Το Exo One δεν είναι ένα ακόμα sci-fi παιχνίδι 

Μερικά λόγια για μια από τις πιο ενδιαφέρουσες εμπειρίες της χρονιάς

Το Exo One δεν είναι ένα ακόμα sci-fi παιχνίδι

Υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο στο Exo One και το νιώθεις από τα πρώτα δευτερόλεπτα που πιάνεις το χειριστήριο στο χέρι σου. Η αίσθηση που –σχεδόν στιγμιαία, κατά έναν μαγικό τρόπο- σου μεταφέρει, ξεφεύγει από την συνηθισμένη παλέτα των sci-fi και μοιάζει να έχει μέσα της ενδιαφέρουσες αποχρώσεις που προσωπικά, με ξάφνιασαν. Συνήθως, αυτές οι ιστορίες εξόρμησης σε εξωγήινους πλανήτες ποντάρουν στον “εξωτικισμό” τους, στο “αλλόκοτο”, το “διαφορετικό” και το “απόκοσμο” των εικόνων τους. Το κάνουν για να επικοινωνήσουν το δέος, το θαυματουργό της φύσης και την αποξένωση που μας προκαλεί αυθόρμητα η κλίμακα και το άγνωστο του σύμπαντος.

Η τεράστια έξαρση τέτοιων ιστοριών από τα τέλη του 20ου αιώνα και έπειτα όμως, επέφερε εντελώς φυσιολογικά, μια μετριοπάθεια στις αντιδράσεις μας. Κοινώς, υπάρχουν εικόνες και προσεγγίσεις που πλέον έχουν εισέλθει στα πεδία του κλισέ και φαντάζουν επιφανειακές ή “φτηνές”. Δεν συγκινούμαστε πια τόσο εύκολα. Εδώ, υπάρχει κάτι περισσότερο από μια πιεσμένη προσπάθεια για εξωτικές εικόνες και “εξωγήινες” αισθητικές εκκεντρικότητες. Υπάρχει μια πολύ ξεκάθαρη, “χτισμένη” προσεκτικά, προοπτική πάνω στο θέμα. Πέντε χρόνια χρειάστηκε ο δημιουργός του, Jay Wilson, για να ολοκληρώσει το project και το αποτέλεσμα κουβαλάει μια μοναδικότητα που είναι δύσκολο να επιβιώσει σε μεγαλύτερης κλίμακας παραγωγές. Κάτω τις εντυπωσιακές εικόνες και την όμορφη, μινιμαλιστική αισθητική του λοιπόν, εντοπίζεται μια παλλόμενη μελαγχολία που φαίνεται ριζωμένη βαθιά στην ταυτότητά του και δίνει βαθύτερη ζωή στην εμπειρία. Είναι, νομίζω, μια μελαγχολία για το αναπόφευκτο τέλος του ανθρώπου -ή τουλάχιστον του ανθρώπου όπως τον ξέρουμε- μπροστά στο “άπειρο”, μπροστά στο απέραντο μέγεθος του σύμπαντος, μπροστά στην απόλυτη γνώση.  

Ο παίκτης χειρίζεται ένα ειδικό αεροσκάφος που έχει το σχήμα μιας μπίλιας. Ο πρωτότυπος τρόπος που λειτουργεί αυτό είναι ότι στηρίζεται στην βαρύτητα για να πάρει ώθηση. Υπάρχει λοιπόν ένα κουμπί με το οποίο η “μπίλια” μας δέχεται τεράστια βαρυτική δύναμη, ενώ, αφήνοντας αυτό το κουμπί, η βαρύτητα επανέρχεται σε φυσιολογικά επίπεδα. Οπότε, ο παίκτης πρέπει να εκμεταλλεύεται την κλίση του εδάφους ώστε με την βοήθεια της βαρύτητας να επιταχύνει το αεροσκάφος του και έπειτα να το αφήνει να εκσφενδονίζεται. Στον αέρα, το σκάφος μπορεί να αλλάξει σχήμα, να γίνει σαν μια πλακουτσωτή πέτρα, για να διατηρήσει το υψόμετρό του. Αυτή η μεταμόρφωση όμως, κοστίζει ενέργεια και δεν μπορεί να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Στην πορεία του παιχνιδιού, μπορείτε να συλλέξετε μερικά upgrades που διευρύνουν το χρονικό αυτό διάστημα. Είναι τα μοναδικά “αντικείμενα” στον κόσμο του που μπορεί να σας αποσπάσουν από τον βασικό σας σκοπό που είναι να ταξιδέψτε, να διασχίσετε τον κάθε πλανήτη μέχρι να “εκτοξευθείτε” στον επόμενο. Το gameplay έχει όσο βάθος χρειάζεται για να μην παρεκτραπεί η εμπειρία από τα θεματικά και συναισθηματικά της πλαίσια και βρίσκω πολύ εύστοχο το γεγονός ότι δεν έχει κατάσταση “game over”.

Κάθε πλανήτης έχει το δικό του concept που απαιτεί μια διαφορετική προσέγγιση αλλά γενικά, ο χειρισμός του σκάφους, το “παικτικό” κομμάτι δηλαδή, δεν απαιτεί από τον παίκτη κάποια απόλυτη αφοσίωση για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις. Αυτό δίνει “χώρο” στο παιχνίδι για να αναπνεύσει ως μια πιο “εσωτερική” εμπειρία. Ένα ταξίδι σχεδόν στοχαστικό που θέλει να σε απορροφήσει εγκεφαλικά και συναισθηματικά και όχι να σε προκαλέσει σε επίπεδο μηχανισμών. Δε θέλει να ψάχνεις να βρεις τρόπο να “κερδίσεις” σε αυτό, θέλει να ταξιδέψεις μαζί του. Η “πάλη” μεταξύ βαρύτητας και πετάγματος μου θύμισε το Journey και το ότι η μόνη έξτρα πρόκληση στο gameplay αφορά την ταχύτητα, νομίζω του προσδίδει μια στρώση μελαγχολικής ειρωνείας.   

Όπως το εξέλαβα εγώ, το Exo One αφηγείται μια ιδιαίτερη ιστορία διάσωσης η οποία όμως συνοδεύεται από ένα ακριβό τίμημα για τον πρωταγωνιστή. Αφηγείται αυτήν την ιστορία του σε μικρά φλας εικόνων ανάμεσα και κατά τη διάρκεια του gameplay, σαν μνήμες που έχουν στοιχειώσει το μυαλό ή ιστορίες ενός μακρινού μισό-ξεχασμένου παρελθόντος, και τα οποία δεν είναι πάντα πολύ ξεκάθαρα. Πέρα από την ίδια την ιστορία, το αισθητικό τους αποτύπωμα είναι, για ακόμα μια φορά, τρομερά εύστοχο. Το μεγαλύτερο προσόν του Exo One δεν πιστεύω ότι βρίσκεται στην όποια συγκεκριμένη πλοκή αφηγείται ελλειπτικά, αλλά στην γενικότερη διάθεση που σε τοποθετεί, στην ατμόσφαιρα που χτίζει και το θεματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο σε παρασέρνει από το σύνολο του σχεδιασμού του. Όσο ταξιδεύεις σπάζοντας το φράγμα του ήχου με την ταχύτητά σου, δεν είναι έξαψη αυτό που νιώθεις, δεν ανεβαίνει η αδρεναλίνη σου, αλλά, το συναίσθημα που βγαίνει περισσότερο στην επιφάνεια είναι μια απέραντη μοναξιά. Σε όλους τους πλανήτες, τα τοπία είναι αχανή και ερημικά, με κλίμακα “εχθρική” για τον άνθρωπο, χώροι μιας μεγαλειώδους αφιλόξενης ομορφιάς που, μοιραία, δε μοιράζεσαι με κανέναν άλλον. Και ούτε πρόκειται.

Είσαι μόνος σου εκεί έξω, μια μικρή μπιλίτσα, ένα τίποτα, βλέποντας εικόνες και κόσμους που δεν μπορεί να επεξεργαστεί εύκολα ο ανθρώπινος νους και καταλαβαίνεις πως δεν υπάρχει επιστροφή. Όλο το ταξίδι, όπως διαφαίνεται από τα πρώτα δευτερόλεπτα, εξελίσσεται σε μια μελαγχολική πορεία αποξένωσης, σαν σταδιακά, με κάθε νέα συμπαντική στάση να απομακρύνεσαι όλο και περισσότερο από τον παλιό, “ανθρώπινο” εαυτό σου. Είναι ένα “γλυκόπικρο” ταξίδι, μια ελεγειακή κατάβαση προς ένα τέλος. Το αν αυτό το τέλος θα είναι και κάποια αρχή, αφήνεται μάλλον στην δική μας ερμηνεία και επιλογή.

0 σχολια