Luigi's Mansion 3 Review - Το καλύτερο κεφάλαιο της σειράς

Φωτίσατε, σκουπίσατε, τελειώσατε.

Πάντα μου άρεσε το είδος του παιδικού “τρόμου”, βρίσκω ότι διαθέτει μια ιδιαίτερη συναισθηματική “ζεστασιά” στην απόπειρά του να πάρει εικόνες και ιδέες από τον παραδοσιακό, “ενήλικο” τρόμο για να τις φέρει στα μέτρα της παιδικής ματιάς. Το συναίσθημα θα έλεγα είναι αντίστοιχο με το να απολαμβάνεις μια ζεστή σοκολάτα, ας πούμε, ενώ έξω γίνεται κατακλυσμός. Πολύχρωμα φαντάσματα, κεριά, ιστοί αράχνης, περίεργοι πίνακες ζωγραφικής, πολυέλεα, κεραυνοί στο παράθυρο, τρεμουλιαστές μελωδίες, κραυγές και φυσικά, ένας αγαθός, ευάλωτος, φοβητσιάρης πρωταγωνιστής. Όλα αυτά συνθέτουν ένα πακέτο βγαλμένο από την πιο αθώα εκδοχή του “τρομακτικού”, που αντί για ανασφάλεια, σου εμπνέει το ακριβώς αντίθετο: ασφάλεια.

Ξέρεις ότι θα περιηγηθείς μέσα στα τραβηγμένα παραδοσιακά κλισέ του είδους, διασκεδάζοντας με τις κωμικές αντιδράσεις του χαρακτήρα -που σε αντίθεση με εμάς, μοιάζει να τα πιστεύει όλα-, τα -βγαλμένα από παιδικό Halloween party- στοιχειωμένα περιβάλλοντα, τα “μεταφυσικά” μυστήρια και τους εκκεντρικούς χαρακτήρες. Όλα μοιάζουν με αξιαγάπητες καρικατούρες του “πραγματικού” τρόμου. Και αυτό νομίζω με ανακουφίζει γιατί με γυρνάει σε μια παιδική αντίληψη του κόσμου, όπου και το “κακό” δεν είναι παρά μια φάρσα για να γελάσουμε και περάσουμε καλά. Αφελές; Σίγουρα. Αλλά αφήνεσαι να σε παρασύρει γιατί είναι… ανακουφιστικό και σε ξεκουράζει, τουλάχιστον για λίγο.

Η σειρά Luigi’s Mansion εντάσσεται ακριβώς σε αυτήν την κατηγορία, αποτελώντας έναν συνδυασμό ανάμεσα σε Scooby Doo και Ghostbusters, υπό το αθώο αλλά και συχνά “αποστειρωμένο” πρίσμα της Nintendo. Και δυστυχώς αυτή η “αποστείρωση” που είναι παρούσα και στο τρίτο επεισόδιο της σειράς, είναι που του στερεί τη δυνατότητα να γίνει κάτι παραπάνω από μια διασκεδαστική, αλλά κάπως “κενή” απόδραση στην ακραία παιδική αθωότητα. Να γίνει δηλαδή ένα εξαιρετικό παιδικό παραμύθι. Σε αντίθεση με την πάντα uplifting και ενεργητική προσωπικότητα του Mario, ο Luigi είναι πιο συγκρατημένος, ανασφαλής και ευάλωτος, προσφέροντας μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για το σενάριο να εξερευνήσει κάτι από αυτά, να τα “πάει” κάπου, να αποπειραθεί να “πει” κάτι. Αλλά φυσικά, δεν υπάρχει τέτοια φιλοδοξία ούτε από την Next Level Games, ούτε από την Nintendo.

Το χιούμορ είναι εκεί, οι ιδιαίτεροι χαρακτήρες επίσης και γενικότερα αν απομονώσουμε και το εξετάσουμε ανά στιγμές, το παιχνίδι είναι εξαιρετικό. Απλά δεν έχει “κάτι” που να το δένει ως σύνολο και αυτό επειδή αρνείται να δώσει την οποιαδήποτε σημασία στο σενάριο πέρα από το να προσφέρει μια τυπική δικαιολογία για τα τεκταινόμενα. Αναμενόμενο, αλλά, αυτή τη φορά είναι λίγο πιο απογοητευτικό απ’ ότι στο παρελθόν. Γιατί όλο το περιτύλιγμα είναι τόσο προσεγμένο και καλοφτιαγμένο που νιώθεις περισσότερο από ποτέ πως χάθηκε μια ευκαιρία να ανυψωθεί η σειρά σε ένα άλλο επίπεδο.

Στον τομέα της παρουσίασης λοιπόν, το παιχνίδι είναι στα πρόθυρα του αριστουργήματος. Από το εκφραστικό και λεπτομερέστατο animation που χαρίζει όλη την απαραίτητη “καρτουνίστικη” υπερβολή, αλλά και ένα slapstick χιούμορ, στο υπέροχο art direction με τα τραβηγμένα σχήματά του και τις υπέροχες συνθέσεις, στην εντυπωσιακή φυσική όλων των αντικειμένων, στην απολαυστική αίσθηση της σκούπας, με το HD Rumble να κάνει θαύματα, στα λεπτομερή και “κρυστάλλινα” ηχητικά εφέ που χαρίζουν πειστικότητα στον κόσμο, στην μουσική που εκτός από εξαιρετικές συνθέσεις, χαρακτηρίζεται και από μια πλούσια ενορχήστρωση, συνεισφέροντας πολύ στην ατμόσφαιρα, στα… θα μπορούσα να συνεχίσω για πολλές σειρές ακόμα, αλλά η ουσία είναι ότι το Luigi’s Mansion 3 βρίσκεται αισθητικά και αισθαντικά, στο υψηλότερο επίπεδο.

Τόσο docked όσο και φορητά, η εμπειρία του είναι τόσο “γλυκιά” και καλαίσθητη που δεν θα θέλετε να αφήσετε τον μοχλό από τα χέρια σας. Αυτή η απολαυστική αίσθηση είναι που βγάζει το παιχνίδι και από μπελάδες που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν λόγω σχεδιασμού.

Για όσους δεν έχουν επαφή με την σειρά, ο πυρήνας του gameplay του βασίζεται στην μαγική ηλεκτρική σκούπα που κουβαλάει μαζί του ο Luigi, μέσω της οποίας αλληλεπιδρά με τα περιβάλλοντα και ρουφάει φαντάσματα ή ό,τι άλλο βρεθεί στο πέρασμά του. Το μόνιμο πρόβλημα της σειράς ήταν ότι, από άποψη μηχανισμών, φαινόταν πάντα λιγάκι “φτωχή”, άρα και επαναλαμβανόμενη. Στο τρίτο μέρος, προσπάθησαν να τους εμπλουτίσουν κάνοντας, κυρίως, δύο μεγάλες προσθήκες στο gameplay. Η μία είναι η βεντούζα που ο Luigi μπορεί να πετάξει σε αντικείμενα και μετά τραβώντας την με τη σκούπα μπορεί να τα μετακινήσει ή να τα σπάσει και το δεύτερο είναι η ύπαρξη του Gooigi.

Ο Gooigi είναι μια ρέπλικα του Luigi φτιαγμένη από… κόλλα (goo), ζελέ; Σκεφτείτε βασικά το υλικό του Flubber και θα καταλάβετε τι εννοώ. Ο παίκτης μπορεί να τον καλέσει όποτε τον χρειάζεται για διαφόρων ειδών γρίφους, αλλά, είναι δυνατόν και να τον ελέγχει μόνιμα ένας δεύτερος παίκτης, επιτρέποντας να παιχτεί σχεδόν όλο το παιχνίδι σε co-op. Ο Gooigi όμως δεν είναι ένας χαρακτήρας “ισάξιος”  -διαθέτει το ¼ της ζωής του και διαλύεται όταν έρθει σε επαφή με νερό- και είναι χρήσιμος σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Γι’ αυτό, θα έλεγα πως, ενώ υπάρχει, το παιχνίδι δεν είναι κυρίως προσανατολισμένο στο co-op.

Το co-op διευκολύνει πολύ σε κάποιες καταστάσεις, αλλά ποτέ δεν φαίνεται εντελώς απαραίτητο. Αυτό είναι καλό κατά τη γνώμη μου, διότι προσφέρει ανά πάσα στιγμή το “συν” της παρέας, άμα θέλετε, αλλά όχι εις βάρος της single player εμπειρίας που διατηρεί τα σχεδιαστικά ηνία. Αυτά τα δύο, μαζί με άλλες ακόμα μικρό-προσθήκες, φέρνουν αρκετές παραμέτρους στους μηχανισμούς, συνθέτοντας με άνεση το πιο πλούσιο παιχνίδι της σειράς σε επίπεδο gameplay. Το ωραίο φυσικά είναι πως οι developers έχουν καταφέρει να σκεφτούν ευρηματικές καταστάσεις για να εκμεταλλευτούν τις νέες αυτές δυνατότητες και το παιχνίδι δεν φαίνεται τόσο “στάσιμο” κι επαναλαμβανόμενο όσο οι πρόγονοί του.

Δυστυχώς, βέβαια, δεν έχουν επιλυθεί τα πάντα. Οι μάχες με τα φαντάσματα παραμένουν υπερβολικά μονοδιάστατες και μονότονες, ενώ δεν βοηθάει καθόλου και η σχετικά μικρή ποικιλία τους. Το δεύτερο σοβαρό ζήτημα που αξίζει να συζητήσουμε έχει να κάνει με τις ανταμοιβές του παιχνιδιού. Η κυριότερη και συχνότερη ανταμοιβή που δίνει το παιχνίδι είναι τα χρήματα. Το πρόβλημα βέβαια είναι ότι αυτά τα χρήματα δεν είναι, στην τελική, και πάρα πολύ χρήσιμα: δεν συνεισφέρουν πουθενά στον κεντρικό σχεδιασμό του τίτλου. Δηλαδή ένας παίκτης που θέλει απλά να ολοκληρώσει την ιστορία, δεν έχει κανένα απολύτως κίνητρο να τα “κυνηγάει” και να τα μαζεύει. Και είναι παντού!

Με τα χρήματα όμως μπορείς να αγοράσεις μόνο τρία πράγματα. Χρυσά κόκκαλα που σε ανασταίνουν όποτε πεθαίνεις, μια βοήθεια χρήσιμη κυρίως στα bosses γιατί στο υπόλοιπο παιχνίδι και η δυσκολία είναι πολύ βατή και τα save points πολύ βολικά. Ένα αντικείμενο που σου αποκαλύπτει σε ποιο δωμάτιο βρίσκεται ένας Boo και ένα άλλο που αποκαλύπτει που βρίσκεται ένα Gem. Και τα δύο αυτά αφορούν collectables, τα οποία -ιδιάιτερα τα Gems- είναι πολύ διασκεδαστικό να τα “κυνηγήσεις” αλλά δεν σου προσφέρουν τίποτα ουσιαστικό. Η άρνηση του παιχνιδιού να περιπλέξει λίγο τον σχεδιασμό του, εισάγοντας κάποια μορφή εξέλιξης στις δυνατότητες του χαρακτήρα με βάση αυτά που συλλέγει είναι κατανοητή μέχρι ένα σημείο.

Αφενός δεν θέλει σε καμία περίπτωση να αποκλείσει μικρές ηλικίες και αφετέρου πολλές φορές τέτοια συστήματα δεν προσφέρουν παρά μια ψευδαίσθηση εξέλιξης με τεχνητά μέσα, περιπλέκοντας τα πράγματα χωρίς ουσιαστικό λόγο. Επίσης, ίσως ένιωθαν πως η σταδιακή ενδυνάμωση του Luigi να πήγαινε κόντρα στην ευάλωτη φύση του χαρακτήρα που έχει στη σειρά. Όλα αυτά είναι βάσιμα επιχειρήματα, ωστόσο το αποτέλεσμα είναι ότι το παιχνίδι στρέφεται στα “κενά” achievements, μια, άχρηστη κατά τα άλλα, λίστα προς εκπλήρωση για να προσδώσει κίνητρα στον παίκτη. Κι εδώ είναι που έρχεται η απολαυστική αίσθηση για να σώσει την παρτίδα. Ευτυχώς λοιπόν, ο παίκτης απολαμβάνει να τα κάνει όλα αυτά χάρη στα έξυπνο level design, στους ευρηματικούς γρίφους, στα “ζωντανά” περιβάλλοντα αλλά και στην εθιστική αίσθηση της σκούπας και των μηχανισμών γενικότερα. Που, για να είμαστε δίκαιοι, είναι πάντα και το πιο σημαντικό, γιατί, τί να το κάνεις το παιχνίδι με δουλεμένες και ουσιαστικές ανταμοιβές όταν το gameplay κάνει τα πάντα να φαίνονται σαν αγγαρεία. Παρ' όλ' αυτά, η αίσθηση ότι ο τίτλος είναι λιγάκι “ασύνδετος” σχεδιαστικά μεταξύ των μερών του, παραμένει.

Για το τέλος άφησα τη δομή του παιχνιδιού, διότι υπήρχαν αρκετά παράπονα από την κατακερματισμένη και mission–based δομή του δεύτερου Luigi’s Mansion και οι περισσότεροι ήθελαν την επιστροφή ενός ενιαίου χώρου προς εξερεύνηση όπως είχε το πρώτο. Ανάμεσα σε αυτούς, κι εγώ.  Έχω λοιπόν καλά νέα να αναφέρω. Το παιχνίδι διαλέγει μια μέση λύση, η οποία κατά τη γνώμη μου, εξυπηρετεί μια χαρά τους σκοπούς του. Το ξενοδοχείο που διαδραματίζεται όλη η δράση, είναι χωρισμένο σε ορόφους, ο καθένας με το δικό του ξεχωριστό θέμα και boss. Κάποιοι είναι πιο μεγάλοι και κάποιοι πιο μικροί, αλλά κανένας δεν είναι προαιρετικός για την εξέλιξη. Ο παίκτης μπορεί να πηγαινοέρχεται ελεύθερα μεταξύ των ορόφων, αλλά σχεδιαστικά ο καθένας από αυτούς λαμβάνεται ως μια αυτόνομη “πίστα”. Το ξενοδοχείο διαθέτει συνολικά δεκαεπτά ορόφους (15 ορόφους + 2 υπόγεια) και έχει δοθεί η δυνατότητα στους σχεδιαστές να βγάλουν κάθε δημιουργική έμπνευσή τους, χωρίς να ανησυχούν για το αν ρεαλιστικά ταιριάζει με το υπόλοιπο ξενοδοχείο. Ετοιμαστείτε, λοιπόν, για ορισμένους πραγματικά ευφάνταστους ορόφους με απρόσμενα θέματα.

Όλη αυτή η ανατρεπτική ποικιλία, προσδίδει και ορισμένα στοιχεία εξωτικής περιπέτειας που δεν είχαν τα προηγούμενα παιχνίδια της σειράς και φαίνεται πως ταιριάζουν μια χαρά. Από άποψη περιεχομένου λοιπόν το παιχνίδι δεν είχε ανάγκη τις περιστασιακές filler αποστολές που σε αναγκάζουν να κυνηγήσεις κάποιον χαρακτήρα ή εχθρό σε προηγούμενους ορόφους. Αυτές είναι τα μόνα στραβοπατήματα στον κατά τα άλλα εξαιρετικό ρυθμό του παιχνιδιού. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει και στα bosses τα οποία, ως επί το πλείστων, είναι εξαιρετικά. Ευφάνταστα, τόσο σχεδιαστικά όσο και σε επίπεδο gameplay, δεν βαλτώνουν. Ορισμένα από αυτά στέκονται με άνεση στην κορυφή της σειράς. Ολοκληρώνοντας, να πω πως, ευτυχώς, έχουν ελαττωθεί και οι διακοπές του professor E. Gadd που στο δεύτερο μέρος ήταν ενοχλητικά συχνές. Εδώ, γίνονται κυρίως στην αρχή του παιχνιδιού και έπειτα μας αφήνει στην ησυχία μας.

Να αναφέρω επίσης πως το παιχνίδι διαθέτει και δύο multiplayer modes, με τα οποία δεν είχα την ευκαιρία να ασχοληθώ εκτενώς για να έχω λεπτομερή άποψη. Ακόμα και αν δεν κάνουν την διαφορά, σίγουρα αποτελούν ευχάριστες προσθήκες.

Συνοψίζοντας : Το Luigi’s Mansion 3 αποτελεί με άνεση την καλύτερη εκδοχή της σειράς. Είναι υπέροχο σε αισθητικό και αισθαντικό επίπεδο (το HD Rumble κάνει θαύματα), διαθέτει μεγάλη ποικιλία και πολλά ευφάνταστα bosses, ενώ είναι ευρηματικό και με τους μηχανισμούς του, που έχουν εμπλουτιστεί αρκετά σε σχέση με το παρελθόν, αλλά και με τα πολλά collectables του. Δυστυχώς όμως, κουβαλάει μαζί του αρκετές και από τις παθογένειες της σειράς, με τις “μάχες” με τα φαντάσματα να γίνονται γρήγορα μονότονες, το σενάριο να αρνείται να δώσει οτιδήποτε παραπάνω από τα απολύτως απαραίτητα, ενώ συνεχίζει να αγνοεί και πώς να διαχειριστεί τα collectables μέσα στο γενικότερο σχεδιαστικό πλαίσιο του παιχνιδιού. Στην τελική όμως είναι ένα παιχνίδι τόσο “γλυκό” στο χέρι σου, τόσο όμορφο οπτικοακουστικά και με τόσες πολλές ωραίες στιγμές, που είναι πολύ εύκολο να ξεχάσεις τα “στραβοπατήματά” του, και σε συνδυασμό με την επιλογή για co-op, νομίζω πλασάρεται ως μια ιδανική επιλογή  για όσους ψάχνουν ένα οικογενειακό, stress-free παιχνίδι. Αλλά και σ' αυτούς, όπως εγώ, που βρίσκουν στο είδος του παιδικού "τρόμου" μια ανακουφιστική, συναισθηματική ζεστασιά. Ακόμα και όταν δεν ξεπερνά την επιφάνεια.
Box Art
Tested on : Nintendo Switch
Developer : Next Level Games
Publisher : Nintendo
Distributor : CD Media S.A.
Available for : Switch
Release date : 31-10-2019

13 comment(s)