The Mitchells vs. The Machines Review – Απελευθερωμένη, ζεστή και οικογενειακή περιπέτεια 

Οι Lord/Miller υπογράφουν ένα φαντασμαγορικό δημιούργημα από την Sony Animation

The Mitchells vs. The Machines Review – Απελευθερωμένη, ζεστή και οικογενειακή περιπέτεια

Πόσα στούντιο υπάρχουν εκεί έξω που μπορούν να κοντράρουν στα ίσια μια δημιουργία της Pixar; Και δεν αναφέρομαι σε αυτά της Disney, διότι θεματικά τείνουν να είναι πιο παιδικά, πιο ελαφριά στο πώς περνάνε το μήνυμά τους και γενικά δεν έχουν αυτό «κάτι τίς» της Pixar. Βλέπε για παράδειγμα το πρόσφατο “Soul” που αναμενόμενα βραβεύτηκε με το Όσκαρ Καλύτερης ταινίας κινουμένων σχεδίων. Τώρα το πόσο λέει κάτι αυτό το χρυσό αγαλματίδιο για την αξία του ως δημιούργημα δε θα έπρεπε να μας απασχολεί, μιας και το Soul θα μελετάται για χρόνια και ήδη θεωρείται «κλασικό» από πολλούς και όχι άδικα.

Θα αναρωτιέστε γιατί έκανα αυτή την εισαγωγή, αλλά η ομάδα της Sony Animation έχει όλα τα φόντα για να γίνει μια αντι-Pixar και να μη περιμένουμε μια πασχαλιά για να ανθίσει το είδος. Θα μου πείτε υπάρχει και η Laika, υπάρχει και η Illumination. Όμως περισσότερο εστιάζω στην ισορροπία μεταξύ «blockbuster” ταινίας και ενός διηγήματος που ξεπερνά τα στενά όρια μιας απλής «παιδικής ταινίας».

Αυτήν ακριβώς την πολύ δύσκολη ισορροπία πετυχαίνει -στην πλειοψηφία της διάρκειάς της- το Mitchells vs The Machines ή αλλιώς στα ελληνικά «Οι Μίτσελ και η Εξέγερση των Μηχανών». Θα μπορούσα να το περιγράψω και σαν ένα spinoff του «Τρελού Θηριοτροφείου» με μπόλικη μοντέρνα κοινωνική σάτιρα και αρκετά πιο βαθύ μήνυμα.

Οι Μίτσελ, λοιπόν, είναι μια κλασική σχεδόν τυπική αμερικάνικη οικογένεια που ετοιμάζεται να στείλουν την κόρη του στο κολλέγιο και να πραγματοποιήσει τα όνειρά της στον χώρο του κινηματογράφου. Η Katie δεν τα πηγαίνει και πολύ καλά με τον πατέρα της και φαίνεται πως η αποσύνδεση που υπάρχει μεταξύ τους υπερβαίνει ένα απλό χάσμα γενεών. Σε μια προσπάθεια του πατέρα της να αποκαταστήσει αυτό το κενό μεταξύ τους αποφασίζει να συνδυάσουν την μετακόμιση της Katie στο κολλέγιο με μια οικογενειακή εκδρομή με το αυτοκίνητο.

Ξαφνικά όμως μια τεχνολογικής φύσεως Αποκάλυψη λαμβάνει χώρα και η εκδρομή τους που εντάξει δεν πήγαινε και ρόδινα εκτροχιάζεται από στρατιές ρομπότ και μια τεχνητή νοημοσύνη που θέλει να υποδουλώσει την ανθρωπότητα. Βλέπετε τα μοντέρνα θέματα που θίγει το «Mitchells” πιάνουν όλο το φάσμα των ηλικιών μέσα από καθημερινές στιγμές και ευτράπελα που όλοι έχουμε ζήσει, περνάει μπόλικη τροφή για σκέψη στο πόσο βαθιά εξαρτημένοι είμαστε από την τεχνολογία, τα κινητά, τα social media.

Τόσο που σε σημείο να χάνουμε τις απλές απολαύσεις της ζωής, την ανθρώπινη τριβή, τα σκαμπανεβάσματα που έχει η καθημερινότητα αντί για μια ψηφιακή ουτοπία και καθωσπρέπει πρότυπα καταστάσεων και ατόμων. Δεν προσπαθεί επίσης να πει ότι η «επιστροφή στη φύση» είναι η λύση σε τέτοιες περιπτώσεις, αλλά παρουσιάζει με σταθερά αφηγηματικά βήματα ότι σε όλα χρειάζεται ισορροπία και ενίοτε να κάνουμε υποχωρήσεις για να βρούμε τη χρυσή τομή.

Βέβαια, θέλω να αφήσω λίγο το συναισθηματικό και σεναριακό του κομμάτι για να κάνει ιδιαίτερη μνεία στο απίθανο animation που χρησιμοποιεί η ταινία. Ουσιαστικά πρόκειται για την ίδια τεχνική που γνωρίσαμε στο βραβευμένο με Όσκαρ, “Into the Spider-Verse” το οποίο εδώ αποδίδει διαφορετικά σκηνικά. Πρόκειται για ένα απαράμιλλο αποτέλεσμα, χάρμα οφθαλμών, το οποίο το να σας πω πως κάθε του καρέ είναι μια ζωγραφιά δεν είναι υπερβολή. Το ότι το θεοπάλαβο και συνεχώς αυτοσαρκαστικό στιλ του προβάλλεται μέσα από διάφορες εικαστικές παρεμβάσεις και με διάφορα είδη καρτούν και anime σκετσάκια, τα οποία πετάγονται στην οθόνη σε ανύποπτες στιγμές, θα μπορούσε από μόνο του να είναι μια ξεχωριστή ταινία.

Θα κάνω ένα παράπονο να πω ότι ίσως να το παρατράβηξε σε ένα σημείο με τη διάρκεια, αλλά ακόμη και αυτό το «τράβηγμα» δεν μπορώ να το κακολογήσω, διότι προέρχεται από το γεγονός πως οι δημιουργοί είχαν αυτό που λέμε «λευκή επιταγή» δημιουργικά και φαίνεται. Κάτι τέτοιο δεν το συναντάμε συχνά και συνήθως τέτοια δεσμά καθωσπρεπισμού βλάπτουν το σύνολο (βλ. Raya and the Last Dragon). Είναι μια ζεστή οικογενειακή περιπέτεια, που είναι απόλυτα απελευθερωμένη σε όλα όσα θέλει να πει μέσα από αυτό το τυπικό πλαίσιο.

Κάπου εδώ να δώσω και τα εύσημα στο Netflix και την σκηνοθεσία της ελληνικής μεταγλώττισης που υπάρχει στην ταινία. Είναι πολύ δύσκολος στόχος να επιτευχθεί μια ερμηνεία από voice actors που να ισοφαρίζει την αυθεντική, αγγλική βερσιόν και εδώ το πετυχαίνουν. Επομένως συνιστώ άφοβα να το παρακολουθήσετε στα ελληνικά μιας και μου θύμισε παλιότερες αντίστοιχες προσπάθειες που γινόντουσαν για χάρη μεγάλων κινηματογραφικών παραγωγών της Disney.

Θα ταυτιστείτε, θα γελάσετε, θα συγκινηθείτε και θα περάσετε ένα τόσο ευχάριστο δίωρο, που θα έχετε να το θυμάστε για κάθε λεπτό του. Θα κλείσω λέγοντας μόνο πως η Sony Animation βρήκε την “Pixar” φόρμουλά της και από εδώ και πέρα βάζω ψηλά τον πήχη για το επόμενό της πόνημα.

0 σχολια