την ίδια ακριβώς φυσικότητα, ευαισθησία και λεπτότητα που θα ταίριαζε σε οποιονδήποτε ανεκπλήρωτο και καταπιεσμένο έρωτα  μεταξύ δυο ανθρώπων.

Δεν σου την “πετάει” στα μούτρα, για σου επιδείξει πόσο “θαρραλέα” είναι. Δεν το κάνει “θέμα”. Αν σκεφτούμε πως ο ίδιος ο Jenkins δεν είναι ομοφυλόφιλος, η φυσικότητα αυτή είναι ακόμα πιο αξιοπρόσεκτη καθώς φανερώνει κατά τη γνώμη μου μια αξιοζήλευτη ωριμότητα στην προσέγγιση ενός αρκετά ευαίσθητου θέματος. Η ταινία γενικότερα κρατιέται μακριά από τα ακραία συναισθήματα του μελοδράματος και δημιουργεί μια εσωτερική ένταση μέσα από μια συγκρατημένη και πνιγηρή ατμόσφαιρα με λιγοστές εξάρσεις (γι’ αυτό λειτουργούν και τόσο καλά) αντικατοπτρίζοντας το εσωτερικό αδιέξοδο του πρωταγωνιστή της. Να τονίσω εδώ πως οι ερμηνείες όλων των βασικών ηθοποιών συνεισφέρουν πολύ στην επιτυχία μέσα από το μετρημένο και ελεγχόμενο παίξιμό τους, δίνοντας πραγματική υπόσταση στους χαρακτήρες τους.

Μια “ξεκούρδιστη” ερμηνεία σε μια τόσο ρεαλιστική ταινία θα μπορούσε να δημιουργήσει καταστροφική “απόσταση” με τον θεατή.  Εν κατακλείδι, το Moonlight κατά την άποψή μου, είναι ένα ρεαλιστικό κινηματογραφικό ποίημα, με γνήσιο συναίσθημα, πολύπλοκους χαρακτήρες και μια βαθιά κατανόηση για όλους τους “τσακισμένους”, καταπιεσμένους, “χαμένους” αυτού του κόσμου. Για όλους αυτούς που η θάλασσα της ζωής φαινόταν πάντα λίγο πιο φουρτουνιασμένη και αφιλόξενη. Ταυτόχρονα, για να μπούμε λίγο και στο κλίμα για τα επερχόμενα Oscars,  έχει ενδιαφέρον, πως εκτός από βασικός ανταγωνιστής  του La La Land στις περισσότερες από τις μεγάλες κατηγορίες των φετινών Oscars, το Moonlight είναι και μια ταινία εκ διαμέτρου αντίθετη από το φανταχτερό δημιούργημα του Chazelle, σχεδόν σε όλους τους τομείς.

Από τη μία έχουμε δηλαδή ένα επιτυχημένο δείγμα κλασικού ρομαντισμού ως ψυχαγωγία απόδρασης και από την άλλη ποιητικό ρεαλισμό, “άβολα” θέματα και μια σαφώς πιο πολύπλοκη συναισθηματική εμπειρία, “αγκυροβολημένη” γερά στην πραγματικότητα. Είναι μια ταιριαστή αντίθεση που, αν μη τι άλλο, καταδεικνύει ένα εύρος που ενδεχομένως θα έπρεπε να έχει κάθε χρόνο η ακαδημία στις υποψηφιότητές της.

Βρείτε την ταινία στο IMDB

24 comment(s)