Το Macbeth ως ασπρόμαυρος εφιάλτης – Review  

Στο The Tragedy of Macbeth ο Joel Coen αποδεικνύει ότι μπορεί και μόνος του

Το Macbeth ως ασπρόμαυρος εφιάλτης – Review

Στην παρθενική του σκηνοθετική δουλειά χωρίς τον αδερφό του, ο Joel Coen επιλέγει να μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη το διάσημο έργο του William Shakespeare, Macbeth, κάνοντας στην πορεία ορισμένες πολύ ενδιαφέρουσες καλλιτεχνικές επιλογές. Έχοντας να κάνουμε με ένα από τα σπουδαιότερα κείμενα που έχουν γραφτεί ποτέ, νομίζω είναι περιττό να μιλήσουμε για την ποιότητα της ιστορίας που αφηγείται η ταινία. Το Macbeth, γραμμένο τον 17ο αιώνα, αποτελεί μια διαχρονική εξερεύνηση της φθοράς που επιφέρει στην ψυχή του ανθρώπου η φιλοδοξία. Είναι ένα σκληρό έργο που “σκάβει” βαθιά σε σκοτεινές γωνιές της ανθρώπινης φύσης και συγκινεί τώρα όπως και τότε. Ο Ιτάλο Καλβίνο, προσπαθώντας να ορίσει τα χαρακτηριστικά ενός κλασικού βιβλίου αναφέρει μεταξύ άλλων: “Κλασικό είναι το βιβλίο που δεν έπαψε ποτέ να λέει όσα έχει να πει”. Το ίδιο ισχύει για κάθε έργο τέχνης που αξίζει τον χαρακτηρισμό “κλασικό” και το Macbeth είναι σίγουρα ένα από αυτά.

Ένα διαχρονικό πορτραίτο του δηλητήριου που λέγεται εξουσία.

Το ενδιαφέρον λοιπόν με την ταινία του Coen δεν είναι το ίδιο το κείμενο, αλλά ο τρόπος που επέλεξε να το μεταφέρει στις οθόνες μας. Αρχικά, η επιλογή αυτής της “εκτυφλωτικής” ασπρόμαυρης φωτογραφίας. Νομίζω αν κάτι καθορίζει την ταυτότητα της ταινίας, είναι αυτή. Πριν τη δω, φοβόμουν μήπως είναι απλά στυλιστικά παιχνίδια, μια καλή ευκαιρία για τον τρομερό Bruno Delbonnel να “ξεσαλώσει” στο οπτικό κομμάτι και να κλείσει εύκολα το μάτι στα Oscars. Ευτυχώς δεν συμβαίνει αυτό. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία επιτρέπει στον Coen να χτίσει μια ατμόσφαιρα σχεδόν μεταφυσική, ένα παιχνίδι φωτός και σκιάς που λειτουργεί κλειστοφοβικά, αποπνικτικά, “άβολα” για τον θεατή και τον απομακρύνει από τον ρεαλισμό. Το σύμπαν αυτού του Macbeth είναι ονειρικό, ή καλύτερα, εφιαλτικό. Ένα μέρος ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και των νεκρών, ένα μεταίχμιο πιο κοντά σε καθαρτήριο, με την αρχική σημασία που του έδωσε ο Δάντης, έναν προθάλαμο δηλαδή πριν την κόλαση.

Σε συνδυασμό με το πολύ μινιμαλιστικό και “άδειο” production design των εσωτερικών χώρων (τα σκηνικά δηλαδή), το κάστρο μοιάζει περισσότερο με φυλακή και οι χαρακτήρες παγιδευμένοι σε ένα συγκεκριμένο πεπρωμένο. Μόλις οι τρεις μάγισσες ρίχνουν το δηλητήριο στην σκέψη του Macbeth, τα γρανάζια μπαίνουν σε λειτουργία και η πορεία είναι προδιαγεγραμμένη. Όπως τα πιόνια σε μια εικονική (ασπρόμαυρη) σκακιέρα, είναι αδύνατον να ξεφύγουν, να πάρουν την τύχη στα χέρια τους. Η τραγωδία θα ολοκληρωθεί. Είναι μια σκληρή ανάγνωση της ανθρώπινης ψυχολογίας αλλά γεμάτη αλήθεια. Αυτό το αναπόδραστο είναι που συλλαμβάνεται πολύ εύστοχα στην αισθητική προσέγγιση των Coen/Delbonnel και γι’ αυτό και εν τέλει, η επιλογή αυτή της φωτογραφίας μοιάζει ιδανική για αυτή τη μεταφορά. Η εικόνα έχει συχνά μια σκληρότητα μέσα από το λευκό φως και το σκοτάδι μοιάζει αδιαπέραστο. Το ίδιο απίθανος είναι και ο τρόπος που φωτίζονται τα πρόσωπα των ηρώων σε κομβικές στιγμές, δίνοντας τους μια τραχύτητα όσο οι αβάσταχτες ενοχές και οι φόβοι εντείνονται και το μυαλό τους κατρακυλάει προς την παράνοια.

Η φιλοσοφία της ταινίας έχει μια φυσική ροπή προς την θεατρική σκηνή, χωρίς πολλή κίνηση στην κάμερα και γυμνά σκηνικά που τονίζουν και δεν διεκδικούν την προσοχή από τους ηθοποιούς. Η εικόνα είναι συνήθως παγωμένη, στατική, με ελάχιστη κίνηση στο φόντο και τα περιβάλλοντα. Το αποτέλεσμα είναι υπολογισμένο και ακριβές. Βρίσκω, λοιπόν, όλες αυτές τις επιλογές πετυχημένες διότι δίνουν σε αυτήν την εκδοχή του Macbeth, παρότι εξαιρετικά πιστή στο αρχικό κείμενο, μια εντελώς δική της υφή και προσωπικότητα.

Το δεύτερο πράγμα που πρέπει αναγκαστικά να συζητηθεί όταν μιλάμε για σαιξπηρικό έργο, είναι οι ερμηνείες. Ομολογώ πως δεν έχω καταλήξει μέσα μου αν η ερμηνεία του Denzel Washington ως Macbeth μου άρεσε. Εκτίμησα την χαμηλότερων τόνων προσέγγιση και την προσπάθεια να μην θεατρινίζει αλλά, με μια πρώτη ματιά τουλάχιστον, υπήρχαν στιγμές που μου φάνηκε λίγο άχρωμος. Όταν η ένταση ανεβαίνει στο δεύτερο μισό του έργου, βρίσκει, νομίζω, καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στην εσωτερική ένταση και την εξωτερική έκρηξη, γιατί προφανώς το δεύτερο είναι και πολύ ευκολότερο. Ίσως, όμως, όλα αυτά να τα εκτιμήσω διαφορετικά σε μια δεύτερη θέαση. Αντιθέτως, δε θα χρειαστεί κάτι τέτοιο για την ερμηνεία της Frances McDormand που, αναμενόμενα πλέον, ήταν εξαιρετική, ως Lady Macbeth. Άκαμπτη και σκληρή στην αρχή, ράκος, ένα ζωντανό φάντασμα στο τέλος. Βρήκα υπέροχο τον τρόπο που χρησιμοποιεί την φωνή της στις πιο έντονες σκηνές και την εγκράτεια στις εκφράσεις της. Τέλος, μια μικρή μνεία στον εμπνευσμένο τρόπο που παρουσιάζονται εδώ οι τρεις μάγισσες σαν ανατριχιαστικοί άνθρωποι-κοράκια. Οι σκηνές που εμφανίζονται είναι ίσως οι καλύτερες του έργου.

Εν κατακλείδι, ο Joel Coen παραδίδει μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδοχή του Macbeth που, ενώ είναι ένα έργο που έχει μεταφερθεί πολλάκις σε όλων των ειδών τα μέσα, δεν μοιάζει περιττή. Η εκπληκτική αισθητική που έχει χτίσει μαζί με τον Bruno Delbonnel (και τον Carter Burwell στη μουσική), δεν είναι απλά ένα όμορφο επιφανειακό περιτύλιγμα, αλλά το βασικότερο κομμάτι μιας ονειρικής/εφιαλτικής προσέγγισης που τονίζει τον εγκλωβισμό των ηρώων σε μια τραγική πορεία. Μια πορεία που έχει ως αφετηρία μια προφητική υπόσχεση για εξουσία…