ROMA Review 

Ένας μεγαλειώδης ύμνος προς την γυναικεία φύση και το εκτόπισμά της

ROMA Review

Οι Unboxholics δίνουν για ακόμη μία φορά το παρόν στο 59ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται φυσικά η μεγάλη οθόνη και ο πολιτισμός. Έπειτα και από πρόσκληση της COSMOTE TV, μέγα χορηγού της ξεχωριστής αυτής διοργάνωσης, παρακολουθήσαμε σε 4Κ προβολή με σύστημα ήχου Dolby Surround 7,1, το κοινωνικό-βιογραφικό δράμα εποχής Roma του δις βραβευμένου με Όσκαρ, Alfonso Cuarón (Gravity).

Το φιλμ αυτό δικαίως έφυγε φέτος με τον Χρυσό Λέοντα από το 75ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, αποσπώντας διθυραμβικά σχόλια από κοινό και κριτικούς, βάζοντας όμως παράλληλα πλώρη για τα φετινά Όσκαρ ως η επίσημη πρόταση του Μεξικού στην κατηγορία Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Ο εν λόγω ταλαντούχος δημιουργός με φόντο την πατρίδα του, βάζει την προσωπική του σφραγίδα σε μία προσεγμένη, υποβλητική και συγκινητική δουλειά, έχοντας επιλέξει ο καμβάς της ιστορίας του ναι μεν να είναι βαμμένος με ασπρόμαυρους τόνους, αλλά να μην του λείπει τίποτα από όλες εκείνες τις μεστές σε νόημα και λεπτές συναισθηματικές αποχρώσεις που περιέχει ένα υψηλής ποιότητας θέαμα.

Η μυθοπλασία αυτή φέρνει στην καρδιά της 7ης Τέχνης την ψυχή του ισπανόφωνου σινεμά, με έναν καλλιτέχνη που δικαιολογεί επάξια τον λόγο που τον κατατάσσει στο λεγόμενο γκρουπ «The Three Amigos of Cinema», την τριάδα των πιο δημιουργικών και επιτυχημένων καλλιτεχνών του χώρου αυτού, δηλαδή του Guillermo del Toro (The Shape  of Water) και Alejandro González Iñárritu (The Revenant).

Με στιβαρά βήματα εξακολουθεί να χαράσσει την δική του αξιέπαινη πορεία στο πεδίο αυτό, με ορισμένα από τα εγχειρήματα που φέρουν την υπογραφή του όπως το Y Tu Mamá También, το Children of Men και το Harry Potter and the Prisoner of Azkaban, να αποτελούν ορόσημα στην καριέρα του πέρα από την κατάκτηση από μέρους του, του Χρυσού Αγαλματιδίου το 2014.

Στην νέα του ταινία που συνιστά και την πρώτη του συνεργασία με το Netflix, ο Cuarón αποδεικνύει ότι είναι λάτρης της λεπτομέρειας γι’ αυτό και παίρνει τον χρόνο του να ξετυλίξει ενώπιον του θεατή τον μίτο της αφήγησής του. Μέσα σε διάρκεια 135’ μας μεταφέρει σε τεκταινόμενα που λαμβάνουν χώρα το 1970 και το 1971, σε ένα ταραχώδες διάστημα στη ζωή διαφόρων νοικοκυριών της μεσαίας τάξης κατά την δεκαετία αυτή στο Μεξικό. Αντλώντας τον οίστρο του από μία νοσταλγική αναπόληση, και από τις γυναίκες των παιδικών του χρόνων αφιερώνει μία ιδιαίτερη ωδή στο μητριαρχικό στοιχείο που έπλασε τον κόσμο του. Πρόκειται για μία διαυγή, γνήσια και γεμάτη αμεσότητα απεικόνιση της περιόδου εκείνης με συμβολικά μηνύματα, έντονο βιωματικό υπόστρωμα και νεορεαλιστική χροιά.

Το πορτρέτο της σκιαγραφείται ευλαβικά πιστά, σχεδόν φωτογραφικά, αποτυπώνοντας το κοινωνικό και πολιτικό της περικείμενο με πυρήνα μία οικογένεια και την οικιακή της βοηθό στην συνοικία “Roma”, που προσπαθούν να κρατήσουν τις ισορροπίες του βίου τους σε ένα περιβάλλον συνεχώς μεταβαλλόμενο και ασταθές. Η ιστορική αυτήν καμπή αποβαίνει κρίσιμη τόσο όσον αφορά τον μικρόκοσμό τους αλλά και την γενικότερη κατάσταση που υφίσταται πέρα από αυτόν. Η διελκυστίνδα τεντώνει επικίνδυνα ανάμεσα σε εντάσεις εντός του οίκου αλλά και σε σφοδρές συγκρούσεις έξω από αυτόν, με τα επεισόδια μεταξύ των απεσταλμένων από την κυβέρνηση οργάνων της έννομης τάξης  και των διαδηλωτών φοιτητών να καταλήγουν σε μία βίαιη και αιματηρή εκτόνωση. 

Το ψυχόδραμα που μας παρουσιάζεται παίζει αριστοτεχνικά με τις ευαίσθητες χορδές του ψυχισμού μας ρίχνοντας φως σε αφανείς ήρωες της διπλανής πόρτας και επιτρέποντάς μας με ευθύβολο τρόπο να αφουγκραστούμε πίσω από τα τείχη της άμυνάς τους, τους προβληματισμούς, την αγωνία και την ανησυχία τους για αυτό που ξημερώνει. Μέσα από αρκετά φορτισμένες στιγμές του έργου, αντιλαμβανόμαστε τα υπαρξιακά τους αδιέξοδα αλλά γευόμαστε μαζί τους τόσο τις πίκρες όσο και τις χαρές της κανονικότητάς τους. Γινόμαστε μάρτυρες μίας συγκλονιστικής διαδρομής που χωρίς επιτηδευμένους μελοδραματισμούς, προσεγγίζει με θαυμαστή λιτότητα, ενσυναίσθηση και αυθεντική ειλικρίνεια τις δοκιμασίες καθημερινών ατόμων, καθένας από τους οποίους παλεύει πρώτα απ’ όλα με τον εαυτό του και έπειτα με τις προκλήσεις έξωθέν του.

Οι σπινθήρες που θα πυροδοτήσουν μία βραδυφλεγή έκρηξη βρίσκονται διάσπαρτοι μέσα στο φιλμ, με δύο καθοριστικής σημασίας γεγονότα να οδηγούν σε κορύφωση το τραγικό και συνταρακτικό κομμάτι της υπόθεσης. Το κινηματογραφικό κάδρο κινείται με υπνωτιστικούς ρυθμούς άλλοτε με ευρυγώνιες λήψεις σε εξωτερικές τοποθεσίες και άλλοτε με συχνά gros plan στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών. Η γυναικεία φύση πάντα παρούσα και αισθητή, γίνεται ο καταλύτης της εκφραστικής αυτής αλληγορίας, με το μεγαλείο, την γενναιοδωρία και την αξιοπρέπειά της να αναδεικνύονται κυρίως μέσα από σκηνικά όπου ο μύχιος πόνος αν και σιωπηλός, δεν παύει να είναι δυσβάσταχτος.

Κάθε μία γυναίκα από αυτές δεν είναι ότι δεν λυγίζει μπροστά στις συμφορές που συναντά. Ίσα ίσα τις υπομένει αλλά χωρίς αυτολύπηση. Διεκδικεί, θυμώνει, πληγώνεται, υποφέρει, αποδέχεται, αλλά ορθοποδεί με τις δικές της δυνάμεις. Εκπλήσσεται καθώς αποκτάει επίγνωση για όσα είναι ικανή να διαχειριστεί ενώ οδηγείται προς την κάθαρση αργά και συνειδητά. Και εκεί ακριβώς αποκαλύπτεται η ανθρώπινη ουσία του έργου. Μερικές από τις βασικές συνιστώσες που κυριαρχούν εν προκειμένω είναι: το μητρικό φίλτρο, η αγάπη, η ανάγκη για ανακούφιση και παρηγοριά, η ζωή και η απώλεια, η έννοια της ενότητας και της εμπιστοσύνης, τα μυστικά και οι αλήθειες, οι ελπίδες και οι απογοητεύσεις.

Μεταξύ άλλων, υπογραμμίζονται η ανατροπή της ασφάλειας της ρουτίνας, η αβεβαιότητα του αύριο, ο εγκλωβισμός στην συνήθεια και η απελευθέρωση προς το άγνωστο, η φροντίδα, το καταφύγιο σε μία ζεστή αγκαλιά, η εναλλαγή ανάμεσα στον θόρυβο και την σιγή, το δύσβατο μονοπάτι προς την αυτογνωσία και η λυτρωτική παράδοση σε αυτό που απευχόσουν ως χειρότερο αλλά που τελικά το πέρασες.

Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι εξαιρετικές, με το cast να απαρτίζεται από τους: Yalitza Aparicio, Marina de Tavira, Fernando Grediaga, Jorge Antonio Guerrero, Marco Graf, Daniela Demesa, Carlos Peralta, Nancy García, Diego Di Cort, και η Verónica García.

Με το Roma, ο Cuarón ενσκήπτει με βαθιά κατανόηση και συγκατάβαση πάνω από τις φιγούρες που τολμούν να αναμετρηθούν με τις δυσκολίες και να επαναστατήσουν απέναντι στις κοινωνικές νόρμες και το καθιερωμένο, όχι απαραίτητα για να βγουν αλώβητες ή δαφνοστεφανωμένες, αλλά για να επανεκτιμήσουν τα όρια της δυναμικής και των αντοχών τους. Το ROMA θα κάνει πρεμιέρα, επίσης, στο Netflix στις 14 Δεκεμβρίου. 

Βρείτε την ταινία στο IMDB

0 comment(s)


<