Ας προσπαθήσουμε μαζί, όχι να περιγράψουμε την αρχική σκηνή του πρώτου επεισοδίου του Lost, αλλά να ανασύρουμε εκείνα τα πρώτα συναισθήματα που νιώσαμε όταν σιγά σιγά αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε τι πραγματικά βλέπαμε. Το αισθανόμασταν ότι παρακολουθούσαμε κάτι μεγάλο, κάτι καινοτόμο, μια μικρή επανάσταση σε ένα μέσο που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε μόνο παλιές δόξες να θυμάται. Ήταν το συναίσθημα ότι η τηλεόραση ξαφνικά μεγάλωσε, ότι έσπασε το δικό της καλούπι. Μέχρι τότε, οι περισσότερες σειρές ακολουθούσαν την πεπατημένη των αυτοτελών επεισοδίων, όπου οι ήρωες έλυναν την υπόθεση της εβδομάδας και μετά περίμενες το επόμενο κεφάλαιο, όπως το CSI και το Law & Order, με το The Sopranos να αποτελεί τη μοναδική εξαίρεση. Το Sopranos έγραφε τη δική του ιστορία και του αξίζει ένα ειδικό αφιέρωμα κάποια στιγμή στο μέλλον. Μετά από αυτό, όμως δεν υπήρχε πραγματικά τίποτα. Τίποτα, μέχρι να ανοίξει τα μάτια του ο Jack μέσα σε εκείνο το δάσος από μπαμπού.
Αυτό το πρώτο δεκάλεπτο σε εκείνη την παραλία, δεν ήταν απλώς μια εντυπωσιακή εισαγωγή, ήταν μια ξεκάθαρη δήλωση πρόθεσης από τους δημιουργούς της σειράς. Από την πρώτη στιγμή έδειξαν ότι το Lost δεν θα ακολουθούσε τους παραδοσιακούς κανόνες της τηλεόρασης. Το ρεαλιστικό χάος, η αγωνία που γεννούσε ο ήχος της τουρμπίνας, οι αντιδράσεις των επιζώντων, όλα στήθηκαν για να κάνουν τον θεατή να νιώσει ότι βρίσκεται κι εκείνος μέσα στο ατύχημα. Δεν υπήρχε πουθενά η ασφάλεια της συνηθισμένης τηλεοπτικής αφήγησης και απολύτως καμία ομαλή εισαγωγή στους χαρακτήρες. Το Lost γράπωσε τους θεατές και τους ανάγκασε να βρεθούν μαζί με τους πρωταγωνιστές σε εκείνο το νησί.

Αυτό που ακολούθησε ξεπέρασε ακόμη και τις προσδοκίες των δημιουργών, του J. J. Abrams, του Damon Lindelof και του Jeffrey Lieber. Το Lost μετατράπηκε από μια τηλεοπτική επιτυχία σε ένα πολιτισμικό γεγονός που σημάδεψε την ποπ κουλτούρα των αρχών του 21ου αιώνα. Το εβδομαδιαίο ραντεβού με το κοινό του έδινε τον χρόνο να αναλύει κάθε λεπτομέρεια, να φτιάχνει θεωρίες και να συζητά όσα είχε δει. Έτσι, το ενδιαφέρον δεν περιοριζόταν στην ίδια την προβολή των επεισοδίων αλλά απλωνόταν σε ατελείωτες κουβέντες και ερμηνείες που κράτησαν ζωντανό το μυστήριο για χρόνια.
Ήταν το Lost που δημιούργησε μια μυθολογία και θύμισε τον τρόπο με τον οποίο το The Twilight Zone είχε σπρώξει τα όρια της τηλεόρασης δεκαετίες νωρίτερα, δίνοντας στο κοινό μυστήριο, αλληγορίες και υπαρξιακά ερωτήματα. Ήταν επίσης το Lost που αξιοποίησε με πανέξυπνο τρόπο ένα αφηγηματικό εργαλείο όχι και τόσο διαδεδομένο μέχρι τότε, τα flashbacks, τα οποία έδιναν βάθος στους χαρακτήρες, αποκάλυπταν σταδιακά το παρελθόν τους και μετέτρεπαν την προσωπική τους ιστορία σε κομμάτι της συνολικής μυθολογίας της σειράς.

Η ιδέα για το Lost γεννήθηκε το 2003 όταν ο επικεφαλής της ABC, Lloyd Braun, εμπνεύστηκε στις διακοπές του στη Χαβάη ένα τηλεοπτικό μείγμα από το Cast Away, το Survivor και το Lord of the Flies. Παρά τις αρχικές αμφιβολίες, η ιδέα τελικά πέρασε στα χέρια των J. J. Abrams και Damon Lindelof που του έδωσαν υπερφυσικό τόνο και διαμόρφωσαν την πολύπλοκη αφηγηματική του δομή.
Το Lost άφησε μια παρακαταθήκη που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Άνοιξε τον δρόμο για σειρές που τόλμησαν να πειραματιστούν με τη φόρμα και τη θεματολογία, απέδειξε ότι το κοινό μπορεί να ακολουθήσει περίπλοκες αφηγήσεις και να επενδύσει συναισθηματικά σε χαρακτήρες γεμάτους αντιφάσεις. Το φινάλε του, τον Μάιο του 2010, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και για πολλούς λειτούργησε σαν προδοσία. Για άλλους, όμως, ήταν η φυσική κατάληξη μιας ιστορίας που ποτέ δεν στόχευε να δώσει όλες τις απαντήσεις. Όπως κι αν το δει κανείς, το Lost έμεινε στη μνήμη μας όχι μόνο για τα μυστήρια που έθεσε αλλά κυρίως για τον τρόπο που μας έκανε να τα ζήσουμε.