Don't Listen Review - Ο ισπανικός τρόμος έχει φωνή στο Netflix  

Πώς όμως τιμά την παράδοσή του;

Don't Listen Review - Ο ισπανικός τρόμος έχει φωνή στο Netflix

Το ισπανικό σινεμά έχει να επιδείξει σημαντικά θρίλερ διαμαντάκια υπερφυσικού τρόμου, αρκεί να θυμηθεί κανείς λ.χ. το The Orphanage (2007) και το The Devil's Backbone (2001), εξακολουθώντας να εμπλουτίζει το συγκεκριμένο είδος με κινηματογραφικές δουλειές που συνιστούν τίμιες προσπάθειες όπως και η περίπτωση του Don't Listen του Netflix.

Ο Ángel Gómez Hernández (Behind) κάθεται στην καρέκλα της σκηνοθεσίας, με τον Santiago Díaz να υπογράφει το σενάριο, ενώ σε κεντρικούς ρόλους βλέπουμε τους: Rodolfo Sancho (Mar de plástico), Ramón Barea (Everybody Knows) και την Ana Fernández (Cable Girls). Παίζουν επιπλέον οι: Belén Fabra, Lucas Blas, Nerea Barros, Beatriz Arjona, José Bermúdez, José Luis Lozano, Rubén Corvo και η Rosa Álvarez.

Η πλοκή εστιάζει στον ‘Daniel’(Sancho), την σύζυγό του, ‘Sara’(Fabra), και τον εννιάχρονο γιο τους, ‘Eric’ (Blas), που μετακόμισαν πρόσφατα σε ένα νέο σπίτι. Αυτό που δεν ξέρουν είναι πως οι κάτοικοι της περιοχής φοβούνται πολύ αυτό το μέρος γιατί πιστεύουν ότι απόκοσμες φωνές το έχουν στοιχειώσει. Ύστερα από μία αλληλουχία τραγικών συμβάντων, ο ‘Daniel’ αρχίζει να συνειδητοποιεί πως κάτι απροσδιόριστα σκοτεινό ρίχνει την βαριά σκιά του στους τοίχους της κατοικίας αυτής. Αναγκάζεται, λοιπόν, να στραφεί για βοήθεια σε έναν διάσημο ερευνητή του παραφυσικού (Barea). Το ζήτημα είναι πως από την στιγμή που θα θελήσουν να μάθουν την αλήθεια για την μακάβρια ιστορία που κρύβει αυτό το οίκημα, θα είναι ήδη πολύ αργά…

Η δράση του εν λόγω φιλμ εξελίσσεται με γοργό ρυθμό, χτίζοντας επιτυχημένα μία υποβλητική ατμόσφαιρα όπου πλανάται το στοιχείο του αβέβαιου και της αδιόρατης απειλής. Ο δημιουργός της ταινίας φαίνεται πως προτιμά να μην ξεμακρύνει από την ασφάλεια οικείων μοτίβων τρόμου και με βάση αυτά υφαίνει με σταθερά βήματα το κουβάρι του μύθου που μας αφηγείται. Η ένταση χτίζεται σταδιακά, κλιμακούμενη μέσα από κάποια καθοριστικά γεγονότα που μας εισάγουν στον κόσμο του ανεξήγητου και στα θολά νερά που έχουν σχέση με την αντίληψη για το υπερπέραν.

Μεταξύ άλλων, διακρίνεται έντονα ο δραματικός τόνος που διατρέχει το project. Κυρίαρχα επίσης είναι ο πόνος της απώλειας, το πένθος, η ανείπωτη θλίψη, η διαδικασία επούλωσης του συνακόλουθου ψυχικού τραύματος, η ανάγκη να κρατηθεί πάση θυσία μέσα μας ζωντανή η παρουσία ενός αγαπημένου εκλιπόντος προσώπου, η ιδέα περί καλού και κακού, ο φόβος για το άγνωστο, η πίστη στην μετά θάνατον ζωή, και η απίστευτη δύναμη που ενέχει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης.

Το στοιχείο της έκπληξης σε γενικές γραμμές υπηρετείται επαρκώς, αλλά δεν λείπουν και οι φορές που ορισμένα σκηνικά μπορούν να θεωρηθούν κάπως προβλέψιμα από το κοινό. Τα jump scares ανιχνεύονται και εδώ, ωστόσο όχι σε κραυγαλέα μορφή ή στον υπερθετικό βαθμό.

Οι ηθοποιοί προσεγγίζουν ικανοποιητικά τον ρόλο τους, χωρίς υπερβολές ή επιτηδευμένο τρόπο, και καθ΄ όλη την διάρκεια του έργου παρέχονται τα κατάλληλα ερεθίσματα ώστε να εμβαθύνει κανείς στους χαρακτήρες που υποδύονται.

Η εξιστόρηση αυτήν ολοκληρώνεται με έναν πικρό επίλογο, ύστερα από τον οποίο έπεται και μία end credit σκηνή που λειτουργεί ως πάσα για πιθανό επόμενο sequel.

Στο Don't Listen ο θεατής θα νιώσει να φτάνουν στα αυτιά του ανατριχιαστικοί ψίθυροι από την αντιπέρα όχθη, αλλά είναι στην προαίρεση του να τους αφουγκραστεί βαθιά και να αφήσει τον εαυτό του να βυθιστεί στο μυστήριο που αποπνέουν.

Βρείτε την ταινία στο IMDB