Στο Passing του Netflix οι ισορροπίες στη ζωή δύο γυναικών διασαλεύονται | Review 

Σ’ ένα ρετρό δράμα με την υπογραφή της Rebecca Hall

Στο Passing του Netflix οι ισορροπίες στη ζωή δύο γυναικών διασαλεύονται | Review

Με το κοινωνικό δράμα εποχής Passing η Rebecca Hall επιχειρεί να λάβει το βάπτισμα του πυρός ως δημιουργός, μεταφέροντας σε ασπρόμαυρους τόνους στη μεγάλη οθόνη το ομώνυμο μυθιστόρημα της Nella Larsen μέσα από τις εκπληκτικές ερμηνείες των Tessa Thompson και Ruth Negga. Στη νέα αυτή παραγωγή του Netflix, στο cast συμμετέχουν επίσης οι: André Holland, Bill Camp, Gbenga Akinnagbe, Antoinette Crowe-Legacy, και ο Alexander Skarsgård.

Η υπόθεση τοποθετείται στη Νέα Υόρκη του 1920 και εστιάζει στην απροσδόκητη συνάντηση των ‘Irene’ (Thompson) και ‘Clare’ (Negga), δύο παλιών έγχρωμων φιλενάδων από το γυμνάσιο, οι οποίες αρχικά δείχνουν να ξαφνιάζονται ευχάριστα με αυτήν την ανέλπιστη ανανέωση της γνωριμία τους. Σύντομα ωστόσο, οι ζωές τους μοιάζει να περιπλέκονται επικίνδυνα αφού η επανένωσή τους απειλεί να κλονίσει τα θεμέλια της κατά τ’ άλλα επιμελώς τακτοποιημένης κανονικότητάς τους.

Το εν λόγω project συνιστά ένα βραδυφλεγές σε ένταση δράμα που λειτουργεί ως ένα ιδιαίτερο κινηματογραφικό χρονικό, ενσωματώνοντας μέσα του και διάφορα ιστορικά στοιχεία ενός ταραχώδους καιρού του νεότερου παρελθόντος της Αμερικής, όταν ακόμη ο ρατσισμός εκδηλωνόταν στον υπέρτατο βαθμό και με απίστευτη βαρβαρότητα σε πολλά μέρη της χώρας. Το έργο λοιπόν, αυτό καταρχάς επικεντρώνεται σε δύο μιγάδες γυναίκες με αφροαμερικανική καταγωγή, των οποίων το χρώμα της επιδερμίδας ήταν αρκετά ανοιχτό με αποτέλεσμα να νομίζει κανείς ότι είναι λευκές κάτι που ήταν στην προαίρεσή τους το να το διαψεύσουν ή να το ενισχύσουν ως εντύπωση.

Η Hall επιστρατεύει την κοφτερή της ματιά για να αποτυπώσει μέσα από ένα αντικέ στυλιζαρισμένο σκηνικό το κοινωνικοπολιτικό περικείμενο της Νέας Υόρκης κατά τη δεκαετία του ’20. Έτσι, επιλέγει να ντύσει το πολυεπίπεδο αφήγημά της με vintage ύφος, και μία εκλεπτυσμένη καλλιτεχνική αισθητική που θυμίζει παλιό κλασικό σινεμά.

Παράλληλα, υφαίνει και τον σεναριακό μίτο λιτά, με αμεσότητα, ζωντάνια και ενάργεια παρέχοντας, χωρίς να βιάζεται, όλα τα απαραίτητα ερεθίσματα για να ψυχογραφήσει κάποιος τους κύριους δρώντες και να φανούν πιο καθαρά τα κίνητρα, οι πιο μύχιες επιθυμίες και οι επιδιώξεις τους. Οι μούσες που έχει διαλέξει η ανερχόμενη σκηνοθέτιδα, ανταποκρίνονται άψογα στις απαιτήσεις του ρόλου τους και σε μαγνητίζουν η κάθε μία με τον λεπτό τρόπο που αποδίδει την προσωπικότητα την οποία υποδύεται. Οι ματιές τους, οι μορφασμοί, τα νεύματα, οι κινήσεις τους είναι ντελικάτα, αποπνέουν μία αλλιώτικη αισθαντικότητα, γοητεία και φινέτσα ακόμη και στις πιο αμήχανες στιγμές τους, και οπωσδήποτε η εκφραστικότητα των πρωταγωνιστριών κερδίζει τον θεατή.

Επιπρόσθετα, το κοντινό καδράρισμα στα πλάνα, η επιμέλεια της φωτογραφίας από τον Eduard Grau καθώς και οι τζαζ μελωδίες του Devonte Hynes καλλιεργούν ένα ατμοσφαιρικό μελαγχολικό περιβάλλον δράσης ενισχύοντας την υποβλητικότητα του φιλμ και την συγκινησιακή του χροιά. Ενδεχομένως, βέβαια μερικοί να δυσανασχετήσουν με τον σχετικά αργό ρυθμό με τον οποίο εκτυλίσσονται τα πράγματα αλλά σταδιακά γίνεται κατανοητό πως η Hall δίνει χώρο ώστε να «αναπνεύσουν» οι μορφές της ιστορίας, να αναπτυχθούν σε βάθος και να σκιαγραφηθούν καλύτερα οι βασικές αυτές φιγούρες.

Επιπλέον, γίνεται έμμεσα σχολιασμός πάνω σε ζητήματα όπως είναι: ο θαυμασμός, η φιλοδοξία, η αυτοαμφισβήτηση, η ανασφάλεια, η ζήλεια, η ματαιοδοξία, η προσκόλληση σε αναμνήσεις και σε ευσεβείς πόθους που μετατρέπονται βαθμιαία σε απωθημένα, η παγίδευση σε άδικες προκαταλήψεις, στερεότυπα και διακρίσεις που εντείνουν τις ανισότητες και τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Υπογραμμίζεται πως οι κυρίαρχες νόρμες και οι τύποι που υφίστανται κάθε φορά συχνά έχουν επιζήμια επίδραση και διαρρηγνύουν την συνοχή του συνόλου ανατροφοδοτώντας ήδη υπάρχοντα αρνητικά στεγανά που μπορούν να καταδυναστεύσουν τη μοναδικότητα του καθενός. Αποτέλεσμα αυτών των πιέσεων είναι ενίοτε τα άτομα να ενδίδουν στο να απαρνηθούν αυτό που είναι στην πραγματικότητα και να κατακλυστούν από την εμμονή να εξασφαλίσουν την πλήρη αποδοχή και έγκριση πάση θυσία. Επομένως, καταλήγουν να πείθονται να απεμπολήσουν την προσωπική τους ταυτότητα, την ουσία της αυθεντικότητάς τους προκειμένου να αρέσουν, ακόμη κι αν αυτό συνεπάγεται το να χάσουν τελείως τον εαυτό τους.

Το πικρό φινάλε του Passing δεν αποσκοπεί τόσο στο να συγκλονίσει τον δέκτη όσο στο να τον προβληματίσει και να τον ταρακουνήσει κάπως προτρέποντάς τον να σκεφτεί πάνω σε θεμελιώδεις ελευθερίες του ανθρώπου οι οποίες κάποτε δεν θεωρούνταν καν δεδομένες. Επισφραγίζεται μάλιστα, με μία μάλλον αναμενόμενη τραγική έκβαση η οποία κλιμακώνεται με μία χαρακτηριστική zoom out σεκάνς ντυμένη στα λευκά.

0 σχολια