The Black Phone: Είναι αυτή η horror ταινία της χρονιάς; - Review  

Ο Scott Derrickson κόβει και ο Ethan Hawke ράβει

The Black Phone: Είναι αυτή η horror ταινία της χρονιάς; - Review

Ο δημιουργός του Doctor Strange, Scott Derrickson κάθεται στην καρέκλα της σκηνοθεσίας και μας παραδίδει το θρίλερ υπερφυσικού τρόμου και μυστηρίου The Black Phone, υπογράφοντας παράλληλα και το σενάριο μαζί με τον C. Robert Cargill, ενώ ως πρωταγωνιστές έχουν επιστρατευτεί εδώ οι Mason Thames και Ethan Hawke.

Στο εν λόγω έργο που αντλεί έμπνευση από την ομότιτλη νουβέλα της ανθολογίας «20th Century Ghosts» του γιου του Stephen King, και επίσης ταλαντούχου συγγραφέα, Joe Hill («NOS4A2, «The Fireman»), παίζουν επίσης οι: Madeleine McGraw, Jeremy Davies, James Ransone, E. Roger Mitchell, Troy Rudeseal, Miguel Cazarez Mora και η Rebecca Clarke.

Η πλοκή λαμβάνει χώρα στο 1978 στα προάστια του Denver, όπου εδώ και κάποιους μήνες κυκλοφορεί ένας κατά συρροή δολοφόνος ανηλίκων ο οποίος αφού πρώτα τα απαγάγει έπειτα τους αφαιρεί τη ζωή με βασανιστικό τρόπο. Μεταξύ των παιδιών αυτών, έχει απαχθεί και ένας 13χρονος εν ονόματι ‘Finney’(Thames). Ο άτυχος έφηβος χρειάζεται να αγωνιστεί σκληρά προκειμένου να απελευθερωθεί από την ηχομονωμένη υπόγεια φυλακή του όπου υπάρχει ένα μαύρο τηλέφωνο.

Το αντικείμενο αυτό αν και αχρηστεμένο, κάποια στιγμή ξεκινά αναπάντεχα να χτυπά και το αγόρι θα διαπιστώσει πως πίσω από τα μυστηριώδη τηλεφωνήματα που δέχεται από την άλλη γραμμή, κρύβεται μία απόκοσμη και ζοφερή αλήθεια, τόσο ανατριχιαστική όσο και το προσωπείο που φοράει ο απαγωγέας του.

Ο σκηνοθέτης του The Exorcism of Emily Rose, του Sinister, και του Deliver Us from Evil δεν έπαψε ποτέ να έχει αδυναμία στο horror είδος. Έτσι, η επιστροφή του στα γνώριμα αυτά κινηματογραφικά λημέρια δείχνει πόσο άνετα και αβίαστα του βγαίνει να φτιάξει άλλο ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον project. Ακολουθώντας με μεγάλη πιστότητα το περιεχόμενο του καθεαυτού διηγήματος του Joe Hill, κατάφερε να το διασκευάσει σε μία πολύ δυνατή και αξιόλογη μυθοπλασία τρόμου και ανεξήγητου. Συγκεκριμένα, η υπόθεση χτίζεται στιβαρά χάρη σε ένα σφιχτό και σωστά δομημένο σενάριο, ενώ εξελίσσεται με γοργό ρυθμό, συνοχή, ένταση, σασπένς, νεύρο αλλά και ορισμένα πρωτότυπα στοιχεία που οπωσδήποτε την κάνουν να ξεχωρίσει.

Επομένως, ιντριγκάρει τον θεατή, τον προβληματίζει, τον κρατάει στην τσίτα, του ασκεί ακαταμάχητη έλξη όσον αφορά στο άγνωστο και στον παράγοντα του απρόβλεπτου. Ο βασικός άξονας του φιλμ είναι χτισμένος με ισορροπημένο το συναισθηματικό του βάρος,  χωρίς υπερβολές. Ο τρόμος στηρίζεται πάνω σε στέρεα θεμέλια με μετρημένες αλλά πετυχημένες και εύστοχα τοποθετημένες ανατροπές.

Τα jump scares δεν λείπουν αλλά δεν έχουν την στείρα, κοινότοπη προσέγγιση που βλέπουμε συνήθως. Δηλαδή, οι συντελεστές έχουν δώσει έμφαση στο να αποφύγουν τα φθηνά και εκνευριστικά εντυπωσιοθηρικά κόλπα και έχουν επιμεληθεί προσεγμένα το κάθε κομβικό σημείο που θα μουδιάσεις στιγμιαία από το σοκ. Η ταινία έχει όλα εκείνα τα πρώτα υλικά ώστε να κρατήσει απερίσπαστη και αμείωτη την προσοχή και την αγωνία του θεατή μέχρι τέλους.

Το χιούμορ μεσολαβεί όπου πρέπει για να αποκλιμακώσει κάπως τα πράγματα χωρίς όμως, να σε βγάλει από το mood αυτού που εκτυλίσσεται “ενώπιον σου”. Η διεύθυνση φωτογραφίας από τον Brett Jutkiewicz, με τα κοντινά πλάνα στα πρόσωπα που ηγούνται του cast για να αποδοθεί πιο αντιπροσωπευτικά η ψυχική τους κατάσταση κάθε φορά, σε συνδυασμό με την υποβλητική μουσική του Mark Korven προσδίδουν αναμφίβολα στην ατμοσφαιρική παρουσίαση του μύθου. Η σχεδόν μιάμισης ώρας διάρκειά της είναι ό,τι πρέπει ώστε να μην βαλτώνει η δράση, να υπάρχει γρήγορη ροή και μέσα σε αυτό το διάστημα να δεις να ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια σου χαρακτήρες ολοκληρωμένοι τόσο από πλευράς κύριων δρώντων όσο και από πλευράς δευτεραγωνιστών.

Ο καθένας διαδραματίζει τον ρόλο του και βρίσκει ακριβώς τη θέση του στην αφήγηση που διανθίζεται τόσο με πιο αθώες επιρροές της αντίστοιχης περιόδου για να μπεις με νοσταλγικές, ρετρό αναφορές στο κλίμα μ’ ένα ακόμη πιο πειστικό και παραστατικό context, όσο και με έμμεσους υπαινιγμούς για πιο σκοτεινά συμβάντα της εποχής εκείνης. Για το τελευταίο, αρκεί να σκεφτείς τα στυγερά εγκλήματα που σημειώθηκαν στα 70s στην Αμερική από κατά συρροή δολοφόνους όπως o διαβόητος «Δολοφόνος Κλόουν», ο κατά κόσμον γνωστός John Wayne Gacy,  ο Ted Bundy, ο λεγόμενος “Son of Sam” ή David Richard Berkowitz κ.ά.

Στην ουσία πρόκειται για ένα ιδιότυπο θρίλερ-ιστορία απότομης ενηλικίωσης που συνδυάζει αριστοτεχνικά τον φόβο τόσο για την κτηνώδη φύση του ίδιου του ανθρώπου όσο και για το άγνωστο. Ο Derrickson ξέρει να παίζει πολύ επιδέξια με τις πιο ευαίσθητες χορδές σου, κάνοντάς σε να γυρίσεις αρκετά χρόνια πίσω, όταν στα παιδικά σου χρόνια εμφάνιζες φοβία π.χ. για άτομα που μεταμφιέζονταν, φορούσαν μάσκα ή βαρύ μακιγιάζ όπως διασκεδαστές ή κλόουν για να κρύψουν την πραγματική τους ταυτότητα.

Και κάπως έτσι τότε ένιωθες σαν να μη σου κολλάει κάτι. Ήταν σαν να μπαίνεις και εσύ με τη σειρά σου στο λεγόμενο “uncanny valley” όπου ένα απροσδιόριστο αίσθημα παράταιρης και άβολης ανησυχίας σε κατακλύζει ενώπιον κάποιου που ως προς την όψη του έχει ταυτόχρονα μία υποψία οικείου, ανθρώπινου και ανοίκειου, ξένου. Οπότε ακούς αυτομάτως να ηχούν μέσα σου προειδοποιητικά καμπανάκια που σε θέτουν σε επιφυλακή. Συνεπώς, η γνωστική ασυμφωνία ενδόμυχά σου βαράει κόκκινο καθώς αναζητάς απεγνωσμένα πάνω του κάτι το γνώριμο και ασφαλές που να σε καθησυχάσει. Σε αυτό το φιλμ, το απόλυτο κακό φοράει μία τέτοια αρρωστημένη, αποκρουστική προσωπίδα με παραμορφωμένα χαρακτηριστικά η οποία συνήθως έχει στο κάτω αποσπώμενο μέρος της ένα creepy πλατύ, σαρδόνιο χαμόγελο που πότε πότε αντικαθίσταται και από ένα άλλο τμήμα με σκυθρωπές εκφράσεις.

Ο Ethan Hawke ενσαρκώνει τον ‘κακό’ της υπόθεσης και ομολογουμένως είναι μία από τις πιο ωραίες ερμηνείες της καριέρας του. Χωρίς επιτηδευμένες εξάρσεις κατορθώνει να μπει κάτω από το πετσί σου η νοσηρή και σαδιστική περσόνα που υποδύεται, να σε ξαφνιάσει, να σε φρικάρει με τις συναισθηματικές της μεταπτώσεις, τις μακάβριες εναλλαγές στο χρώμα της φωνής του και να σε κάνει να καρδιοχτυπάς για την τύχη του τελευταίου θύματός του.

Από την άλλη, ο Mason Thames ως ο συνεσταλμένος και χαμηλών τόνων πιτσιρικάς ‘Finney’ κερδίζει αμέσως τη συμπάθειά σου. Η φυσιογνωμία, η ιδιοσυγκρασία, η ευστροφία του, η ήρεμη δύναμη που κρύβει, και το background του δεν γίνεται να μην σε αγγίξουν. Αυτό που σίγουρα θα παρατηρήσεις είναι το πόση αντοχή έχει απέναντι στην ωμότητα του απαγωγέα του. Ο ήρωας αριθμεί ήδη πολλά βιώματα όπου η βαναυσότητα περισσεύει μέσα στο ίδιο του το σπίτι, ώστε αρχικά να μην έχει συνειδητοποιήσει πόσο γρήγορα ο εαυτός του βάσει της εμπειρίας του τον έθεσε σε πλήρη ετοιμότητα απέναντι στον εχθρό του.

Μεταξύ άλλων, θίγονται ζητήματα όπως αυτό: του σχολικού εκφοβισμού που συχνά ειδικά παλιότερα περνούσε με απίστευτη ευκολία κάτω απ’ το ραντάρ εκπαιδευτικών και γονέων, της ενδοοικογενειακής βίας, της παιδικής κακοποίησης, της ανεπούλωτης πληγής και του δυσαναπλήρωτου κενού που αφήνει στον ψυχισμό ενός ατόμου σε τρυφερή ηλικία η απώλεια ενός αγαπημένου. Από την άλλη, σε αντιστάθμισμα των ανωτέρω εξαιρείται η σημασία που φέρει η αξία της αδελφικής σχέσης, της φιλίας, της αποδοχής, της ανάγκης του ανήκειν, της αυτοανακάλυψης, του σθένους που βρίσκεις  να υπερασπιστείς αυτό που είσαι. Προσεγγίζεται με λεπτότητα και ευαισθησία η αφοπλιστική ειλικρίνεια των παιδιών, η έμφυτη αισιοδοξία τους και η θαυμαστή ανθεκτικότητα που μπορούν να επιδείξουν απέναντι σε ένα ψυχικό τραύμα.

Τονίζεται ακόμη, το συγκρουσιακό δίπολο ελπίδας-απελπισίας και φιλτράρεται κατάλληλα μέσα από γεγονότα που αντανακλούν καθαρά το πόσο κραταιό είναι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης που θα προσφέρει στον άνθρωπο το κίνητρο να παλέψει ακόμη κι αν όλα φαίνονται να είναι εναντίον του.

Στο The Black Phone αντιλαμβάνεσαι πως ο πιο τρομακτικός μπαμπούλας είναι εκείνος της διπλανής πόρτας, ο ανθρώπινα τερατώδης που καραδοκεί εκεί έξω είτε θέλεις να το παραδεχτείς είτε όχι, και προσπαθεί με πονηριά και μοχθηρία να σε παρασύρει να παίξεις το παιχνίδι του. Αν σε πιάσει, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να απαντήσεις κατευθείαν στο ακατανίκητο κάλεσμα της επιβίωσης και να μην αφήσεις καμία ελπίδα να πάει χαμένη.