Στις 14 Ιουλίου του 2000 κάνει πρεμιέρα στις αμερικανικές αίθουσες μια ταινία που έμελλε να επαναπροσδιορίσει για πάντα τη σχέση του σινεμά με τα κόμικ. Το X-Men μπορεί να μην ήταν η πρώτη υπερηρωική ταινία ούτε η πιο ακριβή παραγωγή της εποχής, ήταν όμως η πρώτη φορά που το όνομα της Marvel και των ιστοριών της συνδέθηκε με μια μεγάλη εμπορική επιτυχία στο box office.
Ωστόσο, η ταινία στις αρχές της διαδρομής της, ακόμα και πριν ξεκινήσει επίσημα η παραγωγή, δεν είχε τους πιο θερμούς υποστηρικτές. Η ιδέα για μια κινηματογραφική μεταφορά των X-Men υπήρχε ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα, όμως κανένα στούντιο δεν θεωρούσε ότι οι υπερήρωες της Marvel μπορούσαν να μεταφραστούν σε κινηματογραφική επιτυχία. Το πρότζεκτ πέρασε από πολλά χέρια, άλλαξε κατευθύνσεις και επί χρόνια έμενε στάσιμο.

Αυτό που τελικά άλλαξε την οπτική των στούντιο ήταν η αναπάντεχη επιτυχία της animated σειράς των X-Men τη δεκαετία του 90. Η σειρά προβλήθηκε στο Fox Kids και κατάφερε να κερδίσει όχι μόνο το παιδικό κοινό αλλά και μεγαλύτερες ηλικίες, αποδεικνύοντας πως οι μεταλλαγμένοι ήρωες είχαν απήχηση και εκτός κόμικ. Έτσι, οι συνθήκες άρχισαν να μεταβάλλονται σταδιακά και η ιδέα ενός live action άρχισε να θεωρείται όχι μόνο εφικτή αλλά και πολλά υποσχόμενη.
Όλα ξεκίνησαν κυρίως από την παραγωγό Lauren Shuler Donner, η οποία εξασφάλισε τα δικαιώματα για λογαριασμό της Fox και προσπάθησε να δώσει ζωή στο πρότζεκτ με μια πιο ώριμη και κινηματογραφική προσέγγιση. Μετά από αρκετές αλλαγές προσώπων, τη σκηνοθεσία ανέλαβε τελικά ο Bryan Singer, ο οποίος, παρότι δεν είχε ασχοληθεί ξανά με υπερήρρωες, είχε ξεχωρίσει στον χώρο με την επιτυχία του The Usual Suspects και θεωρήθηκε πως ήταν αυτός που θα μπορούσε να προσδώσει έναν σοβαρό και ανθρώπινο τόνο στην ιστορία των μεταλλαγμένων.

Ο Singer ήθελε να δώσει έμφαση στα κοινωνικά και πολιτικά μηνύματα που κρύβονταν πίσω από τους χαρακτήρες με στόχο να αποφύγει την υπερβολή και την επιφανειακή δράση και φάνηκε τελικά ότι το όραμά του ταίριαζε με την κατεύθυνση που ήθελε να δώσει η παραγωγή.
Επίσης, σημαντικό κομμάτι της επιτυχίας της ταινίας ήταν το κάστινγκ των ηθοποιών. Η Fox επέλεξε να στηριχθεί σε ηθοποιούς με υποκριτικό βάθος και θεατρική εμπειρία ώστε να προσδώσουν ένα ιδιαίτερο κύρος στους χαρακτήρες. Ο Patrick Stewart, ήδη αγαπητός στο κοινό από το Star Trek: The Next Generation, ήταν η ιδανική επιλογή για τον ρόλο του Professor Charles Xavier. Η φωνή του, η παρουσία του και η ηρεμία που εξέπεμπε ταίριαζαν απόλυτα με τον ήρωα των κόμικ. Απέναντί του, στον ρόλο του Magneto, βρέθηκε ένας άλλος θεατρικός γίγαντας, ο Ian McKellen, ένας από τους σπουδαιότερους Βρετανούς ηθοποιούς της εποχής.

Η Halle Berry ανέλαβε τον ρόλο της Storm, μιας από τις πιο εμβληματικές γυναικείες παρουσίες των X-Men και η Famke Janssen τη Jean Grey, ενώ η Anna Paquin, που είχε ήδη κερδίσει Όσκαρ σε νεαρή ηλικία, υποδύθηκε την εσωστρεφή Rogue. Όλες οι επιλογές σηματοδοτούσαν την πρόθεση της παραγωγής να αποφύγει τις εύκολες λύσεις και να επενδύσει σε ηθοποιούς που θα αντιμετώπιζαν το υλικό με σοβαρότητα.
Η πιο κομβική όμως επιλογή ήταν αυτή του Hugh Jackman στον ρόλο του Wolverine. Τίποτα δεν θα ήταν ίδιο χωρίς αυτην την επιλογή. Αρχικά, είχε επιλεγεί ο Dougray Scott, όμως λόγω υποχρεώσεων με την ταινία Mission: Impossible 2, αναγκάστηκε να αποχωρήσει. Έτσι, σχεδόν την τελευταία στιγμή, ο Jackman κλήθηκε να αναλάβει τον ρόλο. Άγνωστος τότε στο ευρύ κοινό με εμπειρία κυρίως στο θέατρο και στη μουσική σκηνή της Αυστραλίας, κατάφερε να ενσαρκώσει έναν χαρακτήρα εσωτερικά τραυματισμένο, βίαιο και ταυτόχρονα συγκινητικό. Ο Wolverine θα γινόταν στη συνέχεια ο πιο αναγνωρίσιμος κινηματογραφικός ήρωας της Marvel μέχρι την εποχή του Iron Man και ο Jackman θα ταυτιζόταν απόλυτα μαζί του για πάνω από είκοσι χρόνια.

Τελικά, το X-Men κυκλοφόρησε σε περισσότερες από 3.000 αίθουσες στις Ηνωμένες Πολιτείες και η εμπορική του επιτυχία ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Το άνοιγμά του έφτασε τα 54,4 εκατομμύρια δολάρια το πρώτο Σαββατοκύριακο, ένα εντυπωσιακό νούμερο για την εποχή, ενώ συνολικά η ταινία συγκέντρωσε 157,3 εκατομμύρια δολάρια στο αμερικανικό box office και 139,5 εκατομμύρια δολάρια διεθνώς, με τελικό παγκόσμιο σύνολο σχεδόν 297 εκατομμύρια. Που σημαίνει ότι με μπάτζετ περίπου 75 εκατομμύρια δολάρια, απέφερε τετραπλάσια έσοδα και άνοιξε τον δρόμο για μια σειρά από συνέχειες, spin-offs και τελικά για μια ολόκληρη εποχή υπερηρωικών ταινιών που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Must Read
Το Avengers: Doomsday είναι το “reset” που περιμένουν οι fans
Η Marvel κρατάει ένα μυστικό για το Avengers: Doomsday
Marvel Comics: Έρχεται ένα νέο τρομακτικό σύμπαν με τίτλο Midnight!