The Last Campfire Review – Μια αινιγματική ιστορία απώλειας και ελπίδας

Θα καταφέρεις να βρεις τον δρόμο σου;

Το βρετανικό στούντιο Hello Games το γνωρίσαμε κυρίως μέσα από το exploration survival παιχνίδι, No Man's Sky. Παρά τα αρχικά του στραβοπατήματα, ο τίτλος κατάφερε ύστερα από αρκετά updates και βελτιώσεις να εισέλθει στις καρδιές των gamers, εκπληρώνοντας με επιτυχία το στόχο των δημιουργών του. Ποιος είναι αυτός; Να μας γυρίσει στην παιδική ηλικία και να μας κάνει να βιώσουμε ξανά όνειρα και συναισθήματα μιας εποχής, που τα πράγματα ήταν μεν τρομακτικά, αλλά μπορούσες μέσα από το πρίσμα της αθωότητας, να τα δεις με μια δόση θαύματος. Όπως είπε ένας εκ των τριών δημιουργών του, το πρώτο παιχνίδι του στούντιο, Joe Danger, ήθελε να σε κάνει να νιώσεις κασκαντέρ, το No Man's Sky να δεις πως είναι όταν πατάς για πρώτη φορά το πόδι σου σε έναν ξένο πλανήτη και το νέο τους πόνημα The Last Campfire, να αναδημιουργήσει το συναίσθημα των παιδικών του χρόνων στο δάσος.

Σίγουρα είναι πολύ μικρότερου μεγέθους απ’ ότι η προηγούμενη δουλειά τους, όμως αυτό κάθε άλλο παρά κακό είναι, γιατί το παιχνίδι παρά το μέγεθός του, καταφέρνει και αποτυπώνει εκείνη τη μαγεία με την οποία συνήθως αντιμετωπίζαμε τον κόσμο γύρω μας. Αυτό δηλαδή που ένιωθες όταν ανακάλυπτες πράγματα και νέα συναισθήματα για τον εαυτό σου και τους άλλους, δίνοντας απλές λύσεις σε προβλήματα που οι ενήλικες έκαναν σύνθετες. Είναι εκείνη η μαγεία, η οποία στα χρόνια της ενηλικίωσης με τον έναν ή τον άλλον τρόπο κάποιοι από εμάς χάσαμε. Θυμάσαι καθόλου πως ήταν; Πόσο απλά γινόντουσαν τα πράγματα σε μια ιστορία, όταν κάποιος σου διάβαζε ένα παραμύθι; Αυτό ακριβώς το συναίσθημα, είναι που θέλει να σου ξυπνήσει ξανά το The Last Campfire. Το κατά πόσο μικρό ή μεγάλο μπορεί να θεωρηθεί ένα τέτοιο θεματικό αντικείμενο ή το τι διαφορετικό μπορεί να σημαίνει αυτό το «Campfire», είναι κάτι που στο μελαγχολικό αυτό ταξίδι θα πρέπει το ανακαλύψεις μόνος.

Το παιχνίδι τοποθετεί τον παίκτη στον ρόλο του Ember, ενός μικρού πλάσματος που ξυπνά σε ένα μυστήριο δάσος, μέσα στο οποίο πρέπει να βρει τον δρόμο για να επιστρέψει σπίτι του. Στη πορεία του ωστόσο, θα βρει κι άλλα παρόμοια σαν τον ίδιο πλάσματα (forlorns όπως τα αναφέρει). Για να βοηθήσει τα πνεύματά τους να βρουν γαλήνη και να συνεχίσουν τον δρόμο τους, καλείται να λύσει περιβαλλοντικά puzzles. Αυτό βέβαια, όσον αφορά το βάθος της ιστορίας, είναι μόνο η επιφάνεια. Το The Last Campfire είναι ένα αινιγματικό παιχνίδι με επιτηδευμένα μυστήριο ύφος. Σίγουρα τείνει σε πιο «πνευματικά» μονοπάτια, αφού το «σπίτι» που θέλει να επιστρέψει ο Ember, ουσιαστικά όπως απ’ την αρχή μας εξηγεί μέσα στο παιχνίδι μια αέρινη φιγούρα που φυλά τις πύλες που ενώνουν τα επίπεδα αυτού του κόσμου, είναι ο τελικός προορισμός.

To τι μπορεί να σημαίνει αυτό κανείς δεν ξέρει. Όπως και στην αληθινή ζωή, άλλοι είναι συμφιλιωμένοι με αυτή την ιδέα, άλλοι φοβούνται και άλλοι θα βρουν τρόπους να αγγιστρωθούν σε οτιδήποτε, ζώντας μέσα στην απόλυτη άρνηση, ακόμα κι αν αυτή είναι απλά ένα ψέμα που τους κάνει δυστυχισμένους. Μπορείς στ’ αλήθεια, ακόμα κι αν πρόκειται για αγαπημένο σου πρόσωπο, να το σώσεις, αν το ίδιο δεν θέλει ή δεν αναγνωρίζει ότι χρειάζεται βοήθεια; Προφανώς όχι. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Ember θα συναντήσει άλλα forlorns που κάποια θα είναι πρόθημα να δεχτούν βοήθεια, ενώ κάποια άλλα δε θα τον αφήσουν καν να προσπαθήσει.

Τα πολύχρωμα γραφικά του μπορεί να υποδηλώνουν κάτι χαρούμενο, όμως το παιχνίδι αφορά ουσιαστικά μια συναισθηματική ιστορία που βασίζεται πρωτίστως στην απώλεια, τη θλίψη και στην απόγνωση, πριν σε αφήσει να ανακαλύψεις και να μεταδώσεις το πολυπόθητο μήνυμα ελπίδας και συνεργασίας. Δεν θα έλεγα ότι είναι ψυχοπλακωτικό σε καμιά περίπτωση. Σαφώς υπάρχει μήνυμα ελπίδας, αισιοδοξίας και θριάμβου απέναντι στις αντιξοότητες, όμως επικεντρώνεται σε μικρότερη κλίμακα πάνω σε αυτές τις αρετές. Κυρίως, έχει να κάνει από ποια σκοπιά θα δεις την ιστορία του.

Από εκείνη του ενήλικα ή μέσα από τα αθώα μάτια ενός παιδιού; Το καλό είναι ότι το παιχνίδι σε κατευθύνει προς το δεύτερο κι αυτό εκτός των εικονικών παραμυθένιων χαρακτήρων, όπως τον πελώριο βάτραχο που μπορεί να σε καταπιεί ολόκληρο, τον καλόκαρδο γεροντάκο ψαρά, τα βρωμερά γουρούνια που τρώνε μέχρι σκασμού, τον κατεργάρη βασιλιά των πουλιών, το καλοκάγαθο ρομπότ που έχει χάσει το μάτι του ή το τρομακτικό μεταλλικό φίδι που παραμονεύει στα ερείπια, έχει να κάνει και με την ίδια την αφήγηση, η οποία σου δίνει την αίσθηση ενός interactive παραμυθιού. Ουσιαστικά, δηλαδή, δεν υπάρχει διάλογος, τα πάντα περιγράφονται σε τρίτο πρόσωπο, όπως όταν κάποιος διαβάζει μια ιστορία. Κι’ αυτό, προσθέτει τα μέγιστα σε αυτό που οι δημιουργοί θέλουν να μεταδώσουν στον παίκτη, κάνοντάς τον να επενδύσει στην ιστορία και να δει την κλιμάκωση της πεντάωρης περίπου περιπέτειας του μικρού Ember.

Ως προς το gameplay, έχουμε ουσιαστικά να κάνουμε με ένα γραμμικό κατά βάση παιχνίδι με ψήγματα εξερεύνησης και αρκετά puzzles. Ο τίτλος αποτελείται από διάφορους κόσμους με ένα κεντρικό campfire ο καθένας, το οποίο έχει τον ρόλο του hub. Εκεί, κάθε ψυχή που ελευθερώνουμε προστίθεται γύρω από τη φωτιά. Φτάνοντας τον αριθμό που απαιτείται, τότε το πνεύμα-φύλακας ανοίγει την πύλη για να εισέλθουμε στην επόμενη περιοχή. Ωστόσο, σε κάθε κόσμο εκτός των χαμένων ψυχών που πρέπει να εντοπίσουμε, υπάρχουν και μερικές ακόμα προαιρετικές αποστολές, που στόχο έχουν να δούμε το «καλό» τέλος, μαζεύοντας παράλληλα τα κρυμμένα collectables που έρχονται υπό την μορφή ημερολογίων που έχουν αφήσει πίσω τους τα forlorns. Κάθε φορά που επιδιώκουμε να σώσουμε ένα, καλούμαστε να λύσουμε διάφορα puzzles, τα οποία όσο προχωρά το παιχνίδι δυσκολεύουν. Δε μπορώ να πω ότι είναι ιδιαίτερα δύσκολα, όμως κάποια μου πήραν αρκετό χρόνο μέχρι να εντοπίσω την λογική τους.

Μιας και προσωπικά δεν έχω και ιδιαίτερη υπομονή, το γεγονός ότι δε με εκνεύρισαν και ούτε το χειριστήριο βρέθηκε σε κάποιον τοίχο μέχρι να τελειώσω το παιχνίδι, είναι θετικά σημάδια. Οπότε, κάποιος πιο «νορμάλ» που του αρέσει αυτού του είδους η πρόκληση, σίγουρα θα περάσει καλά και θα διασκεδάσει με τα puzzles του. Όπως είπα και πριν, η εξερεύνηση δεν παίζει τόσο σημαντικό ρόλο, ούτε σε ανταμείβει πέρα απ’ τα collectables με κάποιο τρόπο, όπως για παράδειγμα να σου επιτρέπει αναβαθμίσεις. Κάποιοι NPCs, ωστόσο, σε εφοδιάζουν με key-items, τα οποία είναι απαραίτητα για την πρόοδο ή για την επίλυση γρίφων, όπως για παράδειγμα ένα πνευστό μουσικό όργανο που έρχεται στη κατοχή σου περίπου στα μέσα του παιχνιδιού και σου επιτρέπει να μετακινήσεις συγκεκριμένα αντικείμενα και πλατφόρμες. Οι γρίφοι έχουν το ενδιαφέρον τους και προσφέρουν με έξυπνους και ποικίλους τρόπους πρόκληση, αφού εναλλάσσονται, βάζοντας το μυαλό διαρκώς να δουλεύει.

Από την άλλη βέβαια, αν κάποιος δεν το έχει με τα puzzles ή δεν του αρέσουν αυτού του είδους τα παιχνίδια, τα υπόλοιπα κομμάτια του The Last Campfire, όπως η ιστορία του, πιστεύω πως δεν έχουν τη δύναμη που χρειάζεται για να τον κρατήσουν. Τουλάχιστον όχι για τον gamer που θέλει το παιχνίδι που παίζει να είναι πρωτίστως «παιχνίδι» και όχι απλά μια καλογραμμένη interactive ιστορία. Ωστόσο, δίνεται η επιλογή με το «Exploration Mode» να απενεργοποιηθούν εντελώς τα puzzles, αν και δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο θα ευχαριστηθεί κάποιος ένας puzzle κατά βάση game χωρίς puzzles και χωρίς εναλλακτικά ισχυρό κίνητρο εξερεύνησης. Επίσης, η έλλειψη περιττού backtracking έκανε την όποια εξερεύνηση των επιπέδων για τα collectables μια ευχάριστη διαδικασία, η οποία θα ανταμείψει τους trophy hunters με μια εύκολη σχετικά πλατίνα, ακόμα και από το πρώτο walkthrough.

Τα γραφικά του παιχνιδιού χρησιμοποιούν μια πολύχρωμη παλέτα με υπέροχα καρτουνίστικα σχέδια που αποτυπώνουν άψογα την απαιτούμενη indie αισθητική, αλλά παράλληλα και το μελαγχολικό ύφος που θέλει η Hello Games να αποδώσει. Σε αυτό βοηθά επίσης και η μουσική του, που μπορεί να μην είναι αξιομνημόνευτη, αλλά τουλάχιστον είναι ταιριαστή και συνοδεύει τα τεκταινόμενα με όμορφο τρόπο. Κάτι που σίγουρα, όμως, προσθέτει πόντους στο παιχνίδι, είναι η ελαφρά σκανδιναβική προφορά στην φωνή που κάνει την αφήγηση, δίνοντας έτσι έναν ακόμα πιο παραμυθένιο τόνο στο παιχνίδι. Τεχνικά συνάντησα κάποια bugs και glitches, όπως το να περνά ο χαρακτήρας μου μέσα από σκάλες, να κολλά σε κάποια αντικείμενα ή πριν ενεργοποιηθεί κάποιος γρίφος, όμως δεν μπορώ να πω εκτός από μια φορά που αναγκάστηκα να ξαναφορτώσω το παιχνίδι, πως με ενόχλησαν ιδιαίτερα. 

Συνοψίζοντας : Το The Last Campfire είναι ένα γραμμικό puzzle game με ψήγματα εξερεύνησης που θα εκτιμήσουν περισσότερο εκείνοι που αποζητούν αυτού του είδους την πρόκληση. Παράλληλα, όμως, είναι κι ένα αινιγματικό παιχνίδι με επιτηδευμένα μυστήριο ύφος που τείνει σε πιο «πνευματικά» μονοπάτια. Είναι ένα μελαγχολικό ταξίδι που διαθέτει μια συναισθηματική ιστορία, η οποία βασίζεται πρωτίστως στην απώλεια, τη θλίψη και στην απόγνωση, πριν σε αφήσει να ανακαλύψεις και να μεταδώσεις το πολυπόθητο μήνυμα ελπίδας στις υπόλοιπες, σαν κι εσένα, χαμένες ψυχές. Η εξαιρετική του αφήγηση που γίνεται σε τρίτο πρόσωπο, σαν κάποιος να σου διαβάζει μια ιστορία, καθώς και οι εικονικοί του χαρακτήρες που μοιάζουν σα να είναι βγαλμένοι από κάποιο ξεχασμένο παραμύθι, αποτυπώνουν θαυμάσια το ύφος και το συναίσθημα που θέλουν να περάσουν οι δημιουργοί του. Το τι διαφορετικό όμως μπορεί να σημαίνει στο τέλος αυτό το «Campfire» για μένα, για σένα ή τον άλλον δίπλα σου, είναι η πραγματική μαγεία του παιχνιδιού. Το The Last Campfire είναι σαν το απρόσμενο παιδικό άγγιγμα στο χέρι σου, ενώ έχεις χάσει το φως της ελπίδας. Ξέρεις ότι δεν είναι κάτι μεγάλο ή σπουδαίο, όμως είναι το μόνο που μπορεί να σου δώσει δύναμη, να σε κατευθύνει ξανά στο φως και ίσως, κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα, να γαληνέψει για ακόμα μια φορά την ψυχή σου.
Box Art
Tested on : PS4
Developer : Hello Games
Publisher : Hello Games
Available for : PS4, Xbox One, Switch, PC, Apple Arcade
Release date : 27-08-2020

1 comment(s)