Το καλοκαίρι του 1989, το σινεφίλ κοινό των Ηνωμένων Πολιτειών θα έρθει για πρώτη φορά σε επαφή με τον γοτθικό, φουτουριστικό, νουάρ και βαθιά σκοτεινό κόσμο της Gotham City. Ανάμεσα σε γοτθικά κτίρια που μοιάζουν να έχουν σχεδιαστεί από έναν αρχιτέκτονα σε νευρική κρίση και αλλόκοτες σκιές που κρύβουν μυστικά, παραμορφωμένες φιγούρες και φόβους που κανείς δεν ομολογεί, ξεδιπλώνεται μια πόλη φτιαγμένη τελικά όχι από τούβλα αλλά από διαφθορά και μια σιωπηλή απελπισία που διαπερνά τα πάντα.
Ο Batman του Tim Burton ήρθε για να αποδομήσει το είδωλο του τότε ήρωα και να το επαναπροσδιορίσει με υλικά πιο σκοτεινά, εσωτερικά και ψυχολογικά. Μέχρι τότε, ο Batman είχε ταυτιστεί στη συλλογική συνείδηση με την πολύχρωμη, σχεδόν καρτουνίστικη εκδοχή της τηλεοπτικής σειράς της δεκαετίας του ’60 με τον Adam West. Ένας ήρωας γεμάτος ειρωνεία, χωρίς υπαρξιακά διλήμματα και πάντα με ένα χαμόγελο κάτω από τη μάσκα. Ο Burton αγνόησε συνειδητά αυτό το παρελθόν και στράφηκε στην αυθεντική, σκοτεινή ρίζα του χαρακτήρα, όπως αυτή αποτυπώθηκε στα κόμικ των δημιουργών του, Bob Kane και Bill Finger.

Η παραγωγή της ταινίας υπήρξε ένας επίμονος αγώνας που διήρκεσε σχεδόν μία δεκαετία, με τον Michael Uslan να αγοράζει τα δικαιώματα από τη DC Comics το 1979 με σκοπό να φέρει στο πανί έναν Batman σκοτεινό και δραματικό, όπως ακριβώς τον είχαν οραματιστεί οι δημιουργοί του το 1939. Ωστόσο, τα στούντιο εκείνης της εποχής ήταν διστακτικά, καθώς επέμεναν να συνδέουν τον ήρωα με την ποπ αισθητική της τηλεοπτικής του εκδοχής. Το έργο πέρασε από πολλά χέρια, από τον Tom Mankiewicz έως τον Ivan Reitman και τον Joe Dante, μέχρις ότου η Warner Bros., επηρεασμένη από την επιτυχία του Beetlejuice, εμπιστεύτηκε τον Tim Burton, έναν σκηνοθέτη με εκκεντρική φαντασία αλλά χωρίς προηγούμενη εμπειρία στον χώρο των υπερηρωικών ιστοριών.
Ο Burton, με την ιδιοσυγκρασιακή του ματιά και την ιδιαίτερη σχέση που διατηρεί με την απομόνωση, τη μελαγχολία και το αλλόκοτο, δεν προσέγγισε τον Batman ως έναν ακόμη ήρωα δράσης αλλά ως μια τραυματισμένη συνείδηση που κρύβεται μέσα σε μια μάσκα. Πιστός οπαδός του τρόμου και λάτρης του κλασικού κινηματογράφου, γνωρίζει καλά πως η απαρχή του κακού στο σινεμά ξεκινά στην εξπρεσιονιστική Γερμανία. Επηρεασμένος από αυτό το κίνημα, χτίζει τη Gotham σαν εφιάλτη βγαλμένο από το Cabinet of Dr. Caligari, με χαρακτήρες που κινούνται μέσα σε έναν χώρο που μοιάζει να έχει δημιουργηθεί από τις ίδιες τους τις ενοχές.

Ο Michael Keaton υποδύεται έναν Batman εσωστρεφή, έναν ήρωα που δεν φωνάζει την τραγικότητά του αλλά την κουβαλά βαθιά μέσα του με το βλέμμα του πάντα σταθερό αλλά και αποστασιοποιημένο. Αντίθετα, ο Jack Nicholson ενσαρκώνει έναν Joker εξωστρεφή και εκρηκτικό, έναν χαρακτήρα που απολαμβάνει την παράνοια και την καταστροφή με έντονη σκηνική παρουσία ενώ η μουσική του Danny επιβλητική και απόλυτα εναρμονισμένη με την αισθητική της ταινίας, δεν περιορίζεται στο να συνοδεύει τις εικόνες αλλά ενισχύει την ένταση, τη δραματουργία και την αίσθηση ενός αλλόκοτου ατμοσφαιρικού κόσμου.

Μέχρι σήμερα, η ταινία θεωρείται σημείο αναφοράς όχι μόνο γιατί άνοιξε τον δρόμο για πιο ώριμες, σοβαρές και στιλιστικά φροντισμένες μεταφορές κόμικ αλλά γιατί υπενθύμισε στο Χόλιγουντ ότι ακόμη και οι ήρωες με κάπα αξίζουν να έχουν βάθος, αντιφάσεις και γκρίζες ζώνες. 36 χρόνια από την πρεμιέρα του, ο Batman του Burton εξακολουθεί να λειτουργεί ως πρότυπο κινηματογραφικής προσέγγισης που τολμά να συνδυάσει το είδος της υπερηρωικής περιπέτειας με στοιχεία ψυχολογικού δράματος, εικαστικής συνέπειας και τολμηρή σκηνοθετική ταυτότητα.
Tags
Must Read
Batman PART II: Τι έχει αποκαλυφθεί μέχρι τώρα
Batman Part II: Ο σκηνοθέτης δημοσίευσε τις πρώτες εικόνες από τη νέα ταινία
Τελικό trailer για το LEGO Batman: Legacy of the Dark Knight