Οι 10 ταινίες που ξεχωρίσαμε μέσα στο 2020 

Οι καλές ταινίες δε σταματάνε ποτέ!

Οι 10 ταινίες που ξεχωρίσαμε μέσα στο 2020

Δεν είναι κανένα επτασφράγιστο μυστικό ότι το 2020 ήταν μια πολύ δύσκολη χρονιά για την βιομηχανία του κινηματογράφου. Τόσο δύσκολη που είναι πραγματικά αδύνατον να προβλέψει κανείς τις μακροχρόνιες συνέπειές της, σε ένα οικοδόμημα που ήδη είχε εμφανίσει κάποιες ρωγμές. Ωστόσο, μέσα σε όλο αυτό το απαισιόδοξο κλίμα, υπήρχε μια φωτεινή αχτίδα που το διαπερνούσε σταθερά καθ΄ όλη τη διάρκεια του έτους: οι ταινίες. Ακόμα και αν το Hollywood ήταν ουσιαστικά “κλειστό” το τελευταίο εξάμηνο, δεν σταματήσαμε να βλέπουμε ενδιαφέρουσες ταινίες.

Η απουσία των mainstream μεγαθηρίων και των “Οσκαρικών” ταινιών που πάντα συνοδεύονται από ένα θορυβώδες μαρκετινγκ, είχε και μια θετική πλευρά: άφησε περισσότερο χώρο να “αναπνεύσουν” και να αναδειχθούν μικρότερες παραγωγές. Ταινίες απ’ όλο τον κόσμο ακούστηκαν περισσότερο, ενώ, οι streaming υπηρεσίες και η τηλεόραση αναπλήρωσαν σε κάποιο βαθμό το κενό του cinema. Παρ' όλ' αυτά, επειδή όπως και να το κάνουμε, η κινηματογραφική αίθουσα παραμένει αναντικατάστατη, ας ελπίσουμε ότι του χρόνου θα αναφέρουμε το 2020 ως μια μικρή παρένθεση και τίποτα παραπάνω.


Βρείτε όλα τα αφιερώματα για το “κλείσιμο” του 2020 πατώντας εδώ.


Παρακάτω, ακολουθούν, χωρίς ιεραρχική σειρά, οι ταινίες που η συντακτική ομάδα (δηλαδή ο γράφων, η Στέλλα Παπασαραφιανού, ο Αντώνης Παυλίδης και ο Κυριάκος Στεργιάδης) ξεχώρισε μέσα στη χρονιά.


Lovers Rock του Steve Mcqueen

Από την δυναμική πενταλογία του Small Axe για το BBC, καμία ταινία δεν μιλάει δυνατότερα και καθαρότερα από το Lovers Rock. Ένα πάρτυ μετατρέπεται μέσα από τον φακό του Mcqueen σε έναν καθρέπτη μιας ολόκληρης κουλτούρας και ζωής. Ξεγλιστρώντας ανάμεσα στα εκστασιασμένα σώματα, βρίσκει την τεράστια δίψα για ζωή να αναμειγνύεται με την σκληρότητα και τον πόνο της καταπίεσης. Ανάμεσα σε αυτούς του τοίχους, στα στενά, γεμάτα κόσμο δωμάτια, δημιουργείται μια κρυμμένη γωνίτσα ελευθερίας μέσα στην νύχτα, όπου μια ομάδα ανθρώπων βρίσκει τον χώρο να διασκεδάσει ελεύθερα, να ερωτευθεί, να ξεσπάσει. Όχι σαν άγιοι, αλλά σαν άνθρωποι. Χωρίς ρητορείες και μέσα σε μόλις 70 λεπτά ο Mcqueen καταφέρνει, δείχνοντας ένα μικρό κομμάτι πραγματικότητας, να αποτυπώσει με πλούτο και λεπτότητα ολόκληρες ζωές.    Γ.Π.


Babyteeth της Shannon Murphy

H Shannon Murphy σκηνοθετεί το Babyteeth, βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό έργο της Rita Kalnejais, συνιστά μία ανεπιτήδευτα ρεαλιστική, έξω από καλούπια και συνάμα γλυκόπικρη ιστορία αγάπης και ενηλικίωσης, ένα ξεχωριστό και συγκινητικό δράμα όπου συναντιούνται η φρεσκάδα, ο αυθορμητισμός και η αισιοδοξία της νιότης κάνοντας ένα εξαιρετικό δέσιμο και με το μαύρο χιούμορ. Η πλοκή εστιάζει στη σοβαρά άρρωστη ‘Milla’ (Eliza Scanlen), μία έφηβη που ερωτεύεται παράφορα με έναν μικροδιακινητή ουσιών, τον ‘Moses’ (Toby Wallace), με τους γονείς της να ανησυχούν πολύ για το ειδύλλιο αυτό. Ωστόσο, η κοπέλα αισθάνεται ότι μέσα από τα δυνατά συναισθήματά της για αυτόν τον νεαρό ενισχύεται το κίνητρό της για ζωή και για τολμηρές αλλαγές πέρα από τα συνηθισμένα.

Σύντομα, οι άνθρωποι που την περιβάλλουν συνειδητοποιούν πόση αξία έχει το να βιώνει κανείς την κάθε στιγμή ως μοναδική ειδικά όταν πρόκειται να γευτείς την αληθινή αγάπη και ξέρεις ότι ένα αναπόδραστο τέλος είναι πολύ κοντά. Το project χωρίς τραβηγμένους μελοδραματισμούς, χωρίς εντυπωσιοθηρικά κλισέ και στείρο διδακτισμό, ενσκήπτει με κατανόηση, αμεσότητα και ευστοχία πάνω από ζητήματα όπως: μία επερχόμενη απώλεια, η αγωνία για το αύριο ενός ασθενούς, η αμηχανία του ανθρώπου μπροστά στο αιώνιο αναπόφευκτο, η ακαταμάχητη επιθυμία του να γευτεί όσα αξίζουν παρά το ότι έχει επίγνωση ότι ο χρόνος του εκπνέει, και η λαχτάρα του να σιγουρευτεί ότι τουλάχιστον κέρδισε όσα θεωρούσε σημαντικά στη ζωή.  Σ.Π.


I’m Thinking of Ending Things του Charlie Kaufman

Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν στιγμές που νιώθεις ότι ο Kaufman αυτό-απορροφάται, αγνοεί το κοινό, το ξεχνάει εντελώς. Το I’m Thinking of Ending Things είναι μια δύσβατη ταινία. Τις βασικές της πληροφορίες τις δίνει ανέμελα, χωρίς καμία υπογράμμιση και πολλές φορές υποθέτει πως ο θεατής έχει τις γνώσεις και την προσοχή για να ενώσει τα “κομμάτια”. Δεν ξέρω αν τελικά είναι περιφρόνηση ή υπέρμετρη εμπιστοσύνη προς το κοινό. Παρόλα αυτά, είναι μια ταινία προικισμένη με μια περίεργη γοητεία και μια ικανότητα να σε παίρνει μαζί της σε ένα εντελώς απροσδόκητο ταξίδι. Από τη μία οι εκπληκτικές ερμηνείες και από την άλλη η αντισυμβατική φόρμα του, ο Kaufman μας υπενθυμίζει ότι δεν κάνει ταινίες της γραμμής. Και αν δεν λειτουργεί τόσο καλά διαισθητικά όσο θα ήθελε, μια δεύτερη και τρίτη προβολή φανερώνουν ένα συναισθηματικό υπόβαθρο πλούσιο και λεπτοδουλεμένο. Ναι, είναι μια ταινία που απαιτεί πράγματα από τον θεατή για να ξεδιπλωθεί. Όσοι του δώσετε, θα λάβετε.  Γ.Π.


Possessor του Brandon Cronenberg

Το Possessor του Brandon Cronenberg ανήκει σίγουρα μέσα στις καλύτερες ταινίες τρόμου/επιστημονικής φαντασίας για το φετινό έτος. Το σενάριο είναι γραμμένο από τον ίδιο και πρωταγωνιστούν οι: Andrea Riseborough, Christopher Abbott, Rossif Sutherland, Tuppence Middleton, Sean Bean και η Jennifer Jason Leigh. Στην ιστορία ακολουθούμε την serial killer Tasya Vos (Andrea Riseborough) η οποία εργάζεται για μια μυστική υπηρεσία που χρησιμοποιεί ένα είδος τεχνολογίας εγκεφαλικών εμφυτευμάτων δίνοντας τους την δυνατότητα να εισχωρήσουν στα σώματα ανθρώπων ώστε εκείνοι να διαπράξουν διάφορες δολοφονίες. Τα πράγματα στραβώνουν όταν η ίδια αρχίζει και χάνει τον έλεγχο του μυαλού της όταν μπαίνει στο σώμα ενός άνδρα. Τέτοιου είδους ευρηματικά και πρωτογενή περιεχόμενα μυθοπλασίας, θα αποτελούν πάντα την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον στον χώρο του τρόμου. Η ταινία του Cronenberg καταφέρνει με μεγάλη επιτυχία να συνδυάσει πολλά πράγματα μαζί όπως τον τρόπο που ισορροπεί ανάμεσα στις ανατριχιαστικές σκηνές ωμής βίας και στα φιλοσοφικά ζητήματα που θίγει μέσα από τα σουρεαλιστικά της μοτίβα. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως άμα συνεχίσει να παράγει τόσο ποιοτικό υλικό, τότε ο θρύλος του πατέρα του David Cronenberg έχει βρει έναν άξιο συνεχιστή του έργου του. A.Π.


Soul του Pete Docter

Νομίζω μπορούμε πλέον να πούμε, με όση τουλάχιστον σιγουριά μπορεί να έχει κανείς σε τέτοια θέματα, ότι ο Pete Docter είναι ο πραγματικός Μίδας της Pixar. Δεν είναι μόνο ότι οι τέσσερις ταινίες που έχει σκηνοθετήσει είναι όλες τους μία και μία (Monsters Inc, Up, Inside Out και τώρα, Soul) αλλά και ότι, σε όσες έχει εμπλακεί σεναριακά (Toy Story, Toy Story 2, Wall-e), είναι αδύνατο να βρεις “στραβοπάτημα”. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η πορεία του Docter φανερώνει μια καλλιτεχνική ωρίμανση που τραβάει μαζί της ολόκληρη την Pixar αλλά και το mainstream animation. Το Soul είναι μια ταινία που ξεφεύγει φανερά από το καλούπι της παιδικής ταινίας σε τόσο mainstream νερά. Αν το Toy Story 4 έκανε κάποια δειλά βήματα, το Soul πάει παραπέρα και καταπιάνεται απροκάλυπτα με υπαρξιακά και φιλοσοφικά θέματα, βάζοντάς τα στο επίκεντρο της δράσης. Τρυφερό και αυθεντικά αισιόδοξο, μοιάζει με το ελπιδοφόρο κλείσιμο αυτής της καταστροφικής χρονιάς που χρειαζόμασταν.  Γ.Π.


Beanpole του Kantemir Balagov

Το ιστορικό, ψυχολογικών προεκτάσεων δράμα Beanpole του Kantemir Balagov, που στο παγκόσμιο άνοιγμά του στο περσινό Φεστιβάλ των Καννών διακρίθηκε με λαμπρή νίκη στην κατηγορία “Un Certain Regard”, αποσπώντας και το βραβείο FIPRESCI, αποτελεί μία ιδιαίτερη ωδή στη ζωή. Εδώ πρωταγωνιστούν οι Viktoria Miroshnichenko, Vasilisa Perelygina, και ο Konstantin Balakirev. Η ταινία τοποθετείται χρονικά εν έτει 1945 στο Leningrad, με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο να έχει αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι του στην πόλη, με σπίτια γκρεμισμένα και κατοίκους όμοιους με ανθρώπινα ερείπια. Παρ’ όλο που μία από τις χειρότερες πολιορκίες που έλαβε χώρα ποτέ, πλέον έχει τελειώσει, η αιώνια μάχη ανάμεσα στην ζωή και τον θάνατο συνεχίζεται σε ό,τι απέμεινε από εκείνο το μέρος. Εκεί δύο νέες γυναίκες, η ‘Iya’ (Miroshnichenko) και η ‘Masha’ (Perelygina) θα αγωνιστούν να ορθοποδήσουν και να βρουν ξανά την ελπίδα για χάρη όσων αγαπάνε.

Ο Balagov καταφέρνει επιδέξια με το υποβλητικό και βραδυφλεγές αυτό σε ένταση αφήγημα να μας μεταφέρει σε ένα ζοφερό χρονικό, την επαύριο του Β’ Παγκόσμιου με το  φάντασμα της φρίκης, της αναλγησίας και του παραλογισμού των όπλων να πλανάται ανάμεσα σε κτίρια και βασανισμένες οντότητες που μετρούν τις πληγές τους τη στιγμή που δύσκολα ξεχωρίζει κανείς νικητή από ηττημένο. Με θαυμαστή διαύγεια και έναν αλλιώτικο εικαστικό λυρισμό υφαίνεται ένας καλοδουλεμένος μύθος, υπέροχα ψυχοπλακωτικός, και ανατέμνεται αριστοτεχνικά ο ψυχισμός της γυναικείας φύσης καθώς αποτυπώνεται συγκλονιστικά ο αντίκτυπος του πολέμου και της συνακόλουθης ισοπέδωσης. Εντός αυτής της πραγματικότητας ανθίζει δειλά δειλά το στοιχείο της ρομαντικής έλξης, του αυθόρμητου, της λύτρωσης και της έκπληξης, ενώ το κινηματογραφικό κάδρο κοσμούν γλαφυρές πινελιές όπου αναδεικνύονται εξαίσια διάφορες αποχρώσεις του κόκκινου και του πράσινου, μ’ “Ένα Ψηλό Κορίτσι” να κυριαρχεί μέσα σ’ αυτές.  Σ.Π.


Da 5 Bloods του Spike Lee

Τέσσερις Αφροαμερικανοί βετεράνοι ξεκινάνε ένα ταξίδι στα βάθη της ζούγκλας του Βιετνάμ δεκαετίες μετά από τον πόλεμο, για να βρουν τη σορό του χαμένου τους αρχηγού, αλλά και έναν κρυμμένο θησαυρό. Στην ταινία πρωταγωνιστούν οι Delroy Lindo, Jonathan Majors, Clarke Peters, Norm Lewis, Isiah Whitlock Jr., Mélanie Thierry, Paul Walter Hauser, Jasper Pääkkönen, Jean Reno και Chadwick Boseman. Ο μοναδικός σκηνοθέτης του Χόλυγουντ που μπορεί να μπλέξει με επιτυχία έναν συνδυασμό πολιτικού σινεμά και ταινία δράσης, είναι ο αξεπέραστος Spike Lee. Το πολεμικό του δράμα Da 5 Bloods μας φέρνει αντιμέτωπους με την ιστορία και μας δείχνει πως όσα χρόνια και αν έχουν περάσει, αυτή θα επαναλαμβάνεται άμα την αφήσεις ξεχασμένη. Ο Αφροαμερικανός δημιουργός χρησιμοποιεί την ταινία του σαν ένα κάλεσμα για αφύπνιση και αλλαγή σε έναν κόσμο που δείχνει πως δεν είναι ικανός να μάθει από τα ίδια του τα λάθη. Θα βρίσκει πάντα τον τρόπο σε κάθε του φιλμ να προκαλεί προβληματισμό και να ακουμπάει τις ευαίσθητες χορδές του θεατή, με σκοπό πάντα να τον φέρνει σε μια κατάσταση άβολη και δύσκολη με μοναδική επιλογή την αντίδραση του γι' αυτά που συμβαίνουν γύρω του. Α.Π.


TENET του Christopher Nolan

Ένα ακόμη υγρό όνειρό του πραγματοποίησε ο Nolan, όπως ακριβώς το φανταζόταν. Και ποιο είναι αυτό; Ένα κατασκοπικό θρίλερ που μπλέκει ένα σκηνικό τύπου James Bond με το δύστροπο και δυσνόητο concept του «time-reversal» ή αλλιώς της εντροπίας. Και γιατί το έκανε; Γιατί μπορεί και τολμά να πειραματίζεται, ακόμη και αν του στοιχίζει σκληροπυρηνικούς fans. Άλλοι το θεώρησαν ψυχρό, άλλοι ακαταλαβίστικο, άλλοι αριστούργημα και άλλοι μια πολύ καλή ταινία στο ύψος των υπολοίπων δημιουργιών του, που όμως κάτι έλειπε. Τώρα το τι ακριβώς έλειπε δεν μπορώ να σας το εξηγήσω. Μπορώ όμως με σιγουριά να σας πω ότι τεχνικά είναι η αρτιότερη ταινία του Nolan (στο ύψος των Interstellar και Inception), μια περιπέτεια που θα σας κόψει την ανάσα από την αρχή μέχρι το τέλος και μια πλοκή που καλύτερα να την αφήσετε να σας μαγέψει με τα τρικ της, παρά να καθίσετε να την αναλύσετε διεξοδικά. Γιατί κάπου εκεί ανάμεσα βρίσκεται η μαγεία της. Κ.Σ.


First Cow της Kelly Reichard

Υπάρχει κάτι το μαγικό στο μοντάζ των ταινιών της Kelly Reichard. Αφήνει τα πλάνα της να συρθούν λίγο περισσότερο από το σημείο που θα έκοβαν οι περισσότεροι, δεν βιάζεται ποτέ. Αυτό δημιουργεί έναν γαλήνιο, πράο ρυθμό που στο First Cow συνδυάζεται με μια τρυφερή ιστορία φιλίας δυο ανδρών στον 19ο αιώνα που κλέβουν το γάλα της μοναδικής αγελάδας της περιοχής για να φτιάξουν και να πουλήσουν μπισκότα. Είναι μια απλή ιστορία, χωρίς ανατροπές και μεγάλες εντάσεις που υπογραμμίζεται με λεπτότητα από μια ζεστή ανθρωπιά και γιγαντώνεται μέσα στις μικρές στιγμές της. Ανάμεσα στις λάσπες, τις κρύες καλύβες και την σκληρή, κυνική κοινωνία, δύο άνδρες προσπαθούν να στήσουν το δικό τους αμερικανικό όνειρο, αλλά, σε πείσμα των ίδιων μας των προσδοκιών, διαλέγουν τελικά την φιλία.  Γ.Π.


Sound of Metal του Darius Marder

Ο ήχος της metal είναι έντονος, παθιασμένος και γεμάτος νεύρο. Ο ήχος της μοναξιάς όμως; Ο ήχος της απελπισίας πως είναι; Ο Darius Marder καταφέρνει και συγκλονίζει στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο, έχοντας στις πλάτες του το σενάριο του Beyond the Pines και καταφέρνει να περάσει μια προσωπική οδύσσεια ενός μουσικού που χάνει το πιο πολύτιμο αγαθό, την ακοή του, τόσο μα τόσο ωμά. Η ερμηνεία του Riz Ahmed σε βυθίζει μέσα στη ψυχοσύνθεσή του, ο οποίος παλεύει να σταθεί όρθιος, να δει μια άσπρη μέρα, να ονειρευτεί ένα αύριο και να συμφιλιωθεί με την κακόγουστη φάρσα που του έπαιξε η ζωή. Highlight της εμπειρίας του Sound of Metal είναι το sound design του, το οποίο μαζί με την ερμηνεία του Ahmed θα είναι υποψήφια για Όσκαρ. Κ.Σ.


Περιμένουμε και τις δικές σας αγαπημένες από κάτω στα σχόλια!

4 comment(s)

End of content

No more pages to load