Εντοπίσαμε από πού προήλθε ο αρχαιότερος μετεωρίτης του Άρη στη Γη  

"Η Μαύρη Καλλονή"

Εντοπίσαμε από πού προήλθε ο αρχαιότερος μετεωρίτης του Άρη στη Γη

Πριν εκατομμύρια χρόνια, ένας αστεροειδής έπεσε στον Άρη, δημιουργώντας έναν τεράστιο κρατήρα και εκτοξεύοντας τόνους Αρειανής επιφάνειας στο διάστημα. Ένα κομμάτι από αυτά τα υλικά έφτασε ως τη Γη και το 2011 ανακαλύφθηκε στην έρημο Σαχάρα. Ο μετεωρίτης ονομάστηκε “Black Beauty” λόγω του βαθύ μαύρου χρώματός του και κατηγοριοποιήθηκε ως το αρχαιότερο κομμάτι του Άρη που έχουμε βρει στη Γη, με την κωδική ονομασία NWA 7034.

Τώρα, επιστήμονες με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, εντόπισαν την ακριβή προέλευση του μετεωρίτη. Προέρχεται λοιπόν από τον κρατήρα Karratha στον Άρη.

Για πρώτη φορά, ξέρουμε το γεωλογικό υπόβαθρο του μόνου ιζηματογενούς πετρώματος του Άρη που βρήκαμε στη Γη. Το να βρούμε την ακριβή τοποθεσία είναι κρίσιμο, καθώς περιέχει υλικό 4.48 δισεκατομμυρίων ετών και έχει ομοιότητες με τη Γη. Η περιοχή που εντοπίσαμε ότι προέρχεται ο μετεωρίτης είναι ένα παράθυρο στις πρώιμες συνθήκες των πλανητών, συμπεριλαμβανομένων και της Γης. Στη Γη δεν μπορούμε να βρούμε πλέον τέτοια πετρώματα εξαιτίας της διάβρωσης και των τεκτονικών πλακών.

Συνολικά στη Γη έχουν φτάσει 300 μετεωρίτες από τον Άρη και η “Μαύρη Καλλονή” είναι μοναδική όχι μόνο επειδή είναι η παλαιότερη, αλλά επειδή είναι και το μόνο ηφαιστειακό πέτρωμα που έχουμε.

Η ιστορία του μετεωρίτη μάλιστα, είναι περίπλοκη. Εκτοξεύτηκε από την επιφάνεια όταν δημιουργήθηκε ο κρατήρας Khujirt και έπεσε πάλι στην επιφάνεια του Άρη όπου παρέμεινε για 10 εκατομμύρια χρόνια μέχρι να εκτοξευτεί ξανά από τη δημιουργία του κρατήρα Karratha και να καταλήξει στη Γη.

Προσαρμόζουμε τον αλγόριθμο που χρησιμοποιήθηκε για να βρούμε το σημείο εκτόξευσης της “Μαύρης Καλλονής”, για να ξεκλειδώσουμε τα μυστικά της Σελήνης και του Ερμή. Αυτό θα μας βοηθήσει να ξεδιπλώσουμε το γεωλογικό κουβάρι της ιστορίας και να απαντήσουμε σε καυτά ερωτήματα που θα βοηθήσουν τις μελλοντικές αποστολές στο Ηλιακό Σύστημα, όπως το Project Artemis.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο Nature Communications.