Devil in Ohio Review - Σκοτάδι και μυστήριο απλώνουν τα φτερά τους!  

Και η Emily Deschanel ψάχνει για διαφυγή

Devil in Ohio Review - Σκοτάδι και μυστήριο απλώνουν τα φτερά τους!

Η νέα μίνι σειρά μυστηρίου και τρόμου Devil in Ohio του Netflix φέρει την υπογραφή της Daria Polatin και βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο της, με τη σταρ του αστυνομικού δράματος Bones, Emily Deschanel να ηγείται του cast εν προκειμένω.

Το project αποτελείται συνολικά από οκτώ επεισόδια και σε αυτό παίζουν επίσης οι: Sam Jaeger, Gerardo Celasco, Madeleine Arthur, Xaria Dotson, Alisha Newton και οι Naomi Tan.

Η πλοκή επικεντρώνεται σε μία ψυχίατρο, την Dr. ‘Suzanne Mathis’ (Deschanel) η οποία αναλαμβάνει την ιδιαίτερη περίπτωση μιας νεαρής ασθενούς, της ‘Mae’(Arthur). Η αλλόκοτα αινιγματική αυτή έφηβη πρόσφατα κατόρθωσε να ξεφύγει από τους κόλπους μιας αίρεσης που πιστεύει στον Σατανά και έχει αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι της πάνω στην κοπέλα. Η Dr. ‘Mathis’ που αρχικά αναλαμβάνει ως ειδικός την υπόθεσή της, αργότερα προσφέρεται να την βοηθήσει και να την προστατέψει ως προσωρινός της κηδεμόνας μέχρι να βρεθούν για το ανήλικο αυτό κορίτσι οι κατάλληλοι ανάδοχοι γονείς. Ωστόσο, αγνοεί πως αυτή της η επιλογή θα της κοστίσει πολύ ακριβά, θέτοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια, την γαλήνη και την ηρεμία του σπιτιού της καθώς δεν είναι όλα όπως φαίνονται…

Η εν λόγω ανθολογία είναι μία ενδιαφέρουσα τηλεοπτική πρόταση που προσεγγίζει το θέμα του μυστηρίου, του αποκρυφισμού, της ελευθερίας του ανθρώπου αλλά και εκείνο της ενδοοικογενειακής βίας, της παραμέλησης και των αντίστοιχων δυσλειτουργιών που συνεπάγεται κάτι τέτοιο για το υπόλοιπο του βίου ενός θύματος.

Κατά βάση, η σειρά αυτή εξερευνά τις ανεπούλωτες πληγές που μπορεί να αφήσει στον ψυχισμό ενός ατόμου ένα άκρως τοξικό, καταπιεστικό, χειριστικό και κακοποιητικό οικογενειακό περιβάλλον. Εμμέσως όμως, γίνεται λόγος και για την οικειότητα, το δέσιμο που μπορεί να αναπτύξουν άνθρωποι οι οποίοι μπορεί να έχουν ένα ανάλογο τέτοιο βίωμα ώστε να ταυτιστούν σε μεγάλο βαθμό μεταξύ τους.

Το κομμάτι της ενσυναίσθησης συνέχει το παρόν εγχείρημα αλλά τα πράγματα κάπως περιπλέκονται όταν στην όλη εξίσωση μπαίνει η ενοχή του επιζήσαντα από μία τραυματική εμπειρία όπως η παραπάνω και ο υπέρ του δέοντος ζήλος του, να σώσει όποιον εκτίθεται σε παρόμοια κατάσταση. Και ακριβώς αυτό βλέπουμε να το παρουσιάζει ένας πολύ συγκεκριμένος χαρακτήρας που φτάνει σε σημείο να υπερβάλλει και να χάνει τα πατήματά του με τους αγαπημένους του.

Μεταξύ άλλων, το εν λόγω θέαμα καταπιάνεται με θέματα που αφορούν στον προσηλυτισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό, την πλύση εγκεφάλου και την πώρωση που μπορεί να εμφανίσει κανείς όταν μυείται σε ένα σκληροπυρηνικό μοτίβο λατρείας ειδικά μέσα στα πλαίσια μίας πολύ κλειστής και αναχρονιστικής κοινωνίας που πιστεύει σε δικά της θέσφατα και υπακούει μόνο σε δικούς της νόμους.

Σε γενικές γραμμές, η σειρά εξελίσσεται με γοργό ρυθμό. Λίγες είναι οι φορές που θα παρατηρήσεις ότι η δράση βαλτώνει κάπως. Κατά βάση, παίζει με αρκετές ευαίσθητες χορδές του δέκτη και αφήνει σε εκείνον να αποφανθεί για το εάν η απειλή που πλανάται στον αέρα προσλαμβάνει και υπερβατικές προεκτάσεις. Ενδέχεται δηλαδή, να ανιχνεύσει ο θεατής μερικές υπόνοιες του υπερφυσικού στοιχείου μέσα από μυστικιστικά σύμβολα, αυτοσχέδια φυλαχτά, βωμούς, θρύλους και αναπαραστάσεις, αλλά και πάλι είναι καθαρά στην κρίση του κοινού τί πρόσημο και νόημα θα δώσει σε κάποια τεκταινόμενα.

Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι πολύ πειστικές. Η Deschanel κερδίζει αβίαστα την συμπάθειά σου ως Dr. ‘Mathis’, μία προσωπικότητα που πέρασε δια πυρός και σιδήρου αλλά ακόμη πολεμάει με τους δαίμονές της και αντλεί δύναμη από αυτό. Ο ρόλος της μητέρας γίνεται δίκοπο μαχαίρι. Η γυναίκα αυτή αφενός, διχάζεται από το χρέος που αισθάνεται να υπερασπιστεί ένα αβοήθητο παιδί, και αφετέρου από την ανάγκη της να κρατήσει τις ισορροπίες με την οικογένειά της.

Από την άλλη, η Madeleine Arthur ως η ‘Mae’, ένα από τα κεντρικά πρόσωπα της μυθοπλασίας αυτής καταφέρνει να μπερδέψει το συναίσθημά σου, να σε προβληματίσει και να σε κάνει να εστιάζεις κάθε φορά την προσοχή σου πάνω της. Θα την χαρακτήριζες ως μία ιδιάζουσα ήρεμη δύναμη η οποία εντούτοις, πίσω από την στωικότητά της και των ήπιων τόνων ιδιοσυγκρασία της κρύβει κάτι το απροσδιόριστα creepy που σε κάνει να αμφιβάλεις για τα αληθινά της κίνητρα και το κυριότερο σε τραβάει σαν μαγνήτης με έναν σκοτεινό τρόπο. Αφήνει την εικόνα της να μιλήσει για εκείνη η οποία άλλοτε διαφωτίζει και άλλοτε παραπλανά. Το διαπεραστικό και αφοπλιστικό της βλέμμα εκ πρώτης όψεως ίσως ανά διαστήματα να διεγείρει μέσα σου τη συμπόνια, αφού σου δίνει την εντύπωση ότι είναι μία κοπέλα απροστάτευτη και έρμαιο των καταστάσεων. Ωστόσο, άλλα πράγματα στη στάση της σε θέτουν σε επιφυλακή και σε κάνουν να αμφισβητείς την αρχική σου εκτίμηση, συμπεραίνοντας πως σίγουρα κανείς δεν είναι τόσο αθώος όσο δείχνει.

Επιπρόσθετα, να σημειωθεί πως η μουσική επένδυσή του σόου είναι πολύ ταιριαστή ενώ το τραγούδι των τίτλων αρχής “Lessons of the Fire” της Bishop Briggs σου μένει σχεδόν από την πρώτη στιγμή. Όσον αφορά στη διεύθυνση φωτογραφίας, σε ορισμένα εξωτερικά πλάνα και σκηνές μπορεί να αντιληφθείς ότι το project πάει κάπως να μιμηθεί σε στυλ την 1η σεζόν του True Detective κάτι που πιθανόν να σε ξενίσει ή και να σου αρέσει. Η ατμόσφαιρα που χτίζεται ενέχει μέσα της μία πολύ έντονη υποψία αδιεξόδου και αβεβαιότητας ώστε το σασπένς να κορυφώνεται σε αρκετές φάσεις.

Η ανατροπή υπάρχει εδώ αλλά δεν παρεμβαίνει τόσο συχνά καθώς ορισμένα γεγονότα μπορείς εύκολα να τα διαβλέψεις ως προς την έκβασή τους. Παρ’ όλα αυτά, η βραδυφλεγής ένταση που δομείται στην ουσία ενισχύει μέσα σου την επιθυμία να μάθεις πώς θα τελειώσουν όλα.

Ο επίλογος του Devil in Ohio θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πάσα και για 2ο κύκλο, αν και θα ήταν προτιμότερο να θεωρηθεί ότι μπαίνει οριστικά τελεία έστω και με έναν τρόπο που αφήνονται ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα για τον θεατή σχετικά με το πως εκλαμβάνει το φινάλε.

Ροη ειδησεων