Το The Tomorrow War αψηφά την λογική και εστιάζει στην διασκέδαση 

Ο Chris Pratt τα βάζει με ορδές εξωγήινων στο Amazon Prime

Το The Tomorrow War αψηφά την λογική και εστιάζει στην διασκέδαση

Ο Dan Forester, μαζί με την κόρη του και την γυναίκα του, σε ένα χριστουγεννιάτικο πάρτι, κάθονται για λίγο στο καναπέ και παρακολουθούν το Μουντιάλ του 2022, που διεξάγεται στο Κατάρ. Ο αγώνας όμως διακόπτεται απρόοπτα όταν εμφανίζεται στη μέση του γηπέδου μία «σκουληκότρυπα» που βγαίνουν από μέσα της, οι μελλοντικοί εαυτοί τους.

Εκείνη τη στιγμή τους ανακοινώνεται ότι σε 30 χρόνια από τώρα η Γη θα δεχτεί μία ανελέητη εξωγήινη επίθεση ικανή να αφανίσει το ανθρώπινο είδος. Η μοναδική ελπίδα τους είναι να ταξιδέψουν στο μέλλον, να καταταγούν σε έναν παγκόσμιο στρατό και να πολεμήσουν τα επικίνδυνα και τρομακτικά όντα.

Στην ταινία πρωταγωνιστούν οι ηθοποιοί: Chris Pratt, Yvonne Strahovski, J. K. Simmons, Betty Gilpin, Sam Richardson, Edwin Hodge, Jasmine Mathews, Ryan Kiera Armstrong και Keith Powers.

Ο Chris McKay, τέσσερα χρόνια μετά το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με το The Lego Batman Movie (2017), επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη αναλαμβάνοντας να σκηνοθετήσει την ταινία επιστημονικής φαντασίας The Tomorrow War (2021), σε σενάριο του Zach Dean, η οποία έκανε πρεμιέρα ψηφιακά 2 Ιουλίου μέσω Amazon Prime. Παρόλο που οι McKay και Dean, δεν έχουν κάποιο πλούσιο φιλμογραφικό βιογραφικό να μας δείξουν, ο άνθρωπος που είναι υπεύθυνος του μοντάζ, Roger Barton, έχει δουλέψει σε ταινίες όπως, Titanic, Armageddon, Star Wars: Episode III – Revenge of the Sith, World War Z αλλά και σε τέσσερις ταινίες Transformers με σκηνοθέτη τον Michael Bay.  

Ρυθμός που σε κολλάει στην οθόνη

Η εμπειρία του Barton πίσω από τις κάμερες προφανώς βοήθησε αρκετά την δουλειά του McKay στην σκηνοθεσία, εξασφαλίζοντας το κατάλληλο ύφος της ταινίας και προσφέροντας έναν άψογο ρυθμό στις σκηνές δράσης. Γενικότερα, αυτό που ξεχωρίζει και ανήκει στα θετικά της ταινίας, είναι αδιαμφισβήτητα ο ρυθμός της, συμβαίνουν όλα με τέτοια ένταση που πραγματικά τα μάτια σου “κολλάνε” στην οθόνη.

Η πλοκή είναι ίσως λίγο άμυαλη χωρίς όμως να χάνει ιδιαίτερα από το συναισθηματικό της κομμάτι, όχι σε θέμα συγκίνησης εννοείται, δεν είναι κάποιο μελόδραμα δηλαδή, αλλά, κυρίως, στο κομμάτι της αγωνίας. Νομίζω ότι αυτό δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί αν δεν υπήρχε ο Roger Burton στο μοντάζ.

Ο Chris Pratt, έχει αυτό το φυσικό χάρισμα που λίγοι ηθοποιοί έχουν, να μετατρέπουν δηλαδή ακόμα και την πιο κλισέ ατάκα να ακούγεται διασκεδαστική μονάχα όμως, άμα την πουν οι ίδιοι. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τον J.K. Simmons, που παίζει τον προβληματικό του πατέρα, βετεράνο του πολέμου του Βιετνάμ, ο οποίος ζει μόνος του μακριά από τον γιό του.

Οι δυο τους δεν έχουν και την καλύτερη σχέση κι αυτή είναι μια πληροφορία που την μαθαίνουμε από τα πρώτα λεπτά. Το ύφος της ταινίας φυσικά δεν επιτρέπει να εξερευνηθεί βαθύτερα αυτή η δύσκολη σχέση, θα ήταν εντελώς άστοχο αν συνέβαινε κάτι τέτοιο.

Γενικότερα, η ταινία είναι πολύ ξεκάθαρη και ειλικρινής στη σχέση της με το κοινό, γεγονός που πιστεύω θα εκτιμηθεί από τους περισσότερους. Ακόμα και το δραματικό στοιχείο που υπάρχει μεταξύ πατέρα-κόρη, προσεγγίζεται αρκετά διακριτικά και με την κατάλληλη ελαφρότητα που απαιτείται από ταινίες ανάλογου ύφους.

Βολικό σενάριο, όπως συνηθίζεται στο είδος αυτό

Παρόλα αυτά, η αλήθεια είναι ότι οι σεναριακές ευκολίες είναι πάρα πολλές, όπως και οι ψευδοεπιστημονικές εξηγήσεις που δίνονται με μοναδικό σκοπό να προχωρήσει η πλοκή μπροστά και να φτάσουμε σε μάχες μεταξύ της ομάδας του Chris Pratt και των εξωγήινων. Όσον αφορά τα συγκεκριμένα όντα, δεν έχουν κάποια αναπτυγμένη ευφυία ή κάτι τέτοιο, είναι απλά πολλά σε ποσότητα και κάνουν τα πάντα για να αφανίσουν τους ανθρώπους πάνω από την Γη.

Επίσης, η ταινία δεν καταφέρνει να αποφύγει το βασικότερο πρόβλημα που συναντάμε συχνά στις περιπέτειες της σημερινής εποχής, κι αυτό δεν είναι άλλο από το γράψιμο του βασικού ήρωα. Αυτό που βλέπουμε είναι έναν χαρακτήρα που ξεκινάει από την αρχή της ταινίας από δυναμική θέση με αποτέλεσμα να μην καταφέρνεις ποτέ να ταυτιστείς μαζί του. Η συγκεκριμένη αδυναμία όμως είναι ένα χρόνιο πρόβλημα για το είδος και το The Tomorrow War δεν νομίζω να είχε ποτέ την διάθεση να τη διορθώσει.

0 σχολια