Υπάρχουν αυτές οι ταινίες που μοιάζουν τόσο αθόρυβες, τόσο μικρές, που θαρρείς πως μετά τη θέαση τους τίποτα απολύτως δεν πρόκειται να σε αλλάξει, απλώς θα τις βάλεις να χαζέψεις λίγο. Κι όμως, από εκεί που δεν το περιμένεις, μετά το φινάλε τους χρειάζεσαι κάποια λεπτά, αν όχι ώρες, αν όχι μέρες, για να συνέλθεις, να τοποθετήσεις μέσα σου όλα εκείνα που μόλις είδες, άκουσες και αισθάνθηκες.
Το The Shawshank Redemption δεν το είχα δει ποτέ μου στο σινεμά. Είχα το κουτί από το DVD στα ράφια μου, έπεφτε το μάτι μου στο εξώφυλλο, αλλά δεν μου έκανε ποτέ το «κλικ» να το πάρω, να το βάλω να το δω, γιατί την είχα κατατάξει στο μυαλό μου ως ακόμη μία ταινία από αυτές που ανέφερα παραπάνω, δηλαδή ότι δεν έχει τίποτα απολύτως να μου δώσει.
Έφηβος ήμουν όταν ο κολλητός μου, σε μία από τις κουβέντες μας, με ρώτησε «Την Τελευταία Έξοδο της Ρίτα Χέιγουορθ, την έχεις δει;». Κι έτσι, εκείνο το βράδυ, πάτησα το play για να τη δω. Το πρώτο «τυράκι» που τσίμπησα ήταν η μουσική. Στη συνέχεια, αυτό που ξετυλίχθηκε μπροστά στα μάτια μου ήταν για εμένα, εκείνη τη στιγμή, η καλύτερη ταινία που είχα δει στη ζωή μου.
Οι ερμηνείες, ο διαβολικός διευθυντής, ο άψυχος φύλακας, οι αδελφές, η παρέα του Andy, o Brooks, η αφήγηση, η μουσική, η σκηνοθεσία, αυτός ο σκοτεινός κόσμος που όμως ποτέ δεν καταφέρνει να σβήσει την ελπίδα του ήρωα, όλα τόσο τακτοποιημένα και έξυπνα τοποθετημένα για να σου κλέψουν την καρδιά, για να σε... αλλάξουν. Και το κάνουν. Σε αλλάζουν, σε διαμορφώνουν, μάλιστα με τον πιο θετικό τρόπο.
Δεν θα ήθελα να επεκταθώ σε ό,τι αφορά την πλοκή, τους πρωταγωνιστές, τον Stephen King και όλες αυτές τις πληροφορίες. Όσοι την έχουν δει τα γνωρίζουν ήδη, ενώ όσοι δεν την έχουν δει, τι σημασία έχουν πραγματικά αυτές οι λεπτομέρειες; Αυτό που θα βιώσουν είναι το σημαντικό.
Αν λοιπόν κάποιος με ρωτούσε ποια είναι η ταινία που θα έπρεπε να έχει δει έστω μία φορά στη ζωή του, θα είχα φυσικά πολλές να του προτείνω, αλλά θα ξεκινούσα με το The Shawshank Redemption.
Για εσάς όμως ποια θα ήταν η πρόταση σας;