Deadly Premonition 2: A Blessing in Disguise Review - Αμάν ρε SWERY!

Ανταπεξέρχεται το sequel στο βαρύ όνομα του cult classic τίτλου;

Το μόνο σίγουρο για το sequel του Deadly Premonition είναι πως ούτε ο ίδιος ο δημιουργός του το περίμενε να συμβεί. Βλέπετε, για όσους δε γνωρίζουν, το πρώτο Deadly Premonition εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, δεν κατείχε τα συστατικά της συνταγής της επιτυχίας, κάθε άλλο. Ένα open world survival horror τόσο κακοφτιαγμένο και ατσούμπαλο που ακόμα και την εποχή των 360/PS3 που κυκλοφόρησε έφερνε περισσότερο σε τεχνικά υποδεέστερο τίτλο της γενιάς του PS2. H εξαρχής (για ευνόητους λόγους) budget τιμή του, όμως, το βοήθησε να προσεγγίσει αρκετό κόσμο, κάποιοι εκ των οποίων (του γράφοντος συμπεριλαμβανομένου) ανακάλυψαν ένα, όσο αστείο και να ακούγεται, αριστούργημα. Το Deadly Premonition ήταν πάνω από όλα μία ωδή του δημιουργού του Hidetaka Suehiro στο τηλεοπτικό Twin Peaks που ιδεατά (θα) ήθελε να “παίζει” σαν ένα sandbox κράμα των Silent Hill και Resident Evil 4, με στοιχεία GTA.

Και αν και 'gameplayακα' τα πράγματα ήταν στη καλύτερη ανεκτά, ο SWERY έντυσε το δικό του ψηφιακό Twin Peaks ονόματι Greendale, με πηχτή μαύρη ατμόσφαιρα και το γέμισε με ένα cast χαρακτήρων καταπιεσμένων και συγχρόνως κραυγαλέων, με αποκορύφωμα τον πρωταγωνιστή Francis York Morgan, ο οποίος πατούσε αναμενόμενα στα βήματα του Agent Cooper, στον οποίο βασίστηκε. Ναι, το πρώτο (πια) Deadly Premonition παραμένει ο πιο 'μπουνταλάδικος' τίτλος που αξίζει να ασχοληθεί κανείς, αλλά παραμένει επίσης και μία άκρως γοητευτική και ολοκληρωμένη εμπειρία, γεμάτη μυστήριο, χιούμορ, τρόμο και φρίκη.

Δέκα χρόνια μετά και αφού έχουν προηγηθεί ο σχηματισμός ενός μικρού και αφοσιωμένου κοινού, ένα ρεκόρ Guinness και μερικά ports-ανέκδοτα που αν είναι δυνατόν χειροτέρεψαν την κατάσταση, το Deadly Premontion 2: A Blessing in Disguise είναι γεγονός. Η κεντρική ιστορία του παιχνιδιού αποτελεί prequel του πρώτου, καθώς εξελίσσεται πριν την υπόθεση του Greendale, στα βάθη του Αμερικάνικου νότου στην μικρή επαρχιακή πόλη Le Carre, με τον Francis να προσπαθεί να εξιχνιάσει τη δολοφονία ενός μικρού κοριτσιού. Παράλληλα, το σενάριο μας μεταφέρει και στο παρών, όπου συναντάμε έναν αγνώριστο Francis να αναβιώνει υπό τη μορφή χαλαρής ανάκρισης τα γεγονότα της υπόθεσης του Le Carre σε δύο πράκτορες του FBI, κάτι που φανερώνει πως ο Swery στον χρόνο που πέρασε πρόλαβε εκτός από David Lynch να δει και την πρώτη σεζόν του True Detective. Καταρχάς οφείλω να ξεκαθαρίσω πως το A Blessing in Disguise αφορά αποκλειστικά όσους τελείωσαν το πρώτο Deadly Premonition.

Ο Swery γνωρίζει πολύ καλά σε ποιους απευθύνεται το προϊόν του και δεν πραγματοποιεί καμία προσπάθεια να προσελκύσει νέο κοινό, με το σενάριο να απαιτεί τουλάχιστον ένα φρεσκάρισμα των πρότερων γεγονότων, ενώ δεν υπάρχει ούτε έστω ένα εισαγωγικό recap. Η εξιστόρηση αυτή κάθε αυτή ακολουθεί την μανιέρα που μας έχει συνηθίσει ο Swery. Αποτρόπαιοι φόνοι, με τον ένοχο να βρίσκετε ανάμεσα στους ιδιαίτερους και αξέχαστους χαρακτήρες που θα συναντήσουμε, με αποκορύφωμα τον ίδιο τον Francis που συνεχίζει να μας κερδίζει με την απολύτως αγνή (μην την παρεξηγήσετε με παιδική) αντιμετώπιση των όσων συμβαίνουν γύρω του, “κουβαλώντας” ουσιαστικά το παιχνίδι.

Γίνεται όμως αισθητό από νωρίς πως τα όσα διαδραματίζονται είναι μικρότερης κλίμακας και σημασίας από όσα θα ακολουθήσουν στη ζωή του πράκτορα Morgan. Το Le Carre είναι απλά ένας προπομπός του Greendale. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως η πλειοψηφία των δυνατότερων στιγμών του τίτλου είναι αυτές που τον συνδέουν με τα γεγονότα του προηγούμενου.

Προχωρώντας στα του gameplay, φαίνεται πως και εδώ η κατάσταση έχει ηρεμήσει αισθητά, με την πλειονότητα των main και side αποστολών να συνθέτουν ένα ατελείωτο fetch και kill quest που μας αναγκάζουν να μεταφερόμαστε συνεχώς από το ένα σημείο του χάρτη στο άλλο. Ο Francis αυτή τη φορά δε χρησιμοποιεί αυτοκίνητο (του το κλέψανε), αλλά το skateboard και σε συνδυασμό με την μικρότερη έκταση του Le Carre και φυσικά την προσθήκη του fast travel (πριν ξεκλείδωνε από side quest…) βελτιώνουν σημαντικά τις μετακινήσεις. Το πιο χρονοβόρο παραμένει το real time στοιχείο που μας αναγκάζει να κάνουμε fast forward τον χρόνο, μένοντας στο ξενοδοχείο ή ανάβοντας τσιγάρο ώστε να φτάσουμε στην επιθυμητή ώρα και μέρα που προϋποθέτουν πολλά quest.

Το shooting στοιχείο έχει ελαχιστοποιηθεί και αυτό, καθώς εκτός από τα kill quests όπου θα βαρεθείτε να πυροβολείτε σκίουρους, σκύλους και αλιγάτορες, τα dungeons είναι μόλις τρία σε αριθμό και είναι πανομοιότυπα, με μόνη διαφορά ένα επιπλέον είδος εχθρού να προστίθεται σε κάθε επόμενο. Το κομμάτι της εξερεύνησης είναι αυτό που απογοητεύει περισσότερο, καθότι όντας μία ενδιαφέρουσα ιστορία, το 'ντεντεκτιβιλίκι' ουσιαστικά υφίσταται μόνο στους τύπους, αφού δε χρειάζεται  να κοπιάσετε ώστε να ανακαλύψετε κάποιο στοιχείο, παρά μόνο να αλληλοεπιδράσετε με τα highlighted αντικείμενα του περιβάλλοντος με αποτέλεσμα το adventuring να καταποντίζεται αντικαθιστάμενο από walking sim τακτικές.

Αυτό που απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά σε σχέση με το πρώτο παιχνίδι είναι το horror στοιχείο. Ο Raincoat Killer δεν έχει βρει αντάξιο του στο Le Carre και δεν υπάρχουν και οι αντίστοιχες καταδιώξεις. Οι μοναδικές στιγμές που θα βιώσετε κάποια φρίκη είναι στα dungeons και αυτό οφείλεται κυρίως στο μουσικό θέμα που τσιτώνει την ατμόσφαιρα, μέχρι να γίνει και αυτό μέρος της ρουτίνας. Επιπροσθέτως, υπάρχουν και πολλές δραστηριότητες που μπορείτε να αναλωθείτε από bowling μέχρι σαφάρι στα βαλτοτόπια του νότου, αλλά πέραν του ότι οι περισσότερες δεν προσφέρουν αξιόλογες ανταμοιβές, θα σας αποτρέψει από το να ασχοληθείτε ιδιαίτερα μαζί τους και ένας άλλος παράγοντας… ο τεχνικός τομέας!

Όπως προανέφερα το πρώτο Deadly Premonition ξεχώρισε και λόγω του κακού τεχνικού τομέα του, με τον άτσαλο χειρισμό και γραφικά που σε σημεία θύμιζαν project που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Πρόκειται για παράγοντες που δε βελτιώθηκαν στο ελάχιστο ούτε ακόμα και στο πιο πρόσφατο port για το Switch. Στο A Blessing in Disguise όμως τα προβλήματα υπάρχουν σε αδιανόητο βαθμό. Στην αρχική του έκδοση για το Xbox 360, το Deadly Premonition παρά τα υπόλοιπα θέματά του, είχε έστω την αξιοπρέπεια να τρέχει κλειδωμένο στα 30FPS.

Αντιθέτως, το A Blessing in Disguise καταφέρνει έως περίπου 25FPS στους εσωτερικούς χώρους, με τα frames να καταρρακώνονται στους εξωτερικούς με μέσο όρο τα 14 και αποκορύφωμα τις ευτυχώς ελάχιστες μάχες στην εξοχή, όπου εκεί φτάνουμε ακόμα και σε μονοψήφια νούμερα. Προσθέστε τώρα και τα τραγελαφικά animations των ζώων που καλούμαστε να κυνηγήσουμε και μία πληθώρα από crashaρίσματα και bugs (τουλάχιστον ο χάρτης είναι γεμάτος από τα διάσπαρτα save points) και είναι να απορεί κανείς πως δόθηκε η έγκριση να κυκλοφορήσει το παιχνίδι υπό αυτή τη μορφή στο Switch, καθότι αποτελεί κυριολεκτικά δυσφήμιση για την κονσόλα της Nintendo. Κερασάκι στην τούρτα για όλους εμάς που επιλέγουμε τον ίδιο τρόπο χειρισμού είτε ελέγχουμε τον Doomguy είτε F16, το ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα για invert.

Εκτός του κάκιστου framerate που αγγίζει επίπεδα slideshow και τα γραφικά του παιχνιδιού αναμενόμενα δεν εντυπωσιάζουν. Η μόνη αλλαγή που παρατηρείται είναι η cell shaded υφή των χαρακτήρων που είναι όμορφη, όμως ο υπόλοιπος κόσμος του παιχνιδιού είναι λειψός από εικαστικές λεπτομέρειες. Κυριότερα αυτό που απουσιάζει και δημιουργεί την μεγαλύτερη έλλειψη στην εμπειρία είναι το σκοτάδι. Το Le Carre είναι υπερβολικά ηλιόλουστο για μία επαρχιακή πόλη κοντά στην Νέα Ορλεάνη, με ότι αυτό προϊδεάζει, ενώ ακόμα και το voodoo στοιχείο εξετάζεται επιδερμικά, μένοντας ουσιαστικά ανεκμετάλλευτο.

Στα του ήχου, ο πήχης είχε τεθεί πολύ ψηλά από το προηγούμενο παιχνίδι, με πολύ διαφορετικά σε ατμόσφαιρα και είδος μουσικά θέματα, αρκετά εκ των οποίων έμελλε να μείνουν κλασσικά για όσους τα άκουσαν και τα οποία αποτέλεσαν και από τους κύριους λόγους που το Deadly Premonition αγαπήθηκε τόσο. Εδώ αν και έχει γίνει αξιόλογη προσπάθεια δε ξεχώρισα κάποιο θέμα πέραν του dungeon theme, ενώ φυσικά προκαλούν ανατριχίλα οι νότες του main theme όταν ακουστούν ξανά. Και αν και η μουσική υστερεί σε σχέση με το πρώτο, τα voice overs συνεχίζουν την παράδοση, με όλους τους χαρακτήρες να είναι ιδιαίτερα εκφραστικοί και έναν Jeff Kramer-σκέτη απόλαυση να επιστρέφει στον ρόλο του Francis York Morgan.

Συνοψίζοντας : Καθ' όλη τη διάρκειά του, το Deadly Premonition 2: A Blessing in Disguise δημιουργεί την εντύπωση μιας δεύτερης ευκαιρίας που δόθηκε στον Swery από το πουθενά και την οποία έπρεπε να φέρει εις πέρας σε περιορισμένο χρόνο. Εν αντιθέσει με το αρχικό Deadly Premonition, το οποίο κραύγαζε πως ήταν το έργο ζωής του δημιουργού του και μία ιστορία που είχε ανάγκη να πει, το A Blessing in Disguise μοιάζει με μία παρωχημένη πολυτέλεια που όσα patches και να έρθουν, δε με πείθει πως μπορεί να διορθωθεί σε βαθμό που να μπορώ να το προτείνω σε οποιονδήποτε δεν λάτρεψε το αρχικό game. Με την ευκαιρία, σχετικά με το deadnaming patch, όσοι βιαστούν να μιλήσουν περί λογοκρισίας και άστοχης επιλογής, ας έχουν κατά νου όσα έχει αποδείξει με το σύνολο του έργου του ο ίδιος ο SWERY. Είναι πιθανότερο κάτι να χάθηκε στη μετάφραση. Δυστυχώς αν και μας θυμίζει πόσο μας έλλειψε ο York και πόσο καίριος θα μπορούσε να είναι για την βιομηχανία σαν χαρακτήρας, το Deadly Premonition 2 καταφέρνει να ξεπεράσει τον προκάτοχό του μόνο στα προβλήματα. Αν το πρώτο απευθύνονταν σε λίγους, το δεύτερο αφορά ελάχιστους.
Box Art
Tested on : Nintendo Switch
Developer : Toybox Inc., White Owls Inc., Now Production
Publisher : Nintendo
Distributor : CD Media S.A.
Available for : Switch
Release date : 10-07-2020

2 comment(s)