Mindhunter: Η «άλλη» πλευρά της 2ης σεζόν 

Απέναντι στον μεγαλύτερο εγκληματία όλων…

Mindhunter: Η «άλλη» πλευρά της 2ης σεζόν

Το παρακάτω κείμενο θα βγάλει κάποιο νόημα μόνο σε όσους έχουν παρακολουθήσει την σειρά. Οπότε, φυσικά ακολουθούν Spoilers!

Η πρώτη σεζόν του Mindhunter είναι μια από τις αγαπημένες μου των τελευταίων ετών. Θεωρώ ότι ήταν μια πολύ μεθοδική και πλούσια εξέταση της επίδρασης που έχει μια έρευνα στα “σκοτάδια” της ανθρώπινης φύσης, σε προσωπικό επίπεδο. Στο τέλος της, ο Holden έχει μείνει πλέον εντελώς μόνος, παρέα μόνο με τα “τέρατα” που τόσο πολύ ήθελε να αναλύσει και να κατανοήσει. Η κατάρρευσή του υπό τους ήχους του In the Light των Led Zeppelin είναι μια από τις ωραιότερες σκηνές και το τραγικό αλλά αναπόφευκτό τέλος μιας καλά υπολογισμένης πορείας του χαρακτήρα του.

Έχοντας κλείσει τόσο ολοκληρωμένα το θέμα του, ήμουν πολύ περίεργος να δω πού θα πήγαινε η δεύτερη σεζόν. Φοβόμουν πως τα ίδια θέματα θα ανακυκλώνονταν, ποντάροντας κυρίως σε μια παρέλαση γνωστών κατά συρροή δολοφόνων για να κρατήσουν το ενδιαφέρον του κοινού. Η τόσο μεγάλη έμφαση στον Manson κατά την προώθηση δεν ήταν καλό σημάδι. Ευτυχώς, είχα πέρα για πέρα άδικο. Η δεύτερη σεζόν, όχι απλά έχει μια διαφορετική θεματολογία αλλά, ενδεχομένως και πλουσιότερη.

Η δεύτερη σεζόν δεν αναζητά την “κόλαση” μέσα μας αλλά “έξω”: στα “συστήματα”, τα κοινωνικά στερεότυπα, την υποκρισία, τον ρατσισμό, την φτώχεια, την καταπίεση. Σε κάθε μια από τις πλοκές, οι χαρακτήρες μας τελικά συνθλίβονται από το “σύστημα”, μένοντας ανήμποροι απέναντι του και το χειρότερο, συνένοχοι. Όπως όλοι μας. Αυτό δημιουργεί μια εξαντλητικά αποπνικτική ατμόσφαιρα όπου κάθε παραθυράκι με λίγο “αέρα”, κλείνει στην πορεία ερμητικά το ένα μετά το άλλο.

Αν “διαβάσουμε” τη σεζόν υπό αυτό το θεματικό πρίσμα, πολλά μπαίνουν στη θέση τους. Στην βασική πλοκή (που αργεί ορισμένα επεισόδια να προσανατολιστεί), ο Holden νιώθει επιτέλους την στήριξη και την αναγνώριση των ανωτέρων του αλλά πρέπει να παίξει και το “παιχνίδι” του συστήματος. Το τέλος τον βρίσκει αμήχανο μπροστά σε όλο αυτό που υπηρετεί: ένα σύστημα που νοιάζεται πραγματικά μόνο για την εικόνα. Η κατάληξη, εν συντομία, είναι ότι κάποιος μπήκε φυλακή, η υπηρεσία πήρε τα εύσημα, η εικόνα της παραμένει ακέραιη, οπότε, όλα τα άλλα της είναι αδιάφορα.

Η δικαιοσύνη ως έννοια δεν υφίσταται σε αυτό το σύστημα. Μόνο η εικόνα μετράει. Η εικόνα πρέπει να συντηρείται γιατί από εκεί θρέφονται τα πάντα, από εκεί διαχωρίζεται η επιτυχία από την αποτυχία. Ο Holden μερικά επεισόδια νωρίτερα, σε ένα από αυτά τα πάρτι των ανωτέρων που πρέπει να αυτοπλασαριστείς καταλλήλως για να κερδίσεις την εύνοιά τους, προσπαθεί να εξηγήσει σοβαρά την δουλειά τους, αλλά κανείς δεν ενδιαφέρεται. Θέλουν τις ιστορίες, τον χαβαλέ, το πιασάρικο περιτύλιγμα. Σε αυτές τις σκηνές συνοψίζεται το FBI, ένα μόνο από τα ατελείωτα συστήματα στα οποία μοιάζει εγκλωβισμένος, τόσο αυτός όσο και οι υπόλοιποι. Οι πραγματικές ρίζες του προβλήματος, μας λέει η σεζόν καθ’ όλη τη διάρκειά της , είναι λοιπόν βαθύτερες και είναι όλες συστημικές.

Από την γραφειοκρατία που υπονομεύει κάθε προσπάθεια τους, την φτώχεια και τον ρατσισμό που διαμορφώνουν τις συνθήκες βίας, μέχρι τα κοινωνικά στερεότυπα που υπερισχύουν της έρευνας και των ευρημάτων της. Ο δράστης φυσικά, δρα χειραγωγώντας τα “συστήματα” προς όφελός του. Κρύβεται πίσω από την φυλετική ένταση της Ατλάντα και εκμεταλλεύεται την φτώχεια πουλώντας “όνειρα” απόδρασης. Η σκηνή που διαμαρτύρεται στον δήμαρχο δείχνει την κατανόηση και τον έλεγχο που έχει πάνω στις δομές και τις αντιλήψεις της κοινωνίας. Είναι μια προσωποποίηση του εφιάλτη του συστήματος. Και, δεν είναι ο μόνος που βγαίνει “εκ των έσω” σε αυτή τη σεζόν. Ο Holden, στο τέλος της, νιώθει προδομένος από το “σύστημα” αλλά ανήμπορος να αντιδράσει.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με την Wendy. Βρίσκει τον έρωτα σε μια γοητευτική barwoman που ξεχειλίζει από αυτοπεποίθηση, ένα αυθεντικό ελεύθερο πνεύμα. Η Wendy βλέπει πάνω της ένα πρότυπο, ένα άτομο δηλαδή που ζει απελευθερωμένα μέσα σε ένα καταπιεστικό σύστημα. Βλέπει αυτό που θα ήθελε να είναι, την θαυμάζει. Πείθεται μέσα της ότι έχει τις απαντήσεις. Ότι είναι εφικτό, ότι υπάρχει ελπίδα. Τελικά όμως, όλα καταρρέουν όταν οι κοινωνικές συμβάσεις απαιτούν ένα πρέπον προσωπείο. Μπροστά στον πρώην άντρα και το παιδί της, το “ελεύθερο πνεύμα” παραμένει υποκριτικά συμβιβασμένο. Ξανά, το πρόβλημα, και κατ’ επέκταση η λύση, δεν βρίσκεται στο άτομο. Βρίσκεται στο “σύστημα”. Η Wendy νιώθει προδομένη και εξίσου ανήμπορη να αντιδράσει. Επιστρέφει στο περιθώριο, στην “κρυψώνα” της.

Η πιο σημαντική πλοκή όμως είναι αυτή του Bill. Η ιστορία του χαρίζει στρώσεις βάθους σε ζητήματα που μέχρι τώρα ήταν μονοδιάστατα, βάζοντας το “τέρας”, τον εγκληματία, μέσα στο σπίτι του. Εκεί, η σειρά εστιάζει, όχι στο παιδί, τον θύτη δηλαδή, το οποίο δεν αρθρώνει λέξη, αλλά, σε όλο τον περίγυρο, στο περιβάλλον. Στο δράμα της μάνας που δυσκολεύεται να αποδεχτεί τα γεγονότα και δεν αντέχει το κοινωνικό βάρος, στις ενοχές του πατέρα, στην κοινωνική απομόνωση του παιδιού. Φέρνει μια εσωτερική σύγκρουση στον Bill που βρίσκεται νομίζω στον πυρήνα ολόκληρης της σειράς. Πού σταματάει η κοινωνική ευθύνη και πού ξεκινάει η ατομική; Το περιβάλλον ή τα γονίδια διαμορφώνουν εγκληματίες; Ποια είναι η ηθική στάση που πρέπει να κρατάμε απέναντί τους; Πόσο ρευστή είναι η ανθρώπινη φύση και πόσο δύσκολη, πιθανότατα αδύνατη, η αποκρυπτογράφησή της; Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι ο Bill περισσότερο από τους υπόλοιπους, είναι μέρος του συστήματος, ξέρει να κινείται μέσα σε αυτό, ξέρει πώς δουλεύει και πώς να το υπηρετεί, χωρίς απαραίτητα αυτό να του αρέσει.

Πάντως, δεν είναι περιθωριακός χαρακτήρας όπως η Wendy ή ο Holden. Είναι γέννημα θρέμμα του συστήματος, ένας καθώς πρέπει οικογενειάρχης. Είναι ενσωματωμένος, είναι… ο μέσος άνθρωπος. Η ιστορία του Bill φαίνεται να συμπληρώνει το παζλ βάζοντας στο παιχνίδι τις πραγματικά δύσκολες ερωτήσεις εκμηδενίζοντας την απόσταση “ασφαλείας” μας. Εδώ ο “εγκληματίας” δεν είναι ένα άγνωστο υποκείμενο. Είναι ο γιος του πρωταγωνιστή. Δεν προέρχεται από κάποια διαλυμένη οικογένεια, ούτε έχει βιώσει τραυματικές καταστάσεις. Ο “σπόρος” φαίνεται να ξεπηδάει από την “καρδιά” του συστήματος, από ένα θεωρητικά υγιές κομμάτι του, και αυτό μας φέρνει σε ακόμα μεγαλύτερη αμηχανία. Εδώ δεν έχουμε το συστημικό καζάνι που βράζει όπως στην Ατλάντα.

Ουσιαστικά λοιπόν, η ιστορία του Bill είναι συμπληρωματική στην διαλεκτική της σεζόν, αποκλείοντας τις απόλυτες απαντήσεις, προβληματίζοντας, φέρνοντάς μας σε αδιέξοδα. Γι’ αυτό είναι και η πιο ψυχοφθόρα. Η μητέρα, τελικά θα πάρει το παιδί και θα επιχειρήσουν ένα νέο ξεκίνημα. Μια απόπειρα που μοιάζει με προσπάθεια αποφυγής του αναπόφευκτου. Όλοι ξέρουμε ότι δεν κρύβονται τέτοια προβλήματα “κάτω από το χαλί”. Η οικογένεια διαλύεται και ακόμα μια πλοκή στη σεζόν καταλήγει έρμαιο του “συστήματος” (κοινωνική πίεση, επαγγελματική εξάντληση) . O Bill χάνει την οικογένειά του αλλά “κερδίζει” στη δουλειά. Μόνο που, δυστυχώς, αυτή δεν είναι παρά μια ψεύτικη νίκη του συστήματος.

Αντί επιλόγου

Ο Manson διαφημίστηκε πολύ ως το “αστέρι” της δεύτερης σεζόν και παρότι η παρουσία του, για πολλούς, θεωρείται πολύ μικρή για να δικαιολογήσει τον ντόρο, αποτελεί όντως ένα μεγάλο θεματικό σημείο αναφοράς. Τοποθετημένος στην μέση της σεζόν, δεσπόζει σαν μια νοηματική σημαδούρα. Πόσο ταιριαστό για μια σειρά που εξερευνά τις συστημικές παθογένειες και την αδυναμία του ατόμου απέναντί τους, να έχει ως “μασκότ” έναν χειριστικό εγκληματία που δεν λέρωσε ποτέ τα ίδια του τα χέρια με αίμα, μόνο “οδήγησε” άλλους στον φόνο. Στην σκηνή του, ο Manson βρίσκεται σε θέση ισχύος (προσέξτε πώς είναι σκηνοθετημένη) και δεν πέφτει ούτε μια στιγμή από εκεί… Αυτή, νομίζω, είναι η απόλυτη εικόνα της απελπισίας που διαπνέει ασφυκτικά όλη τη δεύτερη σεζόν.

8 comment(s)