Το No More Heroes 3 είναι μία καλοκαιρινή "σαλάτα" από τον Suda 51 | Review

Μια ματιά στη νέα περιπέτεια του Travis Touchdown

Τη σειρά No More Heroes τη γνώρισα πριν πολλά χρόνια, το 2007, όταν κυκλοφόρησε αποκλειστικά για το Nintendo Wii. Πρόκειται για τον πρώτο τίτλο που είχα παίξει από τον Goichi Suda ή αλλιώς Suda 51 και την ομάδα του, την Grasshopper Manufacture. Ομολογώ πώς δεν είχα δει ξανά κάτι παρόμοιο, όσον αφορά πάντα το στιλ του. Ο Suda εκτός από κεντρικός παραγωγός, είχε γράψει το σενάριο, αλλά ήταν και ο κύριος σχεδιαστής όλου του τίτλου. Λίγα χρόνια μετά, το παιχνίδι κυκλοφόρησε ως No More Heroes: Heroes’ Paradise και για τα PS3 και Xbox 360, με περισσότερο περιεχόμενο, αλλά και με την Konami να αναλαμβάνει τα ηνία για να το φέρει στα μέρη μας.

Μάλιστα, το 2010 ο Suda επέστρεψε στο franchise και κυκλοφόρησε το No More Heroes 2: Desperate Struggle, με τον ιδιαίτερο πρωταγωνιστή, Travis Touchdown, να επιστρέφει ξανά, πιο «τρελός» από ποτέ. Μετά από αυτό, όμως, η Grasshopper Manufacture είπε να αφοσιωθεί σε κάτι διαφορετικό και κυκλοφόρησε σε συνεργασία με την EA το εξαιρετικό, εν τέλει, Shadows of the Damned, ενώ μετά ακολούθησαν και τα Rebuild of Evangelion: Sound Impact, Lollipop Chainsaw και άλλα.

Παρόλο που το δεύτερο κεφάλαιο δεν τα πήγε τόσο καλά σε πωλήσεις όσο το πρώτο, ο Suda άφησε το franchise στην άκρη για αρκετά χρόνια και το 2012 έφτιαξε το No More Heroes: World Ranker για τις mobile συσκευές. Επτά χρόνια μετά, το Travis Strikes Again: No More Heroes για το PlayStation 4 και το Nintendo Switch έγινε πραγματικότητα, συνεχίζοντας την ιστορία από το 2ο κεφάλαιο. Οι fans διψούσαν όλα αυτά τα χρόνια για ένα sequel και η ομάδα ανάπτυξης στην E3 του 2019 ανακοίνωσε πως εργάζεται πάνω στο No More Heroes 3, αποκλειστικά για την υβριδική κονσόλα της Nintendo.

Φτάνοντας, λοιπόν, στο τώρα, το No More Heroes 3 λαμβάνει χώρα επτά χρόνια μετά το δεύτερο κεφάλαιο και 2 χρόνια μετά το Travis Strikes Back, με τον Travis να βρίσκεται πλέον στην γενέτειρά του, την Santa Destroy. Εκεί ζει την ήρεμη ζωή ενός "νέρντουλα" και το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να παίζει τα αγαπημένα του βιντεοπαιχνίδια. Ξαφνικά, όμως, όλα θα πάνε από το κακό στο χειρότερο, όταν μια τεράστια εξωγήινη πλατφόρμα εμφανίζεται στον ουρανό πάνω από την πόλη του. Εκεί βρίσκονται δέκα σούπερ ήρωες-εξωγήινοι και θέλουν, εκτός από τον Travis, να καταστρέψουν τον κόσμο, με αρχηγό τους τον κυριολεκτικά «τρελό» FU (Φ γιου. Ναι, έτσι ονομάζεται, wink wink).

Ας πάμε λίγο πιο πίσω στην ιστορία όμως. Το τρίτο κεφάλαιο της σειράς ξεκινάει με ένα νεαρό αγόρι, τον Damon Ricotello, ο οποίος πηγαίνει τη νύχτα σε ένα δάσος για να εκτοξεύσει έναν αυτοσχέδιο πύραυλο, όταν κάποια στιγμή θα συναντήσει εκεί μία εξωγήινη μορφή που ονομάζεται Jess Baptiste VI. Ο Damon αποφασίζει να φροντίσει αυτό το άκακο πλάσμα, ενώ παράλληλα τον κρύβει από όλους και όλα, μιας και κάποιοι πράκτορες κάνουν έρευνες σε εκείνη την περιοχή. Εν τω μεταξύ, ο Damon και ο Jess Baptiste VI γίνονται οι καλύτεροι φίλοι δημιουργώντας έναν δεσμό μεταξύ τους, με τον Damon να ανακαλύπτει ένα κομμάτι εξωγήινης τεχνολογίας αργότερα και να βοηθά τον εξωγήινο να φτιάξει το διαστημόπλοιό του.

Έτσι, παρόλο που είχαν δεθεί μεταξύ τους, ο Jess Baptiste VI πρέπει να φύγει, να επιστρέψει στο σπίτι του, δίνοντας όρκο ζωής ότι θα ξανά γυρίσει σε 20 χρόνια. Όντως επέστρεψε, αλλά με άγριες διαθέσεις. Ο Jess Baptiste VI είναι ο FU, ο σατανικός κακός του παιχνιδιού και συνεργάζεται για δικά του συμφέροντα με τον Damon. Δε θα ήθελα όμως να σας πω περισσότερα και γι’ αυτό το λόγο θα σταματήσω με την ιστορία του No More Heroes 3 εδώ. Αν και δεν χάνετε κάτι… Είναι όσο κλισέ την φαντάζεστε.

Το gameplay είναι σαφώς αυτό που χαρακτηρίζει το No More Heroes εδώ και χρόνια και στο νέο παιχνίδι ο Suda 51 και η ομάδα του τα έδωσαν κυριολεκτικά όλα. Καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού ένιωσα πως είχα ακριβώς τον έλεγχο του Travis, χωρίς κολλήματα, χωρίς παραξενιές στο χειριστήριο και αυτό είναι κάτι που λάτρεψα. Τα combos και τα skills δουλεύουν απροβλημάτιστα και κάθε φορά έψαχνα να κάνω και κάτι διαφορετικό στις αρένες με εχθρούς που συναντούσα. Ο τίτλος έχει κυριολεκτικά τα πάντα. Από αναβαθμίσεις ξοδεύοντας πόντους, abilities και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε.

Αυτό είναι το μεγάλο ατού του No More Heroes 3 και για εμένα το πετυχαίνει ξεκάθαρα, καθώς ο κύριος κορμός του gameplay αλλάζει συνεχώς ειδικά σε κάθε boss fight. Ας πούμε ακόμη μου έχει μείνει στο μυαλό μία μάχη με το 6ο boss (θα προσπαθήσω να μην πω πολλά), όταν ξαφνικά βρέθηκα σε ένα εγκαταλελειμμένο σχολείο και τότε η κάμερα γύρισε σε πρώτο πρόσωπο και το παιχνίδι μου έδωσε ένα φακό για να το εξερευνήσω και να βρω το boss της πίστας.

Το παιχνίδι επικεντρώνεται κυρίως στο πώς θα αντιμετωπίσεις το κάθε αφεντικό, μέχρι να φτάσεις στο τέλος και μπορώ να σας εγγυηθώ ότι κάθε φορά που θα αρχίσετε μια μάχη, θα είναι τελείως διαφορετική, φέροντας την κλασσική φαντασία και υπογραφή του Suda 51. Είχα καιρό να ευχαριστηθώ τόσο boss fights. Δυστυχώς, το υπόλοιπο σύνολο του gameplay είναι μια αγγαρεία, καθώς οι main αποστολές είναι πάντα ίδιες. Κάθε φορά έπρεπε να ολοκληρώνω αρένες, οι οποίες ήταν σχεδόν πανομοιότυπες. Έπρεπε, δηλαδή, να σκοτώνω όλους τους εχθρούς και να μαζεύω χρήματα, έτσι ώστε να αγοράσω το «εισιτήριο» για να μπορώ να πολεμήσω το εκάστοτε αφεντικό. Παράλληλα, ο τίτλος είναι περιτριγυρισμένος και από αρκετά secondary missions που δεν έχουν ουσία και γι’ αυτό το λόγο δεν ασχολήθηκα ιδιαίτερα μαζί τους.

Σαφώς και ήθελα κάτι παραπάνω όσον αφορά το gameplay. Μου έλειπαν οι «πίστες». Δεν είναι ένα κλασσικό hack ‘n’ slash με την παραδοσιακή έννοια, είναι κάτι διαφορετικό. Αυτό θα ξενίσει πολλούς, όπως έγινε και με εμένα. Στη δυσκολία του το παιχνίδι απαιτούσε την προσοχή μου κάθε φορά, γιατί ένα ή δύο λάθη μπορούν να φανούν μοιραία, όμως δεν έχω κανένα παράπονο πάνω σε αυτό. Νομίζω είναι αρκετά δίκαιο και μόλις βρείτε το στιλ σας θα βγάζετε την κάθε μάχη «νεράκι».

Τα γραφικά του No More Heroes 3 είναι στην καλύτερη των περιπτώσεων μέτρια, αφού μοιάζουν σε αρκετά σημεία, κυρίως όταν ο παίκτης περιηγείται στον ανοιχτό χάρτη, με τη γενιά του PlayStation 2. Ναι καλά διαβάσατε, πέρα από τον σχεδιασμό των επιπέδων που είναι απλά ΟΚ, τα περιβάλλοντα είναι τελείως άδεια και φαίνεται ότι η ομάδα ανάπτυξης δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα, κάνοντας βιαστικές σχεδιαστικές κινήσεις.

Οι μάχες στις μικρές αρένες στοχεύουν τα 60 καρέ ανά δευτερόλεπτο, ενώ όταν βρισκόμουν στον ανοιχτό κόσμο και περιπλανιόμουν στους δρόμους, η τραγική ανάλυση, τα κακά textures και το πολύ έντονο aliasing χαλούσαν το σύνολο της εμπειρίας και όλο αυτό “πακέτο” με 25-30 FPS. Ο ήχος του από την άλλη είναι αρκετά ικανοποιητικός, με φανταστικές μουσικές που συνόδευαν τη μάχη κάθε φορά, καθώς και την περιπλάνηση στον κόσμο. Ο σχεδιασμός και το art style κυμαίνονται σε ικανοποιητικά επίπεδα που θα μπορούσε όμως η ομάδα ανάπτυξης να είχε δουλέψει περισσότερο, αλλά εδώ που τα λέμε, πιστεύω την κράτησε αρκετά πίσω η “ιπποδύναμη” του Nintendo Switch.

Πρόσφατα ο Suda 51 είπε στο Twitter του ότι το No More Heroes θα είναι και το τελευταίο παιχνίδι του franchise και αποχαιρέτησε μια για πάντα τον αγαπημένο για πολλούς Travis. Είμαι πολύ περίεργος να δω με τι θα πιαστεί στο μέλλον, γιατί δε σας κρύβω ότι τα παιχνίδια του παρά τα τεχνικά ή τα γενικά τους προβλήματα, εν τέλει ευχαριστούν τον παίκτη χάρη στο ιδιαίτερο στιλ του δημιουργού. Αν, λοιπόν, εσύ που διαβάζεις αυτές τις γραμμές, είσαι λάτρης της σειράς, επένδυσε, μιας και θα βρεις αυτό που ψάχνεις, όμως όχι τώρα, περίμενε να πέσει λίγο η τιμή του. Μέχρι τότε πιστεύω ότι υπάρχουν εκεί έξω πιο αξιόλογα παιχνίδια για να ασχοληθείς σε αυτή την περίοδο ξηρασίας.

Συνοψίζοντας : Το No More Heroes 3 είναι ένα διασκεδαστικό παιχνίδι, το οποίο έχει πολλές ατέλειες που δε γίνεται να αγνοήσει εύκολα κάποιος. Ωστόσο, όσοι έχετε ασχοληθεί στο παρελθόν με παιχνίδια του Suda 51, ξέρετε πάνω κάτω τι να περιμένετε. Το 3ο και τελευταίο κεφάλαιο της σειράς θα το πρότεινα μόνο σε αυτούς που θέλουν μία ακόμη δόση από αυτόν τον θεότρελο δημιουργό. Το παιχνίδι έχει πολύ ωραίες ιδέες, απολαυστικό gameplay, έξυπνα bosses και ωραίο χιούμορ, αλλά χάνει σχεδόν σε όλα τα υπόλοιπα. Ο “κορμός” του είναι “ξερός”. Είναι μονότονο, έχει γραφικά που θυμίζουν εποχές PS2 σε μερικά σημεία, προβλεπόμενη ιστορία, ενώ απουσιάζουν παντελώς οι “πίστες”. Οι κύριες αποστολές του είναι ίδιες από την αρχή και κατά τη διάρκεια των 13 ωρών που με απασχόλησε, αυτό ήταν το μεγαλύτερό μου παράπονο. Δεν έχει ποικιλία και αυτό είναι κάτι που μου έλειπε από τη στιγμή που μπήκα στον άοσμο και “παλιακό” κόσμο του.
Box Art
Tested on : Nintendo Switch
Developer : Grasshopper Manufacture
Publisher : Grasshopper Manufacture
Distributor : CD Media S.A.
Available for : Switch
Release date : 27-08-2021

0 σχολια