Tο Tick, Tick… BOOM! στέλνει τον Andrew Garfield στα Όσκαρ | Review 

Μια ταινία-αφιέρωμα σε έναν από τους πιο μποέμ καλλιτέχνες των ‘90s

Tο Tick, Tick… BOOM! στέλνει τον Andrew Garfield στα Όσκαρ | Review

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, σε ένα παλιό, φτωχικό διαμέρισμα του Greenwich Village, στη Νέα Υόρκη, ζούσε ένας από τους τελευταίους πραγματικούς μποέμ καλλιτέχνες της εποχής. Αρνούμενος να εργαστεί σε συμβατικές δουλειές, είχε αφιερώσει ψυχή και σώμα στην τέχνη και συγκεκριμένα στα θεατρικά μιούζικαλ. Το όνειρό του; Να ανεβάσει ένα απ' αυτά στη θρυλική σκηνή του Broadway. Έγραφε μανιωδώς από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, ενώ τα Σαββατοκύριακα δούλευε ως σερβιτόρος στο μικρό Moondance Diner, του Soho. Τελικά, στις 26 Ιανουαρίου του 1996, αυτή η τρελή του επιθυμία θα γίνει πραγματικότητα με το θεατρικό έργο Rent, το οποίο θα φτάσει να γίνει ένα από τα μακροβιότερα μιούζικαλ του Broadway, με αμέτρητες βραβεύσεις και διακρίσεις. Ο ίδιος δυστυχώς δεν πρόλαβε να ζήσει τίποτα από αυτά, καθώς είχε πεθάνει ξαφνικά το προηγούμενο πρωί της πρεμιέρας του έργου από ανεύρυσμα αορτής. Ήταν μόλις 35 χρονών.

Αυτό είναι ένα μόνο μικρό κομμάτι από την τραγική και συγκινητική ιστορία του ιδιοφυούς Αμερικανού καλλιτέχνη Jonathan Larson, και το παιδί-θαύμα στον χώρο των μιούζικαλ, Lin-Manuel Miranda (In the Heighs, Hamilton), αποφασίζει να κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, παρουσιάζοντας σε εμάς τη ζωή του ανθρώπου που ενέπνευσε και συνεχίζει να εμπνέει γενιές καινούργιων καλλιτεχνών που όνειρο τους είναι να δουν την αναγνώριση του έργου τους. Το Tick, Tick... Boom!, λοιπόν, είναι η πρώτη ταινία που θα δούμε τον Miranda στην καρέκλα του σκηνοθέτη και είναι βασισμένο στο αυτοβιογραφικό μιούζικαλ του Jonathan Larson, με πρωταγωνιστές τους: Andrew Garfield, Alexandra Shipp, Robin de Jesús, Joshua Henry, MJ Rodriguez, Bradley Whitford, Tariq Trotter, Judith Light και Vanessa Hudgens, ενώ το σενάριο υπογράφει ο Steven Levenson.

Η υπόθεση εστιάζει στον πολλά υποσχόμενο θεατρικό συνθέτη Jonathan Larson, μερικές μέρες πριν κλείσει τα 30 του χρόνια ζωής σε αυτό τον πλανήτη και ενώ είναι αποφασισμένος να γράψει το επόμενο μεγάλο αμερικανικό μιούζικαλ. Αυτό είναι το όνειρο του, η σύγκρουση έρχεται αναπόφευκτα από την πραγματικότητα. Οι δύο πιο σημαντικοί άνθρωποι στη ζωή του, ο φίλος του Michael, κι η κοπέλα του Susan, καλλιτέχνες κι αυτοί, αποφασίζουν να παρατήσουν την μποέμικη ζωή και να βρουν εργασία με σταθερό εισόδημα και ιατροφαρμακευτική κάλυψη. Ο Larson από την άλλη, πιστός στην τέχνη του, βρίσκεται στη μέση με τα χρονικά περιθώρια να στενεύουν και σε συνδυασμό με την κρίση μέσης ηλικίας που βιώνει, αισθάνεται ότι τώρα είναι η στιγμή που θα τον καθορίσει ως άνθρωπο-καλλιτέχνη.

Είναι αρκετά δύσκολο να μην ταυτιστεί κάποιος με την ιστορία του Larson, κι ο τρόπος που την χειρίστηκε ο Miranda είναι τέτοιος ώστε να σε γραπώσει συναισθηματικά από τα πρώτα κιόλας λεπτά. Άλλωστε, κι ο ίδιος προέρχεται από τον χώρο του σύγχρονου μουσικού θεάτρου και γνωρίζει πολύ καλά ποιος ήταν ο Jonathan Larson και τι παρακαταθήκη έχουν αφήσει τα έργα του στο ιδιαίτερο θεατρικό αυτό είδος. Παρ' όλα αυτά, αν και σκηνοθετικά μοιάζει κάπως συγκρατημένο, τα βασικά χαρακτηριστικά που συναντάμε συνήθως στα μιούζικαλ, βρίσκονται εκεί. Τα μουσικά κομμάτια ανήκουν ασφαλώς στον Larson, αυτός τα είχε γράψει, τα χορευτικά νούμερα, όμως, είναι αποκλειστικά του Miranda και είναι εξαιρετικά.

Πίσω από την επιτυχημένη απόδοση αυτών των δύο μορφών έκφρασης όμως, βρίσκεται ο Andrew Garfield, ο οποίος δίνει -ίσως- την καλύτερη ερμηνεία στη μέχρι τώρα καριέρα του. Η αφοσίωση που δείχνει στον ρόλο τόσο σωματικά όσο και πνευματικά, είναι ταυτόχρονα συγκινητική και ενθουσιώδης που το να τον δούμε στις υποψηφιότητες των φετινών βραβείων Όσκαρ, δεν θα αποτελέσει έκπληξη. Ο Miranda, έχοντας παρακολουθήσει το θεατρικό έργο του Tony Kushner, Angels in America, το οποίο του χάρισε το πρώτο του Tony Award, δεν είχε κανέναν άλλο ηθοποιό στο μυαλό του πέρα από τον Garfield.

Miranda και Garfield, έχοντας πηγή έμπνευσης το μισοτελειωμένο έργο που άφησε πίσω του ο Larson, μας παρουσιάζουν με απόλυτα ξεκάθαρο τρόπο, την ψυχοσύνθεση ενός απροσάρμοστου καλλιτέχνη, σε σημείο που παρουσιάζει χαρακτηριστικά ψύχωσης, μέχρι να καταφέρει να ξεκλειδώσει τα συναισθήματά του, και στη συνέχεια να τα εκφράσει καλλιτεχνικά, με τον τρόπο που εκείνος θεωρεί καταλληλότερο. Στην διαδρομή, όμως, ριψοκινδυνεύει να χάσει πολλά, ακόμα και τους ανθρώπους που αγαπάει. Βέβαια, η ταινία καταπιάνεται με αυτές τις θεματικές έχοντας ένα συνεχόμενο feel good κλίμα, κάνοντας την θέαση της απολαυστικότερη.

Για περισσότερα από εξήντα χρόνια, τα κινηματογραφικά μιούζικαλ ήταν, ότι είναι οι υπερηρωικές ταινίες στην εποχή μας. Όμως, είναι γνωστό ότι στην χώρα μας, αλλά και γενικότερα στον κόσμο του Χόλυγουντ, το συγκεκριμένο είδος μοιάζει πλέον να είναι υπό εξαφάνιση. Παρ' όλα αυτά, η αφηγηματική ελευθερία που δίνεται στους δημιουργούς, αλλά και το αίσθημα απόδρασης από τους χαρακτήρες που ξεσπούν με τραγούδια και χορό για να εκφράσουν τα συναισθήματα τους, μπορούν να μας χαρίσουν έντονες στιγμές συγκίνησης και ένα rollercoaster συναισθημάτων. Μία αληθινή κινηματογραφική εμπειρία δηλαδή. Και αυτό ακριβώς πέτυχε ο Miranda με το Tick, Tick… BOOM!.

2 σχολιο(α)