Το West Side Story είναι ένα ακόμα επίτευγμα στην καριέρα του Spielberg | Review  

Ο αμερικανός σκηνοθέτης επιστρέφει με μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς

 Το West Side Story είναι ένα ακόμα επίτευγμα στην καριέρα του Spielberg | Review

*Αν και μιλάμε για μια ιστορία του 1961, οφείλω να προειδοποιήσω πως το παρακάτω κείμενο μιλάει ανοιχτά για την ταινία, οπότε περιέχει spoilers.*

Δεν νομίζω ότι έχει μείνει πλέον κάτι άλλο για τον Spielberg. Μετά και από το επιτυχημένο του πέρασμα από τα μιούζικαλ, έχει σκηνοθετήσει κάτι αξιόλογο σε όλα τα βασικά είδη. Από περιπέτειες, σε θρίλερ και από βιογραφίες σε πολεμικά έπη, επιστημονική φαντασία κάθε είδους, ιστορικά δράματα, παραμύθια, κωμωδίες… Ίσως να του λείπει το καθαρόαιμο horror ή ένα αυθεντικό noir αλλά, εντάξει, ας μην είμαστε υπερβολικοί. Εξάλλου δεν είναι κάποια λίστα που πρέπει εμμονικά να συμπληρώσει, όχι μόνο αυτός, αλλά κανένας δημιουργός. Νομίζω ότι στην ιστορία του σινεμά πάντως, πολύ λίγοι σκηνοθέτες έχουν την δική του κατανόηση και έλεγχο του μέσου. Εν ολίγοις, ελάχιστοι άνθρωποι μπορούν να γυρίσουν μια –οποιαδήποτε- ταινία καλύτερα από τον Steven Spielberg.

Μπορεί να μην είναι ένας πολύ σπουδαίος στοχαστής του σινεμά, όπως π.χ. ήταν ο Bergman ή ο Tarkovsky, αλλά η αίσθηση, το ένστικτο που έχει στην κινηματογραφική αφήγηση μπορεί να συγκριθεί μόνο με τους κορυφαίους των κορυφαίων. Λίγες μέρες πριν κλείσει τα 75 του χρόνια ο Αμερικανός σκηνοθέτης επιστρέφει με μια δική του εκδοχή του West Side Story, η οποία αναβλύζει με μια ενέργεια που θα περίμενες από κάποιον νεότερο. Όπως είδαμε προσφάτως όμως και με τον George Miller, η ταύτιση της ηλικίας με συγκεκριμένους ρυθμούς, “φρεσκάδα” ή τεχνικές φιλοδοξίες, δεν είναι παρά ένα στερεότυπο.

Ο Spielberg, μαζί με τον –συχνό συνεργάτη του τα τελευταία χρόνια- σεναριογράφο Tony Kushner, έχουν κάνει μικρές αλλαγές στο αρχικό έργο, αλλά είναι όλες ουσιαστικές και θεωρώ ότι βελτιώνουν αισθητά το πρωτότυπο έργο. Έχουν καταφέρει να δώσουν τόσο μεγαλύτερο πλούτο και βάθος στην ιστορία και στους χαρακτήρες όσο και μια πιο συγκεκριμένη κατεύθυνση θεματικά. Βλέποντας τις ταινίες back to back, εκτιμάς κάθε επιλογή που έχει γίνει εδώ, γιατί εντοπίζεις έναν ξεκάθαρο αφηγηματικό στόχο. Παρότι μιλάμε για παραλλαγή της κλασικής ιστορίας του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, δηλαδή έναν “απαγορευμένο” νεανικό έρωτα, το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαδραματίζεται, οι κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες διαμορφώνεται, υφαίνουν ένα θλιβερά επίκαιρο και σπαρακτικό σχόλιο πάνω στην αποτυχία του Αμερικανικού Ονείρου. Της Αμερικής ως ιδέα, όπως αυτή πλασαρίστηκε στις συνειδήσεις των ανθρώπων τον 20ο αιώνα. Ναι, είναι ένα θέμα με το οποίο έχει καταπιαστεί πολλές φορές το αμερικανικό σινεμά, ιδίως από τη δεκαετία του 50 κι έπειτα. Αλλά εδώ ο Spielberg καταφέρνει να το δώσει με αληθινή ευαισθησία και βαθύτερη κατανόηση. Μια κατανόηση που φανερά του έλειπε στην διαχείριση των θεμάτων της προηγούμενης ταινίας του, Ready Player One.

Οι δύο αντιμαχόμενες ομάδες στο West Side Story, οι συμμορίες που είναι ορκισμένοι εχθροί, παλεύουν για μια θέση στα συντρίμμια ενός κόσμου που τους έχει ποδοπατήσει και τους έχει ήδη αφήσει πίσω. Το –σχεδόν μεταποκαλυπτικό- κοινωνικό πορτραίτο που στήνει ο Spielberg έχει στα θεμέλιά του τη φτώχεια και μια απεγνωσμένη ανάγκη να ανήκεις κάπου, να έχεις ένα “σπίτι”, ένα μέρος όπου δεν είσαι ο κατάπτυστος, αποτυχημένος, ο “ξένος”. Γιατί, ίσως εκεί η φτώχεια να αντέχεται. Πρέπει “κάτι” να έχεις, αλλιώς είσαι ο “κανένας”, ένας άνθρωπος χωρίς ταυτότητα, χωρίς παρόν ή μέλλον. Κάπως έτσι είναι οι Jets, η συμμορία των Αμερικανών, που μόνο Αμερικανοί δεν είναι. Οι περισσότεροι είναι απλά μετανάστες προηγούμενης γενιάς: πολωνοί, ιρλανδοί κ.α. που τώρα απειλούνται από τους νέο-αφιχθέντες Πορτορικανούς. Αυτή είναι η μία από τις πολλές θλιβερές ειρωνείες που διαπνέουν την ιστορία.

Η άλλη είναι ότι ο κύκλος του μίσους ξεκινά για μια θέση, όχι στον ήλιο, αλλά στον υπόνομο. Τουλάχιστον αυτός ο υπόνομος θα μας ανήκει, δεν θα μας τον πάρουν οι “ξένοι” λένε οι μεν, τον χρειαζόμαστε κι εμείς, γιατί χωρίς αυτόν δεν έχουμε τόπο, λένε οι δε. Κάθε ιδεαλισμός που εκφράζεται και αντικρούεται με χιουμοριστικό τόνο στο διάσημο τραγούδι “America”, μέχρι το τέλος της ταινίας έχει μετατραπεί σε μια θλιβερή, “στοιχειωτική” ηχώ που πλανάται ανάμεσα στα μισογκρεμισμένα σπίτια και τους τσακισμένους χαρακτήρες. Η Αμερική της διαφήμισης, εναντίον της πραγματικής Αμερικής, της δηλητηριασμένης από την οικονομική ανισότητα και τον ρατσισμό.

Η πιο εστιασμένη ματιά που κουβαλά αυτή η σύγχρονη εκδοχή καθρεπτίζεται απόλυτα στον Τσίνο. Ο Τσίνο, ένας κομβικός χαρακτήρας για την πλοκή, εδώ έχει μετατραπεί από ένα ακόμα μέλος της “συμμορίας” που ήταν στο παλιό, σε έναν φέρελπι νεαρό με μερικές σπουδές και μια εντύπωση πως είναι “ανώτερος από όλο αυτό”, ότι μπορεί να ξεφύγει, να γίνει “κάτι” στη ζωή του. Ξεκινά, θεωρητικά έξω από αυτόν τον κύκλο του μίσους, αλλά ο μαγνήτης είναι πολύ ισχυρός. Η πορεία του, μαζί με της Ανίτα και της Μαρία φυσικά, βρίσκεται στην καρδιά της ταινίας.

Θα μπορούσα να γράψω σελίδες ολόκληρες για τις αλλαγές αυτές, για το πώς οι Spielberg και Kushner μεταφέρουν, ας πούμε, ένα τραγούδι από την αρχή, στο τέλος, φορτίζοντάς μια αρχικά χαρούμενη σκηνή με διαπεραστική τραγική ειρωνεία. Για το πόσο συνεισφέρουν οι μικρές αλλαγές στο background των χαρακτήρων ή ο τρόπος που μερικές έξτρα προτάσεις φωτίζουν τους χαρακτήρες. Για το πώς μαζί με τον φωτογράφο του, Janusz Kaminski, λούζουν κάθε σημαντική σκηνή αυτού του έρωτα με ένα “παραδεισένιο” φως, που λειτουργεί τόσο σαν προοικονομία, όσο και σαν μελοδραματική έμφαση. Ίσως μάλιστα εδώ, το σύγχρονο κοινό που έχει συνηθίσει σε πιο προσγειωμένες αποτυπώσεις, να ξινίσει λίγο. Ο έρωτας στο West Side Story, όπως στο Ρωμαίος και Ιουλιέτα, είναι απόλυτος, ορμητικός, ανεξέλεγκτος, δεν έχει σκιές ή αμφιβολίες και ως τέτοιος κινηματογραφείται. Είναι η πλατωνική ιδέα του έρωτα στην ανώτερη μορφή του, ένα κύμα που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του.  

Και παρόλα αυτά, ηττάται. Αυτή είναι η -σαιξπηρικών διαστάσεων- τραγωδία του West Side Story. 

Η σκηνοθεσία του Spielberg είναι πραγματικά αριστοτεχνική, διότι δεν προσπαθεί ποτέ να τραβήξει την προσοχή πάνω της. Ακολουθεί τις υπέροχες χορογραφίες με μια φαινομενική απλότητα και εγκράτεια, ενώ είναι πάντα, μα πάντα, εύστοχη, εξυπηρετώντας το συναίσθημα της εκάστοτε σκηνής με τρομερή ακρίβεια και διαύγεια. Παρακολουθείς μια ταινία που σε κάθε σκηνή επικοινωνεί καθαρά, υπάρχει κατεύθυνση, σκοπός, σκέψη. Ο Spielberg ανέκαθεν έκανε “λαϊκό” σινεμά και ένιωθε πάντα άνετος με το μελόδραμα. Αυτή είναι ίσως και η μεγαλύτερη αδυναμία που του προσάπτουν. Έχει πράγματι στιγμές στην καριέρα του που δεν κρατά ισορροπίες. Εδώ όμως, όπως στις καλύτερες δουλειές του, το διαχειρίζεται με ωριμότητα και καλλιτεχνική φαντασία.

Μοναδικό ίσως παράπονό μου, η αναιμική χημεία μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών (Ansel Elgort, Rachel Zegler) που δεν βοηθάει στο να μεταφερθεί ο κεραυνοβόλος αυτός έρωτας στο κοινό με την ένταση που θα έπρεπε. Αυτή, όμως, είναι μάλλον μια λεπτομέρεια, μπροστά σε ένα τόσο άρτιο σύνολο σε όλα τα υπόλοιπα επίπεδα. Το West Side Story παρότι ξετυλίγεται με την ακρίβεια ελβετικού ρολογιού, δεν χαρακτηρίζεται από έναν άψυχο περφεξιονισμό. Είναι ένα παλλόμενο έργο που ξεχειλίζει από ζωή και πάθος, διηγείται μια ευαίσθητη, γεμάτη αποχρώσεις μελοδραματική ιστορία, με μια καθαρότητα που φέρνει στο νου τα μεγάλα αριστουργήματα του κλασικού Hollywood. Ο Spielberg στο απόγειο της τέχνης του.