Daemon X Machina Review - Ένα love letter προς το Mecha Genre

Drawing Down The Moon

Κάτι που αποτελεί κοινή γνώση για όσους διανύουν τα πρώτα (η ακόμα και τα δεύτερα) “άντα” αλλά πιθανόν να μην γνωρίζουν οι νεότεροι οπαδοί των anime είναι πως πριν τον όλεθρο που προκάλεσε ο Pikachu και η παρέα του, αρχηγική θέση στο animation και στα manga κατείχαν οι κατηγορίες των Super Robot και των υπόλοιπων Mechs. Παραγωγές που έκαναν θραύση στην Ιαπωνία τις δεκαετίες του ‘70 και του ‘80 και στην Ελλάδα μέρος αυτών έφτασαν, όπως συνηθίζονταν, αργοπορημένα κάπου στην αυγή των ‘90s. Getter Robo και Grendizer από τον τεράστιο Go Nagai, Voltes-V, Saber Rider, SDF Macross που το γνωρίσαμε ως το άγαρμπο συνονθύλευμα που ήταν το Robotech και φυσικά η πρώτη γενιά των Transformers (που ναι μεν αμερικανοποιήθηκαν, αλλά έχουν Ιαπωνικές ρίζες), μαζί με διάφορα ακόμα mecha anime λάμβαναν σημαντικό τηλεοπτικό χρόνο από τα παιδικά προγράμματα και περίοπτη θέση στα ράφια των βίντεοκλαμπ, ενώ δεν γίνεται να μην αναφέρω και τον αγαπημένο του Ελληνικού κοινού Τζουμαρού (Plawres Sanshiro).

Στα gaming δρώμενα, η τεράστια επιτυχία και η αγάπη των Ιαπώνων για τα γιγαντιαία ρομπότ είχε αναμενόμενα το αποτέλεσμα της παραγωγής αμέτρητων τίτλων με mechas από την εποχή των 8-bit μέχρι και σήμερα. Παιχνίδια που όμως στην συντριπτική πλειοψηφία τους παρέμειναν αποκλειστικές κυκλοφορίες της “εκεί” αγοράς για διάφορους λόγους, όπως προβλήματα που αφορούσαν το licensing και κυριότερα την έλλειψη πίστης για επιτυχία στις δυτικές αγορές. Βέβαια, αν και λάτρης του είδους δεν μπορώ να παραβλέψω το γεγονός πως η πλειάδα των εν λόγω τίτλων κυμαίνονταν ποιοτικά από το κακό έως το μέτριο.

Ευλόγως θα περίμενε κανείς πως το “κοσκίνισμα” προς την δύση θα οδηγούσε στην μεταφορά των ποιοτικότερων προτάσεων από την ανατολή, κάτι το οποίο στην ουσία δεν συνέβη σχεδόν ποτέ, με την μετριότητα να χαρακτηρίζει και τους περισσότερους τίτλους που έφτασαν “εδώ”. Μερικές εξαιρέσεις στον κανόνα, το πολύ καλό και ξεχασμένο Omega Boost του PS1, η σειρά Armored Core (αν και όχι πάντα) και τα δύο Zone of the Enders. Με το δεύτερο να διατηρεί με άνεση μέχρι και σήμερα, παρά τα προβλήματά του, το σκήπτρο του καλύτερου mech game που δεν χρειάστηκε να κάνουμε import και το πρώτο να έχει χαραχθεί ανεξίτηλα στις σελίδες της gaming ιστορίας, εξαιτίας της κίνησης του μέγα προβοκάτορα Kojima να “κουμπώσει” το demo του MGS2 πάνω του.

Φτάνοντας στο αποκλειστικό για Switch, Daemon X Machina, όσοι έχετε ασχοληθεί με τα Armored Core θα νιώσετε πως βρίσκεστε σε οικείο έδαφος, καθώς μοιράζονται τον παραγωγό Kenichiro Tsukuda και σημαντικότερα τον ζωντανό θρύλο του mechanical design Shōji Kawamori. Αν  δεν σας λέει κάτι το όνομα του εν λόγω κυρίου, σκεφτείτε πως στο βιογραφικό του χρεώνονται εκτός από τα Armored Core και το Omega Boost, ο σχεδιασμός όλων των mecha του (προσωπικού μου αγαπημένου) Macross Saga και φιγουράρει στα credits ξακουστών anime όπως The Vison of Escaflowne, Space Battleship Yamato, Patlabor και το cult Ullyses 31. Επίσης συμμετείχε στην ομάδα που σχεδίασε την πρώτη γενιά Transformers, συμπεριλαμβανομένου του Optimus Prime.

Απομακρυνόμενο από τον πιο “ρεαλιστικό” χαρακτήρα των Armored Core, το Daemon X Machina κινείται σε anime ύφους μονοπάτια. Ξεκινώντας από την ιστορία, πληροφορούμαστε πως μέρος του φεγγαριού εξερράγη με αποτέλεσμα κομμάτι αυτού να συγκρουστεί με τον πλανήτη μας, οδηγώντας την ανθρωπότητα σε παρολίγο αφανισμό. Εκτός από τα συντρίμμια που άφησε αυτό το κατακλυσμικό γεγονός, απόρροια αυτού ήταν και η απελευθέρωση μίας νέας ορυκτής μορφής ενέργειας, του femto, το οποίο ερχόμενο σε επαφή με τις προϋπάρχουσες A.I.s, τις έστρεψε εναντίων των ανθρώπων και παράλληλα δημιούργησε την νέα κάστα των Outers. Πιλότων εξίσου επηρεασμένων από τις ιδιότητες του femto που μάχονται ελέγχοντας Arsenals (τα mechs), τις εχθρικές A.I.s μετονομασμένες πια σε Immortals.

Το παιχνίδι χάνει από νωρίς πόντους στην μάχη της πρώτης εντύπωσης, αφού πάσχει στην εισαγωγική εξιστόρηση, επιλέγοντας να μας ρίξει αμέσως στα βαθιά και μας βάζει στον ρόλο ενός νεοσύλλεκτου πιλότου δίχως να μας δώσει τις απαραίτητες πληροφορίες για τα τεκταινόμενα. Πληροφορίες αποσπούμε εν τέλει μέσω των αναρίθμητων διαλόγων με τους πολυάριθμους χαρακτήρες πριν, μετά και κατά την διάρκεια των αποστολών, ακόμα και από το προωθητικό υλικό του τίτλου.

Αυτή η αρχική κακή πρώτη εντύπωση που προκαλείται, βελτιώνεται στην πορεία, καθώς εγκλιματιζόμαστε σταδιακά με το σύμπαν του παιχνιδιού, όπου διαδραματίζεται μία αρκετά ενδιαφέρουσα ιστορία με ανατροπές που εμπλουτίζουν πικάντικα την δράση. Αυτό που εκτίμησα περισσότερο στο σενάριο είναι πως παρά τον από κοινού κίνδυνο που αντιμετωπίζει, η ανθρωπότητα παραμένει, αναμενόμενα μάλλον, χωρισμένη σε στρατιές με τις ομάδες των Outers να δρουν σαν μισθοφόροι. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα πολλές φορές οι σύμμαχοι μας σε μία αποστολή να είναι οι εχθροί μας στην επόμενη, στοιχείο που προσδίδει επιπλέον ένταση και ενδιαφέρον στις μάχες.

Αναφορικά με τις μάχες, δηλαδή τον πυρήνα του gameplay, μπορώ να πω πως σε αυτόν τον τομέα το Daemon X Machina διαπρέπει, προσφέροντας μερικές από τις πιο έντονες συγκινήσεις που έχω βιώσει σε action game. Για αυτό ευθύνονται, εκτός από τα όσα συνεπάγεται ο έλεγχος ενός Arsenal, κυρίως ο σχεδιασμός των αποστολών και ο διακυμαινόμενος βαθμός δυσκολίας. Όντας κατά βάση ένας flight τίτλος, το παιχνίδι αποφεύγει έξυπνα τα συχνά λάθη της κατηγορίας όπου θυσιάζεται η διασκέδαση "προς χάριν ποικιλίας".  Ναι, δεν περιστρέφονται όλες οι αποστολές γύρω από την καταστροφή των πάντων, όμως ακόμα και οι κατά γενική ομολογία μισητές αποστολές συνοδείας που μας ζητείται να προστατεύσουμε κάποιον φιλικό στόχο, είναι σχεδιασμένες έτσι ώστε να  απαιτούν γρήγορη σκέψη και αντανακλαστικά αντί του να νιώθουν άδικες. Πολλές φορές όταν έφερα εις πέρας κάποιο αποτέλεσμα που αρχικά έμοιαζε ανέφικτο ένιωσα σαν να έλυσα έναν καλοδεχούμενο γρίφο.

Εν συνεχεία ο βαθμός δυσκολίας αν και σταδιακά αυξανόμενος διακρίνεται από αυξομειώσεις που δημιουργούν την απαραίτητη χαλάρωση και ας μου επιτραπεί η έκφραση "ξεχαρμάνιασμα". Έτσι συνήθως μία πολύ δύσκολη αποστολή ακολουθούν μερικές λιγότερο απαιτητικές που μας ξεκουράζουν in-game, ωθώντας μας να συνεχίσουμε αδιαλείπτως. Σε αυτό συνδράμουν και ο σύντομος χρόνος που διαρκούν οι περισσότερες, αλλά και η χρήση checkpoints για τα πιο χρονοβόρα objectives. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ποιότητας των αποστολών και της διασκέδασης που προκύπτει από αυτές, είναι πως πέραν των περίπου πενήντα βασικών και οι υπόλοιπες περίπου είκοσι πέντε side missions ποτέ δεν έγιναν αντιληπτές σαν αγγαρείες ή έστω απλά ένας τρόπος για επιπρόσθετη απόκτηση loot.

Ας μιλήσουμε όμως για τις ίδιες τις μάχες.

Το Arsenal που πιλοτάρουμε διαθέτει χώρο για ένα όπλο σε κάθε χέρι, δύο εφεδρικά, ένα special όπλο (π.χ. πυραύλους) και ένα πρόσθετο gadget. Επιπροσθέτως, υπάρχει και η κλασσική dash κίνηση ώστε να αποφεύγουμε τα επερχόμενα πυρά και αντιπάλους. Κάπου εδώ με την φρενήρη κίνηση γίνεται αισθητή και η έκταση της κάθε πίστας, με τα περιμετρικά όρια αυτής να κρίνονται ικανοποιητικά, κάνοντας παράλληλη χρήση του χάρτη. Το ίδιο όμως δεν ισχύει και για το υψομετρικό όριο, με το νοητό “ταβάνι” να ενοχλεί σε στιγμές. Παραβλέποντας αυτό το ψεγάδι, ενδεικτικό των όσων μπορούν να προκύψουν και να τεντώσουν τα νεύρα ειδικά στα boss fights, είναι πως από ένα σημείο και έπειτα αναγκάστηκα να αλλάξω το mapping των πλήκτρων έτσι ώστε να μπορώ να πυροβολώ και με τα δύο χέρια, ενώ ταυτόχρονα “άδειαζα” πυραύλους και "dashαρα".

Περιττό να πω πως εφόσον έχετε επενδύσει σε pro controller, το Daemon X Machina είναι από τις περιπτώσεις που θα κάνετε αποταμίευση. Ακόμα και η δυνατότητά του να μπορούμε να πραγματοποιήσουμε eject από το Arsenal ελέγχοντας τον πιλότο δύναται να οδηγήσει σε επικές στιγμές αντί εφιάλτες. Η αίσθηση ικανοποίησης του να εγκαταλείπετε αναγκαστικά το κατεστραμμένο σας Arsenal, για να “ρίξετε” με το απλό πιστόλι τα τελευταία χιλιοστά ενέργειας του αντίπαλου Boss είναι αδύνατο να περιγραφεί με λέξεις. Κάτι τέτοιο βέβαια ισχύει για τα “απλά” boss fights με άλλα Arsenals, αν αντιμετωπίζετε Colossal Immortals ξεχάστε το.

Τις ολοένα και αυξανόμενες απαιτήσεις των αποστολών έρχεται να καλύψει ένα βαθύ σύστημα παραμετροποίησης του Mech που εγγυάται πως θα ξοδέψετε σημαντικό χρόνο στο shop του παιχνιδιού. Εκτός από το αισθητικό όπου μπορείτε να βάψετε κάθε κομμάτι του ρομπότ σας όπως προτιμάτε, όλα τα νευραλγικά χαρακτηριστικά του Arsenal, όπλα και armor, μπορούν να αλλάξουν με πληθώρα τρόπων. Από το κεντρικό hub αγοράζετε αναβαθμίσεις για το Arsenal, αλλά και τον Outer, οι βελτιώσεις του οποίου έχουν αντίκτυπο και στο σκάφος. Επίσης, μπορούμε να "lootαρουμε" κομμάτια από τα πεσόντα Arsenals ενώ παίζουμε. Τα σχετικά menu αν και αρκετά απλοποιημένα θα μπορούσαν να είναι ακόμα πιο εύχρηστα, με πιο τρανταχτή περίπτωση αυτή των upgrade chips που μας αναγκάζει να πάμε σε ξεχωριστή οθόνη για να εγκαταστήσουμε κάποιο chip που βελτιώνει τις επιδώσεις ενός αντικειμένου.

Η σωστή προετοιμασία και αρματωσιά πριν από κάθε εξόρμηση μπορεί να αποβεί σε στρατηγικής σημασίας, αναλόγως σε τι καλούμαστε πάντα να ανταποκριθούμε. Για παράδειγμα, αν πρόκειται να αντιμετωπίσουμε πολλά bosses, καλό είναι να έχουμε και ένα saber ala Gundam, για το ενδεχόμενο του να μην επαρκούν οι σφαίρες. Με την ευκαιρία, η αξιοποίηση των sabers είναι και το μεγάλο μου παράπονο από το παιχνίδι, καθώς η χρήση τους ποτέ δεν αγγίζει τα απολαυστικά επίπεδα ενός Zone of the Enders. Πιστεύω πως ένα καλός εννοούμενο “δάνειο” δεν θα έβλαπτε.

Στον τεχνικό τομέα το Daemon X Machina τρέχει απροβλημάτιστα τόσο στην σταθερή όσο και στην φορητή εκδοχή του. Στις περίπου είκοσι ώρες που διαρκεί ένα ολοκληρωμένο campaign, συνέβη μόνο ένα crash και μάλιστα ενώ η κονσόλα ήταν docked. Η cell shaded μηχανή γραφικών του παιχνιδιού επιδίδεται στην κατασκευή πολλών όμορφων και ξεχωριστών μεταξύ τους τοπίων, κάτι που κακώς δεν κατέστη σαφές από τα πρώτα trailer που έδειξαν μία εμμονή στα πιο ερημικά και βαρετά τερέν. Ο σχεδιασμός των mechas θυμίζει προφανώς αυτά του Armored Core, αλλά κλείνει και το μάτι στους πιστούς οπαδούς του Kawamori, φέρνοντας στον νου πιο πρόσφατες δημιουργίες του, όπως οι Valkyries του Macross Δ.

Στα του ήχου, το κατευναστικό πιάνο και την χορωδία της εισαγωγής διαδέχονται J-Rock και 'καφροmetal' θέματα που συνοδεύουν κατάλληλα την δράση. Στα voice overs η προφανής αρχική επιλογή του Ιαπωνικού dub λειτουργεί άψογα ώστε να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση πως πρωταγωνιστούμε σε ένα mecha anime, όμως καθότι αδύνατο να παρακολουθήσω τους διαλόγους την ώρα της μάχης, αναγκάστηκα να το γυρίσω στο αγγλικό, το οποίο παραδόξως αποδείχθηκε ικανοποιητικότατο.

Το multiplayer κομμάτι διαθέτει online και τοπικό 4 player co-op. Πριν την κυκλοφορία του παιχνιδιού οι servers ήταν άδειοι, αλλά ακόμα και αν δεν σας ενδιαφέρει το online play, oι επιπλέον αποστολές μπορούν να παιχτούν σαν single player, προσφέροντας ακόμα καλύτερο loot και την θέση των υπολοίπων τριών παιχτών να λαμβάνουν bots.

Συνοψίζοντας : Με βετεράνους της κατηγορίας στο πιλοτήριό του, το πόνημα της Marvelous First Studio δημιουργήθηκε με φροντίδα και αγάπη για το είδος που υπηρετεί, κάτι που φαίνεται και από τις βελτιώσεις που κατάφερε μετά το feedback του πρώτου demo που προβλημάτισε. Δυστυχώς για το ίδιο, μάλλον θα παραγκωνιστεί από την λάμψη των υπολοίπων πιο βαρυσήμαντων τίτλων που κυκλοφορούν αυτήν την εποχή, έχοντας ως αντίπαλό του ακόμα και το άλλο αποκλειστικό του Switch, το περίφημο Astral Chain. Αν είστε λάτρεις του Mecha Genre όμως ορμήξτε άφοβα. Οι υπόλοιποι δώστε του μια ευκαιρία αν σας δοθεί και δεν θα το μετανιώσετε.
Box Art
Tested on : Nintendo Switch
Developer : Marvelous First Studio
Publisher : Nintendo
Distributor : CD Media S.A.
Available for : Switch
Release date : 13-09-2019

3 comment(s)