MANK Review - Ο David Fincher επιστρέφει με μια αμφιλεγόμενη ταινία 

Μια άποψη για το μεγάλο χαρτί του Netflix στα φετινά Oscars

MANK Review - Ο David Fincher επιστρέφει με μια αμφιλεγόμενη ταινία

Υπάρχουν δύο πρίσματα μέσα από τα οποία μπορεί να αναλυθεί το Mank και υποθέτω, ανάλογα με ποιο θα επιλέξει ο καθένας, θα καθορίσει εν πολλοίς και την γνώμη του για την ταινία. Το ένα πρίσμα είναι το ιστορικό. Το Mank διηγείται την ιστορία της συγγραφής του σεναρίου του Πολίτη Κέιν από τον Herman Mankiewicz, κάνοντας ταυτόχρονα μια καταγραφή της καριέρας του, στην εποχή της χρυσής εποχής των studio στο Hollywood, και των σημείων που τον οδήγησαν σε αυτό το έργο-σταθμό για την ιστορία του κινηματογράφου.

Πολλά μεγάλα ονόματα της εποχής παρελαύνουν στην οθόνη και παρουσιάζονται με έναν, τουλάχιστον, αμφιλεγόμενο τρόπο, ενώ η ταινία δεν διστάζει να προσθέσει και ψευδή στοιχεία για να στηρίξει την δραματουργία της. Όλα αυτά δεν τα λέω εγώ, αλλά ειδήμονες πάνω σε αυτά τα θέματα που έχουν ήδη καταγράψει τις ανακρίβειες της ταινίας. Αν λοιπόν, το δούμε από το ιστορικό του πρίσμα, το Mank φαίνεται λίγο “φτηνό”, λίγο πικρόχολο και ενδεχομένως και βολικά απλοϊκό στην διαχείριση του υλικού του. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως δεν είναι ντοκιμαντέρ και ο σκοπός του δεν είναι απαραίτητα η αποτύπωση της αλήθειας, όσο το στήσιμο μιας ενδιαφέρουσας αφήγησης.

Εδώ εντοπίζεται το δεύτερο πρίσμα, το οποίο έχει κατά τη γνώμη μου και τις πιο συναρπαστικές ανταμοιβές για τον θεατή. Ο Fincher φαίνεται σαν να θέλει να χρησιμοποιήσει την ιστορία του Mankiewicz για να επιτεθεί σε ένα ολόκληρο σύστημα, παρουσιάζοντας ένα Hollywood ρηχό και σε σημεία βλακώδες, φιλάργυρο, υποκριτικό, εντελώς απομακρυσμένο από την καλλιτεχνική λογική και ολότελα δέσμιο του κεφαλαίου και των συμφερόντων του. Ο “Mank” είναι ένας χαρακτήρας γεμάτος αυτοκαταστροφικά πάθη (ποτό, τζόγος) αλλά με μια ευστροφία και έναν ισχυρό πυρήνα καλοσύνης που τον κάνει εξαιρετικά συμπαθή. Ίσως και περισσότερο απ’ ότι θα έπρεπε μιας και η ταινία φαίνεται πολύ εύκολα διατεθειμένη να του “συγχωρέσει” πολλά. Αλλά νομίζω ο Fincher (και ο πατέρας του που έχει επιμεληθεί το screenplay) βλέπει σε αυτόν μια καταραμένη καλλιτεχνική φιγούρα που χάθηκε κάτω από το κυρίαρχο αφήγημα του “Πολίτη Κέιν του μεγάλου Orson Welles”.

Έναν άνθρωπο πνευματώδη, αλλά και γεμάτο αντιφάσεις, που όσο προσπαθεί να δραπετεύσει από ένα σύστημα που νιώθει “σάπιο” τόσο αυτόεγκλωβίζεται. Δεν αισθάνεται ποτέ πραγματικά μέρος του αλλά δεν μπορεί να διανοηθεί και τον εαυτό του εκτός αυτού. Η μεγάλη του κατάκτηση τελικά, είναι η απόκτηση μιας ακεραιότητας και η μετατροπή του από έναν οπορτουνιστή σεναριογράφο των studio σε έναν θαρραλέο καλλιτέχνη. Μια αλλαγή που, παρά την όποια πρόσκαιρη αναγνώριση του επιφέρει με το έργο του, τον καταδικάζει εκτός συστήματος.

Το Mank κάνει την αξιόλογη καλλιτεχνική δημιουργία να φαίνεται σαν μια πράξη εκδικητική απέναντι σε ένα σύστημα φτιαγμένο περισσότερο να την καταπνίγει παρά να την θρέφει. Μπορεί λοιπόν να βασίζεται σε αληθινά πρόσωπα και γεγονότα αλλά νομίζω ο στόχος του είναι μια αποδόμηση της “βιομηχανίας των ονείρων” ως ιδέα, ως εικόνα. Όπως λέει και ο Mank για την υποτιμητική αποτύπωση της Marion Davies (Amanda Seyfried) στο σενάριό του, μιας γυναίκας που παρουσιάζεται σαν πλατωνικός του έρωτας στην ταινία: “Δεν είναι αυτή, αλλά, αυτή όπως τη φαντάζονται όλοι όσοι δεν την ξέρουν”. Κοινώς, δεν είναι η πραγματικότητα αλλά η συλλογική ιδέα που έχουμε γι’ αυτήν.

Ακόμα κι έτσι βέβαια, δεν ξέρω αν μπορούμε να ξεπεράσουμε τις ανακρίβειες που, όλες τους, μοιάζουν προσανατολισμένες ώστε να “μεγαλώσουν” τον Mankiewicz σε αυτήν την ιστορία. Αλλά αν θέλουμε να είμαστε πιο επιεικείς και αγαθοί ως προς τις προθέσεις του Fincher, δεν είναι ο Mankiewicz καθαυτός το θέμα, είναι ο καλλιτέχνης που θάβεται κάτω από την γκλαμουριά, το υπερφίαλο σταρ σύστεμ (που ενσαρκώνει, μάλλον αδίκως, η φιγούρα του Orson Welles), τη συμφεροντολογία και το εμπόριο του Hollywood. Διαλέγετε και παίρνετε. Εγώ, δεν σας κρύβω ότι παραμένω σε αρκετά σημεία διχασμένος.

Αν το ποιόν της αφήγησης είναι εν τέλει προς συζήτηση, το ίδιο δεν ισχύει, παντελώς αναμενόμενα, για την φόρμα της ταινίας. Ο Fincher είναι αδιαμφισβήτητα ένας από τους ικανότερους τεχνίτες του σύγχρονου σινεμά και το Mank είναι μια ακόμα απόδειξη της δεξιοτεχνίας και αντίληψής του. Η ταινία είναι δομημένη με έναν αποσπασματικό τρόπο, γεμάτη flashbacks και χρονικά μπρος- πίσω, καθρεπτίζοντας τον ίδιο τον Πολίτη Κέιν, ενώ η σκηνοθεσία του προσαρμόζεται στις τεχνικές των ταινιών της εποχής με έξυπνο, στομφώδες blocking και λίγη κίνηση στην κάμερα.

Η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Erik Messerschmidt έχει την απαλότητα του φιλμ και ορισμένες πραγματικά απίθανες σκηνές, ενώ με εξέπληξε πολύ ευχάριστα και η μουσική των, μόνιμων συνεργατών του Fincher τα τελευταία χρόνια, Trent Reznor και Atticus Ross. Μπορεί να φημίζονται για τον ηλεκτρονικό ήχο τους, όμως εδώ ανταποκρίνονται θεσπέσια με ένα score τύπου “κλασικού Ηollywood” που είναι, κατά τη γνώμη μου, από τα ωραιότερα της χρονιάς.

Τέλος, δεν γίνεται να μην πω και δυο λόγια για την φανταστική ερμηνεία του Gary Oldman αλλά και του υπόλοιπου cast. Ο Oldman παρότι ενσαρκώνει έναν ξεκάθαρα αβανταδόρικο ρόλο, κερδίζει τις εντυπώσεις κυρίως στις πιο ήρεμες στιγμές, κρατώντας άψογα τα χαλινάρια πίσω από τις υπολογισμένες, πνευματώδεις απαντήσεις του Mank. Οι λέξεις είναι το δικό του όπλο και ο Oldman τις εκτοξεύει με ακρίβεια, αυτοπεποίθηση αλλά και μια διακριτική πικρία καταφέρνοντας να κρατήσει τον χαρακτήρα σε ανθρώπινα επίπεδα και μακριά από το ύφος του εξυπνακισμού και της αλαζονείας. Από τους υπόλοιπους, με εξέπληξε η πολύ μεστή ερμηνεία της Amanda Seyfried, με την οποία ο Mank έχει μερικές φανταστικές σκηνές αλλά και η δυναμική παρουσία του Charles Dance ως Hearst.

Bρείτε την ταινία στο IMDB

2 σχολιο(α)