Από τα γεννοφάσκια της, στην εποχή του PlayStation 2, η σειρά God of War έχει επαναπροσδιορίσει τι σημαίνει για το μέσο η έννοια της «κλίμακας» και του «μεγάλου»: επικές συγκρούσεις, σκηνικά που κόβουν την ανάσα και ένας Kratos που ισοπεδώνει Θεούς με κινηματογραφική ένταση. Το DNA αυτό παρέμεινε και στα δύο πρόσφατα —και πιο ώριμα, θα έλεγε κανείς— κεφάλαια της σειράς. Μετά, λοιπόν, το φαντασμαγορικό φινάλε του σκανδιναβικού saga με το Ragnarök, όλοι περίμεναν το επόμενο μεγάλο άλμα, το επόμενο έπος! Θα πήγαινε ο Kratos στην Αίγυπτο, όπως φημολογούνταν; Θα επέστρεφε στην Ελλάδα; Ίσως κάτι εντελώς διαφορετικό;
Τελικά, αντί γι’ αυτό, το 2026 επιφύλασσε μια εντελώς απρόσμενη στροφή που, ομολογώ, με βρήκε απροετοίμαστο. Στο πρώτο μεγάλο State of Play της χρονιάς, η Sony αποκάλυψε ένα 2D Metroidvania God of War με έντονη retro αισθητική.
Πρόκειται για μια παραγωγή που αναπτύχθηκε σε συνεργασία με τη Mega Cat Studios — μια ομάδα που ανέλαβε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό στοίχημα: μπορεί άραγε να μεταφέρει την ταυτότητα της σειράς σε 2D προοπτική και Metroidvania πλαίσιο, διατηρώντας ταυτόχρονα το βάρος του ονόματος και στέκοντας επάξια δίπλα σε σύγχρονα αριστουργήματα του είδους, όπως τα Hollow Knight, Ori and the Blind Forest και Animal Well;
Δυστυχώς, θεωρώ πως ο τίτλος δεν καταφέρνει να κερδίσει απόλυτα αυτό το στοίχημα — αλλά ας δούμε τις πτυχές του πιο αναλυτικά.

Θα ξεκινήσω με το σενάριο και το γενικότερο πλαίσιο του παιχνιδιού. Ξεχάστε τον Βορρά και τον Kratos ως έμπειρο πατέρα. Στο God of War: Sons of Sparta πρωταγωνιστεί ο έφηβος Kratos, σε ηλικία 13 ετών, ο οποίος μπλέκεται σε μια αναπάντεχη περιπέτεια μαζί με τον μικρότερο αδερφό του, τον Δείμο. Βρισκόμαστε στην καρδιά της Αγωγής, στη Σπάρτη — εκεί όπου τα παιδιά γίνονται άντρες μέσα από σκληρές δοκιμασίες. Η ιστορία ξεκινά με απλό τρόπο: ένας σύντροφος των δύο αγοριών χάνεται και έτσι τα αδέρφια βγαίνουν στη Λακωνία για να τον βρουν. Ωστόσο, η φαινομενικά τυπική αναζήτηση μετατρέπεται σταδιακά σε κάτι πολύ πιο προσωπικό, που θα διαμορφώσει τις προσωπικότητες και των δύο χαρακτήρων.
Πολύ ωραία πινελιά στην αφήγηση είναι ότι την ιστορία διηγείται ο μεγαλύτερος σε ηλικία Kratos της αρχικής τριλογίας στην κόρη του, την Καλλιόπη. Μάλιστα, τη φωνή του δανείζει ξανά ο TC Carson, που είχαμε λατρέψει στα αρχαιοελληνικά God of War.
Συνολικά, η ιστορία δεν απογοητεύει, ούτε ενθουσιάζει. Δε μπορώ να πω ότι με συγκίνησε ή ότι με άγγιξε ιδιαίτερα, αν και το προσπαθεί με αρκετή επίκληση στο συναίσθημα, ειδικά προς το τέλος. Δεν διαθέτει κάποια μεγάλη ανατροπή και είναι, στο σύνολό της, κάπως προβλέψιμη. Έχει όμως ορισμένα όμορφα μηνύματα για την αδελφική αγάπη και είναι γεμάτη με lore που θα κλείσει το μάτι στους φανατικούς του franchise.

Να αναφέρω σε αυτό το σημείο ότι, ως Έλληνες παίκτες, υπάρχει και μια ιδιαίτερη, σχεδόν αυθόρμητη συναισθηματική σύνδεση με το σκηνικό του παιχνιδιού, καθώς βλέπεις τη δική σου μυθολογία και ιστορία να παίρνει σάρκα και οστά στην οθόνη. Από τους εχθρούς που αντλούν έμπνευση από πλάσματα και δοξασίες της αρχαίας Ελλάδας, μέχρι τις τοποθεσίες της Λακωνίας και τις συχνές αναφορές των χαρακτήρων στη σκληρή σπαρτιατική Αγωγή! Το Sons of Sparta είναι πραγματικά γεμάτο με πιστές πολιτισμικές πινελιές που ενισχύουν την αυθεντικότητα και κάνουν τον κόσμο να μοιάζει οικείος και «δικός μας». Υπάρχει μάλιστα και επιλογή για ελληνική γλώσσα, μια προσθήκη που πάντα εκτιμώ και κάνει το παιχνίδι να κερδίζει πόντους στα μάτια μου.
Ας περάσουμε τώρα στο gameplay, το οποίο χωρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες: combat, platforming και εξερεύνηση. Όντας τοποθετημένο χρονικά πολύ πριν ο Kratos αποκτήσει τα εμβληματικά Blades of Chaos, το σύστημα μάχης βασίζεται στην παραδοσιακή σπαρτιατική λόγχη και ασπίδα. Αυτή η αλλαγή στον εξοπλισμό συνοδεύεται από τα Gifts of Olympus, θεϊκά δώρα που ξεκλειδώνουν ειδικές επιθέσεις και μαγικές ικανότητες απαραίτητες για την πρόοδο. Για την αντιμετώπιση των διαφόρων απειλών υπάρχουν οι απλές επιθέσεις, τα block, parry και roll. Υπάρχουν επίσης οι charged επιθέσεις που ξεκλειδώνουν μέσα από το skill tree, μαζί με τις μοναδικές δυνάμεις των Gifts of Olympus, όπως οι ranged επιθέσεις της σφεντόνας ή μικρές βόμβες που κάνουν bounce. Γενικά το παιχνίδι ανταποκρίνεται καλά στο χειριστήριο και η αίσθηση του combat είναι ικανοποιητική, ειδικά όταν εξοικειωθείς με τα βασικά του συστήματα.

Στο κομμάτι της «αίσθησης» θέλω να προσθέσω ότι η ομάδα ανάπτυξης έκανε εξαιρετική δουλειά με την αξιοποίηση του DualSense. Κάθε χτύπημα με τη λόγχη, κάθε απόκρουση με την ασπίδα και κάθε άλμα με τα Victory Sandals μεταφέρεται στα χέρια σου με εθιστική ακρίβεια. Μάλιστα, πέρα από τη δόνηση αξιοποιούνται και άλλα χαρακτηριστικά του χειριστηρίου, όπως το ηχείο, ο RGB φωτισμός, ακόμη και το μικρόφωνο.
Το παιχνίδι διατηρεί και το γνώριμο crafting σύστημα των δύο τελευταίων τίτλων της σειράς, όπου η συλλογή πόρων επιτρέπει τη δημιουργία και την αναβάθμιση attachments για το δόρυ, την ασπίδα, αλλά και για το Belt of Tyche — μια ζώνη που δέχεται διάφορα gems που βελτιώνουν τα στατιστικά ή προσφέρουν επιπλέον δυνάμεις. Η οικονομία βασίζεται και πάλι στα χρωματιστά orbs: πράσινα για health, μπλε για magic, χρυσά για spirit και κόκκινα blood orbs που λειτουργούν ως XP για το ξεκλείδωμα των skills.

Δυστυχώς, με την πορεία διαπίστωσα ότι τα skill trees και τα περισσότερα διαθέσιμα εργαλεία δεν είναι τελικά ιδιαίτερα ουσιαστικά. Γίνεται μάλιστα κάτι παράδοξο: ενώ δεν υπάρχουν πολλές κινήσεις προς ξεκλείδωμα, ταυτόχρονα αυτές οι λιγοστές επιλογές δεν αλλάζουν δραματικά το πώς προσεγγίζεις τις μάχες. Παρά τις στιβαρές βάσεις του, το combat καταλήγει αρκετά επαναλαμβανόμενο. Προς το τέλος διαπίστωσα ότι έπαιζα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, κάνοντας roll πίσω από τους εχθρούς και «σπαμάροντας» επιθέσεις στην πλάτη τους, χωρίς το παιχνίδι να με ωθεί να πειραματιστώ.
Σε αυτό έπαιξε ρόλο και το ρόστερ των εχθρών, που θεωρητικά είναι πλούσιο με 92 διαφορετικούς αντιπάλους, συνδυάζοντας γνώριμα τέρατα όπως κύκλωπες και σειρήνες με νέες προσθήκες. Ωστόσο, το νούμερο είναι φουσκωμένο από πολλές τυπικές παραλλαγές. Σε όλο σχεδόν το παιχνίδι πολεμάς παρόμοιους σκελετούς που απλώς αλλάζουν elemental effect από περιοχή σε περιοχή. Επιπροσθέτως, τα boss fights —παραδοσιακό σήμα κατατεθέν της σειράς— εδώ μου φάνηκαν… λίγα. Και δεν αναφέρομαι στην ποσότητα, αλλά στην ποιότητα. Τους λείπει το εκτόπισμα και η ένταση που θα σε έκανε να σηκωθείς από την καρέκλα. Θα τα χαρακτήριζα νωχελικά, με απλή δομή στον 2D χώρο τους, με μόνο ένα να ξεφεύγει ελαφρώς σε επίπεδο αρένας. Πολλά bosses μάλιστα δεν είναι καλά balanced: ενώ αρχικά μοιάζουν άδικα, τελικά αποκαλύπτουν πολύ απλοϊκά μοτίβα.

Συνολικά, το παιχνίδι παίζει πολύ «εκ του ασφαλούς» και μοιάζει να φοβάται να ρισκάρει ή να παρουσιάσει ιδέες που θα το διαφοροποιούσαν ουσιαστικά στο genre. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στους άλλους δύο πυλώνες, το platforming και την εξερεύνηση. Τα collectables είναι τυπικά και σπάνια απαιτούν σκέψη, με το metroidvania της υπόθεσης να είναι αρκετά κατευθυνόμενο όσον αφορά την κεντρική ιστορία. Ομοίως, το platforming παραμένει σε χαμηλά επίπεδα πρόκλησης. Η περιήγηση στους χώρους είναι νωχελική και υπερβολικά απλή στο μεγαλύτερο μέρος της εμπειρίας, με την κλιμάκωση να έρχεται μόλις προς το φινάλε. Μηχανικά το παιχνίδι είναι καλοφτιαγμένο, αλλά σε επίπεδο ιδεών και εξέλιξης αφήνει την αίσθηση ότι υπήρχαν βάσεις για κάτι πολύ πιο πλούσιο που δεν αξιοποιήθηκε ποτέ.
Περνώντας στο περιεχόμενο, ο τίτλος έχει διάρκεια τουλάχιστον 15 ωρών. Στο δικό μου save το κοντέρ έγραψε λίγο πάνω από 19, με το ποσοστό ολοκλήρωσης να δείχνει ότι είχα ακόμη αρκετά collectables να βρω. Επομένως, για όσους κυνηγήσουν trophies και 100%, υπάρχουν άνετα 30–40 ώρες παιχνιδιού. Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά τον τερματισμό ξεκλειδώνει και το Challenge Mode με δυνατότητα couch co-op, όπου ο ένας παίκτης χειρίζεται τον Kratos και ο άλλος τον Δείμο.

Στον οπτικό τομέα, το Sons of Sparta υιοθετεί μια pixel-art προσέγγιση που, αν και ταιριάζει θεματικά στο retro 2D concept, σπάνια ξεφεύγει από το επίπεδο του «απλώς επαρκούς». Τα περιβάλλοντα είναι ευανάγνωστα και λειτουργικά για το gameplay, όμως συχνά μοιάζουν απλοϊκά και φτωχά σε λεπτομέρεια, με περιορισμένη παλέτα και μικρή ποικιλία σε φωτισμούς και layers. Υπάρχουν μερικές όμορφες στιγμές, κυρίως στους ναούς που παίρνεις τα δώρα των Θεών και κάποιες ξεχωριστές περιοχές προς το τέλος, αλλά συνολικά η εικαστική ταυτότητα δεν έχει τη δύναμη ή την εμβληματικότητα που θα περίμενε κανείς από το God of War. Δηλώνω κάπως απογοητευμένος από το art direction λοιπόν, το οποίο μοιάζει ακόμη πιο φτωχό αν προβείς σε σύγκριση με άλλους 2D τίτλους που έχουμε δει να μεγαλουργούν τα τελευταία χρόνια, όπως το Hades για παράδειγμα που ομοίως λαμβάνει χώρα σε αρχαιοελληνικό σκηνικό.
Ένα ακόμη παράπονο που έχω και ενδεχομένως μπορεί να σας φανεί περίεργο αφορά το UI, το οποίο βρήκα υπερβολικά generic και πρόχειρο. Τα μενού, τα πλαίσια και τα εικονίδια στερούνται χαρακτήρα και θεματικής συνοχής, δημιουργώντας την αίσθηση ότι πρόκειται για προσωρινά assets που απλά έμειναν μέχρι το τέλος. Είναι μια έντονη αντίθεση με το ιδιαίτερο και πραγματικά μοναδικό UI των παλιών ελληνικών God of War. Από την άλλη βέβαια, αναγνωρίζω την πρακτικότητα του UI, αφού σου μεταφέρει αβίαστα την απαραίτητη πληροφορία και η πλοήγηση στα μενού είναι γρήγορη και πρακτική. Η ένστασή μου αφορά την αισθητική τους, όχι την πρακτικότητα.

Κλείνοντας με τα τεχνικά, παρά την ελαφριά φύση του τίτλου, δεν έλειψαν και ορισμένα μικρά θέματα. Παρατήρησα περιστασιακά frame drops σε περιοχές με πολλά εφέ και εχθρούς, μικρά stutters κατά τη φόρτωση νέων οθονών και μερικά animation glitches σε εχθρούς και αντικείμενα του περιβάλλοντος. Τίποτα από αυτά δεν καθιστά το παιχνίδι μη λειτουργικό, απλά έρχονται σε αντίθεση με το polish που θα περίμενε κανείς από μια παραγωγή με το συγκεκριμένο όνομα. Συνολικά, ο τεχνικός και καλλιτεχνικός τομέας εξυπηρετεί τη δουλειά του, αλλά σπάνια εντυπωσιάζει — αφήνοντας την αίσθηση ότι και εδώ υπήρχε περιθώριο για κάτι πολύ καλύτερο.
Η μουσική επένδυση από την άλλη είναι ένα περίεργο αλλά πετυχημένο μείγμα και ένα από τα λαμπρά σημεία του τίτλου. Ελληνικά παραδοσιακά ακούσματα μπερδεύονται με retro στοιχεία και νοσταλγικές πινελιές, χάρη στις δημιουργικές επιλογές του ταλαντούχου συνθέτη Bear McCreary. Ναι, ο βετεράνος των God of War (2018) και Ragnarök επιστρέφει και η δουλειά του καταφέρνει να εξυψώσει το σύνολο.
Ένα θετικό που θέλω να τονίσω ξανά είναι η επιστροφή του TC Carson στο voice acting, που κλέβει την παράσταση, δίνοντας «ψυχή» σε κάθε ατάκα του «παλιού» Kratos. Πολύ καλές είναι και οι ερμηνείες των παιδιών, ειδικά του Δείμου, τον οποίο υποδύεται ο Scott Menville, γνωστός σε πολλούς από την τηλεοπτική σειρά Teen Titans.
Read Next
Συνοψίζοντας...
Το God of War: Sons of Sparta αποτελεί μια απρόσμενη, 2D Metroidvania στροφή για τη σειρά, η οποία στέλνει τον Kratos από τον παγωμένο Βορρά πίσω στην Αρχαία Ελλάδα, στα αιματοβαμμένα χώματα της σπαρτιατικής Αγωγής. Δυστυχώς, παρά τη νοσταλγική επιστροφή του θρυλικού TC Carson στον ρόλο του Kratos και τη μουσική ιδιοφυΐα του Bear McCreary, το τελικό αποτέλεσμα μοιάζει να λυγίζει υπό το βάρος της ίδιας του της κληρονομιάς. Με ένα σύστημα μάχης που γίνεται γρήγορα επαναλαμβανόμενο, bosses που στερούνται τη μυθική ένταση που χαρακτηρίζει το franchise και ένα εικαστικό που είναι απλοϊκό και υποτονικό, το παιχνίδι περιορίζεται σε μια απλώς αξιοπρεπή εμπειρία. Τελικά, πρόκειται για ένα τίτλο που αδυνατεί να κοιτάξει στα μάτια τους σύγχρονους κολοσσούς του είδους και απευθύνεται κατά κύριο λόγο στους πιστούς ακόλουθους του God of War που θέλουν μια βαθύτερη βουτιά στο lore της σειράς.
Game Info
Must Read
PS5 παιχνίδια κάτω των €20!
Halo: Campaign Evolved – Τελικά δεν χρειάζεται δύο PS Plus συνδρομές για το Split-Screen Co-Op στο PS5
Το Marvel's Wolverine του PS5 θα έχει ρυθμίσεις για όσους δεν αντέχουν την βία