Resident Evil: Resistance Review – Τέσσερις λαλούν κι ένας χορεύει

Δοκιμάζοντας τις αντοχές σας

Φαντάζομαι οι περισσότεροι από μας είχαμε πάθει η αλήθεια είναι ένα μικρό σοκ όταν πρωτοεμφανίστηκε το 4v1 ασύμμετρο multiplayer κατασκεύασμα της Capcom, Resident Evil Resistance, ενώ στη θέση του περιμέναμε το επόμενο μεγάλο βήμα της σειράς. Ευτυχώς τελικά δε χρειάζεται να πληρώσετε γι’ αυτό, αφού περιλαμβάνεται δωρεάν μαζί με το Resident Evil 3. Δεν πιστεύω, βέβαια, μεταξύ μας ότι ένας σκληροπυρηνικός fan της σειράς θα πλήρωνε ποτέ για δει το όνομα του αγαπημένου του franchise πάνω σε ένα τέτοιου είδους παιχνίδι, αλλά λέμε. Θα μου πεις σου χαρίζουν γάιδαρο και τον κοιτάς στα δόντια; Όχι. Από την άλλη όμως για να λέμε και του στραβού το δίκιο, δεν το ζήτησε και κανένας από εμάς! Το Resistance συνεπώς δεν απευθύνεται σε κανέναν βετεράνο των Resident Evil. Ακόμα όμως και το κοινό το οποίο αρέσκεται να παίζει τέτοιου είδους παιχνίδια, δε ξέρω κατά πόσο θα εκτιμήσει τις pay-to-win πρακτικές του και τα loot boxes. Τέλος πάντων, ας δούμε, λοιπόν, τι έχει να μας προσφέρει το συγκεκριμένο.

Στο Resident Evil Resistance τέσσερις Survivors χρησιμοποιούνται ως πειραματόζωα σε μυστικές εγκαταστάσεις της Umbrella, οι οποίοι μολύνονται σκόπιμα με τον T-Virus. Στόχος τους είναι να φέρουν εις πέρας κάποιες αποστολές και να παλέψουν με melee ή κανονικά όπλα, προκειμένου να δραπετεύσουν από τις εν λόγω εγκαταστάσεις, ενώ ο χρόνος και το περιβάλλον φυσικά είναι εναντίων τους. Στο μεταξύ ο «κακός» της υπόθεσης, ο Mastermind, παρακολουθεί μέσω των καμερών ασφαλείας τις κινήσεις τους, προσπαθώντας να τους εμποδίσει από το στόχο τους, βάζοντας παγίδες και πλάσματα στο δρόμο τους. Για να στεφθεί με επιτυχία το πείραμα, θα πρέπει ή να τους σκοτώσει ή να εξαντλήσει τον διαθέσιμο χρόνο τους αφήνοντας τον ιό να κάνει γι’ αυτόν τη «δουλειά». Μη φανταστείς ότι θα δεις cut-scenes ή καμία ιστορία να διαδραματίζεται, γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο. Ο στόχος είναι ή να δραπετεύσεις ως Survivor ή να αποτρέψεις την απόδραση αυτών ως Mastermind και τέλος.

Στο κυρίως μενού συναντάμε το Quick match που μας βάζει σε ένα τυχαίο παιχνίδι είτε ως Survivor είτε ως Mastermind ή μας δίνεται η επιλογή να επιλέξουμε με ποιον από τους δυο θέλουμε να παίξουμε. Προς το παρόν όσες φορές επέλεξα να παίξω ως Mastermind τα κατάφερα. Δεν γνωρίζω βέβαια αν αυτό θα αλλάξει αργότερα που το παιχνίδι θα γίνει διαθέσιμο σε περισσότερο κόσμο. Επίσης, δίνεται η δυνατότητα να δημιουργήσουμε το δικό μας lobby και να παίξουμε στο Team Play με τους δικούς μας όρους και φίλους. Ωστόσο, τα trophies και οι missions δεν μπορούν να ολοκληρωθούν στο εν λόγω mode κι επίσης η εισροή RP (Result Points) – το in-game νόμισμα δηλαδή- είναι αρκετά μειωμένη. Επιπλέον, υπάρχει και το Practice mode όπου μπορείτε να δοκιμάσετε και τις δυο πλευρές πριν ριχτείτε στη μάχη.

Όπως συμβαίνει και σε παρόμοια παιχνίδια (βλ. Friday the 13th) τέσσερις παίκτες αναλαμβάνουν τον ρόλο των Survivors και ένας του Mastermind «κακού». Απ’ την πλευρά των Survivors έχουμε έξι διαθέσιμους χαρακτήρες, τους Valerie (Support, Healing), January (Damage, Hacking), Tyrone (Tank, Brawler), Samuel (Damage, Brawler), Martin (Support, Traps) και Becca (Damage, Firearms), ενώ όπως έχουμε ήδη μάθει στη παρέα αυτή θα προστεθεί μελλοντικά και η Jill Valentine. Ο κάθε χαρακτήρας έχει τα δικά του active skills και abilities, όπως για παράδειγμα το hack των καμερών, τον εντοπισμό απαραίτητων αντικειμένων για τις αποστολές, την κατασκευή παγίδων κ.ο.κ. Αρχικά υπάρχουν για τον καθένα τέσσερα active skills με περισσότερες προτάσεις να ξεκλειδώνουν καθώς ανεβάζουμε το rank τους.

Ο χρόνος παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στο παιχνίδι και συνήθως είναι αμείλικτος, καθώς συνεχίζει να κυλάει ακόμα κι όταν οι παίκτες είναι σε κάποιο από τα διάσπαρτα διαθέσιμα μπαούλα, κάνοντας τις αγορές τους όπως σφαίρες, όπλα, συμπληρώματα υγείας κλπ. Πρακτικά αυτό σημαίνει πως πρέπει να κινηθούν αστραπιαία και να ξέρουν τι ακριβώς θέλουν. Κάποιοι από τους χαρακτήρες ξεκινούν με melee όπλα και κάποιοι με πιστόλια. Ωστόσο, για να καταφέρει κάποιος να περάσει και στις τρεις περιοχές του χάρτη μέχρι να δραπετεύσει, θα χρειαστεί να συνδυάσει και τα δυο είδη επιθέσεων.

Κάθε φορά που προκαλούμε ζημιά σε ένα αντικείμενο ή εξοπλισμό που είναι μέρος τους πειράματος ή πυροβολούμε και σκοτώνουμε ένα ζόμπι, ή απλά ολοκληρώσουμε μια αποστολή, προστίθενται κάποια δευτερόλεπτα στον χρόνο αυτό. Αντίστροφα, αν δεχτούμε ζημιά ή πεθάνει ένας χαρακτήρας της ομάδας, τότε αφαιρούνται δευτερόλεπτα από τον χρόνο. Όπως σε κάθε άλλο ομαδικό παιχνίδι, απαιτείται καλή επικοινωνία και συνεργασία για να τα φέρουμε εις πέρας, όπως επίσης και σωστή διαχείριση των πόρων, έχοντας υπόψη το διαθέσιμο χώρο στο inventory, ώστε να έχουμε τη δυνατότητα να κουβαλούμε αντικείμενα ή κλειδιά προκειμένου να συνεχίσουμε στην επόμενη περιοχή του χάρτη. Για καλή μας τύχη οι σφαίρες είναι κοινές για όλα τα όπλα, οπότε δεν χρειάζεται να προσθέσουμε κι άλλο μπελά στο κεφάλι μας. Ακόμα κι έτσι όμως το παιχνίδι τις περισσότερες φορές κλείνει υπέρ του Mastermind, ειδικά αν αυτός είναι μεγαλύτερο level από τους Survivors.

Το gameplay είναι παρόμοιο με αυτό του Resident Evil 3, ωστόσο ο dodge μηχανισμός δεν υφίσταται, γεγονός που είναι λίγο εκνευριστικό αν λάβουμε υπόψη τον fast paced και arcade χαρακτήρα του παιχνιδιού. Και οι melee επιθέσεις βέβαια δεν είναι ότι καλύτερο. Κάθε φορά που προσπαθούσα να χτυπήσω κάποιον εχθρό ήταν σαν να έπαιζα στοίχημα. Θα τον χτυπήσω τώρα ή όχι; Τις περισσότερες φορές χτυπούσα απλά τον αέρα καθώς ο εχθρός είχε ήδη κινηθεί εκτός εμβέλειας με ολέθρια συνεπώς αποτελέσματα. Ως προς την στόχευση σαφώς είναι καλύτερα τα πράγματα με τα κανονικά όπλα.

Όχι όμως και ως προς την αίσθηση ή την αποτελεσματικότητα. Τις περισσότερες φορές ακόμα και με το grenade launcher που κρατούσα νόμιζα ότι έριχνα με νεροπίστολο. Ειδικά δε στα αρχικά κιόλας επίπεδα, τα απλά πιστόλια μου έδωσαν την εντύπωση ότι μέχρι και με πέτρες να βαρούσα τους εχθρούς, περισσότερη ζημιά θα έκανα. Εκνευριστικό επίσης είναι το γεγονός ότι ο μόνος τρόπος για να ξεφορτωθείς αντικείμενα που δεν χρειάζεσαι είναι να τα κάνεις drop, αφού αυτό σημαίνει χαμένος χρόνος μέχρι να ανοίξεις το inventory σου.

Αν κάποιος άλλος παίκτης της ομάδας βέβαια επιθυμεί, μπορεί να πάρει από κάτω ότι χρειάζεται. Από την άλλη όμως όταν στη κυριολεξία κάθε δευτερόλεπτο μετράει και πρέπει να πάρεις ένα για παράδειγμα κλειδί και διαπιστώνεις ότι δεν έχεις χώρο, ενώ τα ζόμπι κάνουν γύρω σου βόλτες, ε όπως και να το κάνουμε σου κάνει λίγο τα νεύρα «κρόσσια». Για να μην πω, ότι όλοι μα όλοι (κι εγώ βέβαια) αφήναμε ότι δεν χρειαζόμασταν γύρω από τα κιβώτια προμηθειών, με αποτέλεσμα εκεί που πας να το ανοίξεις, να παίρνεις κατά λάθος ότι πέταξαν οι υπόλοιποι. Το γεγονός αυτό με εκνεύρισε όσο τίποτα στο παιχνίδι και οδήγησε ουκ ολίγες φορές τον χαρακτήρα μου στο θάνατο. Σαφώς και σε αυτή την περίπτωση δεν φταίνε οι παίκτες, αλλά η κακή επιλογή του στούντιο.

Απ’ την πλευρά των Masterminds τώρα, το καλό της υπόθεσης είναι ότι δεν χρειάζεται να συνεργαστείτε με κανέναν. Ο μόνος σας στόχος είναι να σκοτώσετε τους επιζώντες ή να εξαντλήσετε τον χρόνο τους. Αν καταφέρετε και τους χωρίσετε κιόλας κλειδώνοντας πόρτες ή αν κολλήσουν στις παγίδες σας, τότε τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο εύκολα για εσάς. Η αλήθεια είναι ότι το διασκέδασα περισσότερο παίζοντας ως Mastermind. Στη διάθεσή μας έχουμε τους Annette Birkin, Daniel Fabron, Alex Wesker και Ozwell E. Spencer. Σε αντίθεση με τους επιζώντες, εδώ δεν έχουμε πρόσβαση σε όλους εξ αρχής. Ξεκινάμε με την Annette κι όταν φτάσουμε στο level 5, τότε ξεκλειδώνει ο επόμενος (Daniel). Ομοίως, μόλις φτάσουμε στο level 5 με αυτόν ξεκλειδώνει ο επόμενος κ.ο.κ.

Ως Mastermind ελέγχουμε τα πάντα μέσω των καμερών που υπάρχουν σε κάθε ένα απ’ τα δωμάτια, επιλέγοντας τα πλάσματα που θα ξεφυτρώσουν σαν μαγικά μανιτάρια σε οποιοδήποτε σημείο του χώρου επιθυμούμε, μέσω ενός σετ καρτών που έχουμε στα χέρια μας και οι οποίες αλλάζουν τυχαία. Εκτός βέβαια από zombies, super zombies, armor zombies, καμικάζι zombies, σκυλιά, επιθετικά φυτά, lickers κλπ στη διάθεσή μας έχουμε παγίδες και συσκευές όπως βελάκια που κάνουν buff τα πλάσματά μας ώστε να γίνουν πιο ισχυρά ή μετατρέπουν μια κάμερα σε machine gun. Επιπλέον, υπάρχουν και οι ultimate επιθέσεις με τις οποίες μπορούμε να εξαπολύσουμε special κακούς, όπως τον Mr.X ή τον G-Birkin.

Για κάθε τι επίσης που βγάζουμε στο χάρτη μας δίνεται η δυνατότητα ή να το αφήσουμε μόνο του να κάνει τη δουλειά ή να πάρουμε τον έλεγχό του και να κινηθούμε για παράδειγμα ως ζόμπι εναντίων τους ή να σκάσουμε επί τόπου μια νάρκη στο έδαφος. Επιπλέον, έχουμε το πλεονέκτημα να επιλέξουμε τον χάρτη στον οποίο θα παίξουν οι επιζώντες, καθώς επίσης και τις τοποθεσίες των objective items ή των safe rooms μέσω των διαθέσιμων presets. Στη διάθεσή μας έχουμε διάφορες παραλλαγές των τριών active skills που μπορούμε να έχουμε πάνω μας και δυο κύριους εχθρούς που θα εξαπολύσουμε εναντίων τους.

Ωστόσο, δεν μπορείτε να κάνετε spawn οτιδήποτε και οποτεδήποτε θέλετε. Οι κάμερες είναι τα μάτια σας. Αν κάποιος επιζών πυροβολήσει ή χακάρει μια, τότε δεν μπορείτε να ελέγξετε τον συγκεκριμένο χώρο. Ο Mastermind έχει και μια energy bar, η οποία ανάλογα με την ενέργεια που θα προβεί, εξαντλείται. Αν συμβεί αυτό θα πρέπει να περιμένει κάποιο χρονικό διάστημα ή να σώσει την ενέργειά του για ειδικές περιπτώσεις. Υπάρχουν διάφορα σετ καρτών τα οποία ξεκλειδώνουν σταδιακά, δίνοντας την επιλογή στον παίκτη μετά το level 5 να παραμετροποιήσει και να φτιάξει το δικό του σετ. 

Προς το παρόν έχουμε τέσσερις διαθέσιμους χάρτες, συμπεριλαμβανομένων των Abandoned Park, Downtown, Research Facility και Casino. Στους χάρτες θα βρείτε αρκετές διαφυγές, αλλά και αρκετές αδιέξοδους, safe rooms όπου μπορείτε να μπείτε και να κάνετε τις αγορές σας και φυσικά objective points που κάθε φορά ανάλογα με τις επιλογές του Mastermind αλλάζουν. Αυτό ωστόσο που δεν αλλάζει είναι η διάταξή τους και οι στόχοι. Με το που παίξει κάποιος μερικές φορές τον ίδιο χάρτη αρχίζει να απομνημονεύει η αλήθεια είναι τα σημεία ενδιαφέροντος και τις αποστολές, αφού ουσιαστικά κάνει συνεχώς τα ίδια πράγματα με την ίδια ακριβώς λούπα. Στο πρώτο επίπεδο δηλαδή πρέπει να βρούμε τρία κλειδιά για να ξεκλειδώσουμε μια πόρτα, στο δεύτερο πρέπει να βρούμε μια security key card που κουβαλά ένα συγκεκριμένο ζόμπι ώστε να ενεργοποιήσουμε τρία τερματικά και στο τρίτο επίπεδο πρέπει να εντοπίσουμε και να καταστρέψουμε μερικά experiment pods.

Στο παιχνίδι την εμφάνισή τους κάνουν τα «λατρεμένα» loot boxes, τα οποία έχουν τυχαίο περιεχόμενο και όχι, δεν αφορούν όλα cosmetic αντικείμενα. Μπορεί να μη σε αφήνει να τα αγοράσεις με πραγματικά χρήματα, όμως σε αφήνει να ξοδέψεις αληθινά χρήματα αγοράζοντας RP Boosters τα οποία όπως λέει και το όνομά τους αυξάνουν την εισροή των Result Points (RP), το in-game δηλαδή νόμισμα με το οποίο αγοράζεις τα loot boxes. RP σαφώς κερδίζεις μετά από κάθε match ή ολοκληρώνοντας ημερήσια ή εβδομαδιαία events που απαιτούν συγκεκριμένες ενέργειες, να σκοτώσεις για παράδειγμα με ειδικό τρόπο εχθρούς ή κάποιον αριθμό special εχθρών κ.ο.κ. Συνεπώς κάποιος που θα ξοδέψει αληθινά χρήματα για να αγοράσει RP Boosters, όπως αντιλαμβάνεστε έχει μεγάλο πλεονέκτημα απέναντι σε κάποιον που θα πάει «με τον σταυρό στο χέρι».

Η εμπειρία μου με το Resident Evil Resistance ήταν εν ολίγοις άκρως αδιάφορη. Αρχικά μπορεί να βρήκα ένα κάποιο ενδιαφέρον, αφού με διασκέδασε με έναν περίεργο τρόπο τις πρώτες ώρες (ειδικά παίζοντας ως Mastermind), όμως μετά από μερικά matches με έκανε να βαρεθώ οικτρά και να εκνευριστώ ουκ ολίγες φορές. Το χειρότερό μου ήταν ως Survivor που ξαφνικά έβλεπα να ξεφυτρώνουν εχθροί μπροστά μου ή να τους κάνει spawn ο Mastermind κάτω στην κυριολεξία από τα πόδια μας ενώ περιμέναμε στην έξοδο κίνδυνου για να περάσουμε στο επόμενο επίπεδο. Έτσι και ήσουν χαμηλότερο επίπεδο από αυτό του Mastermind (πολλές φορές ακόμα και ίδιο), δεν υπήρχε περίπτωση να επιβιώσεις, ακόμα κι αν είχες κάνει τάμα. Σε συνδυασμό οι επαναλαμβανόμενες αποστολές και χάρτες, ο άτσαλος χειρισμός, η ρηχή αίσθηση των όπλων και οι pay-to-win τακτικές, μπορώ να πω με σιγουριά πως σφράγισαν την εμπειρία μου ως μια από τις χειρότερες, πιο εκνευριστικές και πιο αδιάφορες multiplayer εμπειρίες που έχω παίξει ποτέ.

Τα γραφικά και ο ήχος κινούνται στα ίδια σχεδόν ικανοποιητικά μονοπάτια, χωρίς φυσικά να φτάνουν την ποιότητα του κυρίως παιχνιδιού. Τεχνικά παρατήρησα σε σημεία που υπήρχε συνωστισμός και έντονη δράση αρκετή πτώση στα καρέ, η οποία έκανε τους εχθρούς να πηγαίνουν λες και ήταν σε slow motion. Στα lobbies το ευτυχές είναι ότι δεν περίμενα πολύ μέχρι να βρεθούν παίκτες.

Συνοψίζοντας : Αν κάτι είναι σίγουρο για το Resident Evil: Resistance, είναι ότι δεν απευθύνεται στους βετεράνους της σειράς. Είναι ένα ακόμα ασύμμετρο 4v1 multilayer που απλά εκμεταλλεύεται το βαρύ όνομα που κουβαλά, γεμάτο με επαναλαμβανόμενες αποστολές και χάρτες, άτσαλο χειρισμό, ρηχή αίσθηση των όπλων και pay-to-win τακτικές που δεν νομίζω να εκτιμήσει κανένας. Ούτε καν κάποιος που του αρέσει να παίζει τέτοιου είδους παιχνίδια. Από την άλλη βέβαια δίνεται -γιατί άραγε;- δωρεάν μαζί με το Resident Evil 3. Οπότε αφού έτσι κι αλλιώς μας έκατσε στο σβέρκο, αν θέλετε κι έχετε την περιέργεια, δεν είναι κακό να του ρίξετε μια ματιά. Το πολύ-πολύ αργότερα να προσποιηθείτε μαζί με τους υπόλοιπους φίλους της σειράς ότι δεν υπήρξε ποτέ.
Box Art
Tested on : PS4
Developer : Capcom
Publisher : Capcom
Distributor : CD Media S.A.
Available for : PS4, Xbox One, PC
Release date : 03-04-2020

9 comment(s)