Είναι το "Power of the Dog" η σινεφίλ ταινία της χρονιάς για το Netflix; | Review 

O χαρισματικός Benedict Cumberbatch κλέβει την παράσταση

Είναι το "Power of the Dog" η σινεφίλ ταινία της χρονιάς για το Netflix; | Review

Βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Thomas Savage, το The Power of the Dog, έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο 78ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας στις 2 Σεπτεμβρίου 2021, εκεί, όπου η Jane Campion κέρδισε το «Ασημένιο Λιοντάρι» για την καλύτερη σκηνοθεσία και σίγουρα αυξάνονται οι πιθανότητες να δούμε την ταινία της ως πιθανό υποψήφιο στα φετινά Όσκαρ. Από τις 17 Νοεμβρίου παίζει σε επιλεγμένους κινηματογράφους, και πλέον, οι εγγεγραμμένοι συνδρομητές του Netflix, θα μπορούν να την αναζητήσουν στην ψηφιακή του βιβλιοθήκη καθώς ο streaming κολοσσός έχει αγοράσει τα δικαιώματα της.

Η βραβευμένη με Όσκαρ Νεοζηλανδή, Jane Campion, σκηνοθετεί αλλά και διασκευάζει το σενάριο της ταινίας, με μουσική του υπερ-ταλαντούχο βρετανού καλλιτέχνη, μέλος του συγκροτήματος Radiohead, John Greenwood, με αξιόλογες κινηματογραφικές δουλειές στα There Will Be Blood (2007), You Were Never Really Here (2018) και Phantom Thread (2018), ενώ πρωταγωνιστούν οι: Benedict Cumberbatch, Kirsten Dunst, Jesse Plemons, Kodi Smit-McPhee και Thomasin McKenzie.

Η υπόθεση της ταινίας εξελίσσεται το μακρινό 1925, στην πολιτεία των Ηνωμένων Πολιτειών, Μοντάνα. Με φόντο το σκηνικό της άγριας δύσης, ο σκληροτράχηλος και άκρως μισογύνης και ομοφοβικός ιδιοκτήτης ενός ράντσου Phil Burbank, το οποίο διαχειρίζεται μαζί με τον κάπως πιο μαλθακό και ευγενή αδελφό του George Burbank, θα ενοχληθεί ιδιαίτερα όταν ο δεύτερος, αποφασίζει να παντρευτεί την Rose Gordon, μία χήρα μαγείρισσα, άλλοτε επιτυχημένη πιανίστα σε κινηματογραφικές αίθουσες, η οποία μετακομίζει μαζί με τον γιο της Peter Gordon, στην επιβλητική τους φάρμα. Τα πράγματα δεν κυλούν καθόλου ήρεμα εκεί, καθώς ο Phil, δείχνει όλο και με πιο έντονο τρόπο την δυσαρέσκεια του προς την γυναίκα του George, αλλά και στον πιο ευαίσθητο γιό της, Peter.

Η Νεοζηλανδή σκηνοθέτις, μετά από 12 ολόκληρα χρόνια, αποφασίζει να επιστρέψει στο σινεμά για να μας διηγηθεί ένα ψυχόδραμα, μία σκληρή ιστορία αγάπης και μίσους, συναισθηματικής καταπίεσης μέσα σε ένα τοξικό και εχθρικό περιβάλλον, όπου οι πάντες κρίνονται αρνητικά με την πρώτη ευκαιρία. Οι θεματικές της αρρενωπότητας, του χαμένου ρομαντισμού, της προδοσίας αλλά και της νοσταλγίας φωτίζονται μέσα από τους καλογραμμένους χαρακτήρες της Campion, η οποία μας δείχνει ότι η ένταση και το σασπένς, δεν είναι απαραίτητο να χτιστούν μονάχα από την πλοκή. Το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί κάποιος να δημιουργήσει και μέσα από τις σχέσεις των χαρακτήρων της ταινίας, πράγμα που συμβαίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Σε αυτό βέβαια βοηθάει η εκπληκτική μουσική του Greenwood, ο οποίος φτιάχνει μελωδίες που γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι της αφήγησης. Η δύναμη της μουσικής του σε συνδυασμό με τις άρτιας αισθητικής εικόνων, και τα βλέμματα που ανταλλάσσουν οι ηθοποιοί, δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα, το οποίο είναι αρκετό για να σου μεταφέρει συναισθήματα αγωνίας και ανησυχίας χωρίς την χρήση διαλόγου μεταξύ τους.

Και η μουσική είναι συνέχεια εκεί, μπροστά από όλα, ξεχωρίζει, προσδίδοντας στην κάθε σκηνή την συναισθηματική ένταση που της αρμόζει, ή που και κάποιες φορές, της λείπει κιόλας. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι, χωρίς την προσθήκη του Greenwood, θα είχαμε μία άλλη ταινία, ενδεχομένως όχι και τόσο καλή.

Πέρα από την μουσική όμως, η οποία σε συνδυασμό με την φωτογραφία, καθορίζει τον τόνο και την ατμόσφαιρα της ταινίας, έχουμε και τις εξαιρετικές ερμηνείες από το κουαρτέτο: Benedict Cumberbatch, Kirsten Dunst, Jesse Plemons και Kodi Smit-McPhee. Οι δυναμικές που δημιουργούνται μεταξύ τους είναι αυτές που οδηγούν την ιστορία. Χωρίς υπερβολές και εκρήξεις, αλλά με διακριτικές χειρονομίες και κλεφτά βλέμματα, η ένταση χτίζεται αργά και σταθερά μέχρι το  σκοτεινό φινάλε.

Ξεχωρίζει φυσικά η ερμηνεία του Cumberbatch, ο οποίος, μέσα από την φωνή του, την στάση του, τις κινήσεις του σώματος και τους διακριτικούς μορφασμούς του, ζωντανεύει την δράση αλλά και το συναισθηματικό βάρος που κουβαλάει ο χαρακτήρας του.

Το The Power of the Dog, είναι ένα εξαιρετικό ψυχόδραμα που σπανίζουν στον κινηματογράφο, και το Netflix θα πρέπει να αισθάνεται περηφάνια που συγκαταλέγεται στη βιβλιοθήκη του. Αν πρέπει να του προσάψουμε κάτι, αυτό θα ήταν η σκηνοθεσία της Jane Campion η οποία κατά διαστήματα μοιάζει να παίρνει τον εαυτό της πιο σοβαρά από όσο θα έπρεπε.

Για παράδειγμα, τα καδραρίσματα από την άγρια ομορφιά του τοπίου αλλά και τα ζουμαρίσματα σε χαίτες αλόγων, έμοιαζαν σαν μία βεβιασμένη προσπάθεια της δημιουργού να δώσει ένα επιπλέον ποιητικό και σκηνοθετικό ύφος το οποίο ήταν αχρείαστο για την ιστορία.

3 σχολιο(α)