Babylon Review - Χάος και παράνοια στο Hollywood!  

Ο Chazelle στέλνει ένα αλλόκοτο γράμμα αγάπης στο σινεμά

Babylon Review - Χάος και παράνοια στο Hollywood!

Βγαίνοντας από το Babylon νιώθεις μια κόπωση. Το τρίωρο έπος του Damien Chazelle (Whiplash, La La Land, First Man) έχει τέτοια αμετροέπεια που όσο περνάει η ώρα, αρχίζει και σε καταβάλλει. Πρόκειται για ένα κομμάτι μαξιμαλιστικής προσέγγισης, παρόμοιας ιδιοσυγκρασίας με τα πιο πληθωρικά έργα του Scorsese, όπως το Goodfellas ή το Wolf of Wall Street ή το Boogie Nights του Anderson. Σε αντίθεση με αυτά όμως, η ταινία μοιάζει συχνά σαν μια προσπάθεια του Αμερικανού σκηνοθέτη να προκαλέσει, να εντυπωσιάσει, να ταρακουνήσει τον θεατή, με ακραία σκηνικά και απότομες εναλλαγές ανάμεσα σε σάτιρα, δράμα και ένα, μάλλον τετριμμένο, μήνυμα για την μαγεία του κινηματογράφου και την πολύπλοκη σχέση του με την ξελογιάστρα, χαοτική, ανήθικη βιομηχανία του.

Συγγενεύει κάπως με την αμφιλεγόμενη εξερεύνηση της καλλιτεχνικής τελειότητας μέσα από την καταπίεση που παίζει με τα ανθρώπινα όρια του Whiplash. Αν εκεί όμως η φόρμα έμοιαζε με φυσική προέκταση του θέματός του, εδώ,  ήδη από το πρώτο, εξωφρενικό πάρτι, έχεις την εντύπωση ότι ο Chazelle προσπαθεί πολύ. Το πρώτο εικοσάλεπτο είναι ένα φρενήρες διονυσιακό μίγμα σεξουαλικότητας, μέθης και σουρεαλισμού, γεμάτο από σκηνοθετική επίδειξη και στόμφο που θέλει να πιάσει τον θεατή απροετοίμαστο. Κι έπειτα, βλέπουμε μια χαοτική διαδικασία γυρισμάτων τόσο έντονη σε ύφος που ενίοτε περνάει την γραμμή της σάτιρας προς την παρωδία, προτού κάνει πάλι απότομη στροφή προς το δράμα.

Αν για κάτι δεν γίνεται να κατηγορήσεις τον Chazelle πάντως, αυτό είναι έλλειψη θάρρους. Με τόσο έντονες διακυμάνσεις και ρυθμό, η ταινία του νιώθεις ότι ακροβατεί συνεχώς ανάμεσα στο αριστούργημα και την καταστροφή. Πίσω όμως από την φιλοδοξία του για κάτι “μεγάλο” και “σημαντικό” που είναι έκδηλη, πίσω από τη μεγάλη ενέργεια που προσπαθεί να βγάζει σε κάθε σκηνή επί 3 ώρες, προσωπικά δεν έχω πειστεί για την ποιότητα των ιδεών του.  “Θέλω να είμαι κομμάτι από κάτι μεγαλύτερο από μένα” λέει ο Manny, ένας εκ των πρωταγωνιστών, στην αρχή της ταινίας, μια ατάκα που θα μας υπενθυμίσει ο Chazelle εμφατικά πάλι στο τέλος. Κυνήγι της αιωνιότητας, ματαιοδοξία, φήμη, πλούτος, έρωτας, τέχνη. Σαν να τα έχουμε ξαναδεί όλα αυτά πολλές φορές.

Το φιλμ επικεντρώνεται σε τέσσερις χαρακτήρες κατά την μεταβατική περίοδο του Hollywood από τον βωβό στον ομιλούντα κινηματογράφο. Έναν μεγάλο σταρ που δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στις νέες απαιτήσεις (Brad Pitt), μια νεαρή αυτοκαταστροφική στάρλετ με “ζωώδη” ενέργεια (Margot Robbie), έναν Αφροαμερικανό  μουσικό που βρίσκει νέες ευκαιρίες με τον ερχομό του ήχου (Jovan Adepo) και έναν νεαρό Μεξικανό που ανελίσσεται σταδιακά από παιδί για όλες τις δουλειές σε παραγωγό (Diego Calva). Δυστυχώς οι δύο χαρακτήρες που βρίσκονται στο επίκεντρο της ταινίας, η στάρλετ Nellie LaRoy και ο Manny έχουν τα πιο αδύναμα αφηγηματικά τόξα. Είναι μια κλασική πορεία ανόδου και πτώσης, αλλά και οι δύο μοιάζουν τόσο απορροφημένοι από την εμμονή τους να πετύχουν μέσα σε αυτό το βασίλειο αφθονίας και ασυδοσίας που παρουσιάζει ο Chazelle ως το Hollywood της βωβής εποχής, που είναι δύσκολο να νοιαστείς μετέπειτα, όταν και οι δύο εγκαταλείπουν τις αρχές τους σε μια προσπάθεια να σωθεί η καριέρα τους.

Το θέμα είναι ότι δεν φαίνεται να είχαν ποτέ αρχές. Η Nellie ξεκινάει σαν μια αυθεντική δύναμη αυθορμητισμού και ελευθερίας και υπόσχεται να μην υποταχθεί ποτέ στο σύστημα και τελικά καταλήγει νικημένη κυρίως από τα πάθη και τον αχαλίνωτο χαρακτήρα της. Ένα φωτεινό αστέρι που φωτίζει εκτυφλωτικά για λίγο και χάνεται γρήγορα. Η Margot Robbie μοιάζει εντελώς μέσα στα νερά της ως ημίτρελη στάρλετ, σε έναν ρόλο που συγγενεύει αρκετά με αυτόν της Harley Quinn και ανταποκρίνεται απόλυτα. Ο Manny νιώθεις ότι παρουσιάζεται στην ταινία ως το “καλό παιδί” που σταδιακά παγιδεύεται σε καταστάσεις αλλά η αλήθεια είναι πως δεν συμπεριφέρεται ποτέ ως “καλό παιδί”. Είναι πάντα ταγμένος στον σκοπό του.

Η διαφορά, κατά τη γνώμη μου, του Scorsese στα δικά του γκανγκστερικά έπη με τους υπόλοιπους είναι στον τρόπο που προσεγγίζει τους -απαίσιους- χαρακτήρες του. Τους παρουσιάζει ως cool και ωραίους, χωρίς ποτέ να σου ζητάει να τους συμπαθήσεις. Αντιθέτως, ο φακός του νιώθεις ότι τους ξεγυμνώνει ενώ αυτοί νομίζουν ότι είναι cool και ωραίοι. Φυσικά, στην πορεία τους αποδομεί ολοκληρωτικά. Εδώ, ο Chazelle είναι σαν να προσπαθεί να σε κάνει να συμπαθήσεις τους απαίσιους χαρακτήρες του. Στο τέλος, ο Manny κουβαλάει το απόσταγμα της ταινίας, αλλά προσωπικά, περισσότερο με μπέρδεψε παρά με συνεπήρε ο χαρακτήρας του. Ο Diego Calva είναι πειστικός στο ρόλο, αλλά δεν καταφέρνει να μας πάρει μαζί του, όπως νομίζω θα ήθελε ο σκηνοθέτης του.

Ο χαρακτήρας του Bradd Pitt από την άλλη, είναι ίσως ο πιο ενδιαφέρων της ταινίας. Ένας σταρ με καλλιτεχνική φιλοδοξία που αναζητεί την επιβεβαίωση και κλονίζεται όταν αρχίζει να μην περνάει η μπογιά του. Είναι ένα σχόλιο για την κενότητα των ανθρώπων αυτών πίσω από την περσόνα του σταρ που επωμίζονται και τον υπαρξιακό τρόμο που υποβόσκει όταν αυτή ξεφτίσει. Δεν είναι πάλι κάτι ιδιαίτερα πρωτότυπο και μάλιστα, η εξέλιξή της είναι προβλέψιμη, αλλά η προσγειωμένη ερμηνεία του Bradd Pitt μέσα στο υπόλοιπο χάος της δίνει μια μελαγχολία και ένα συναισθηματικό βάθος που σε μένα λειτούργησε.

Δεν θέλω να είμαι άδικος προς την ταινία, καθώς υπήρχαν και στοιχεία της που μου φάνηκαν εξαιρετικά. Μια σκηνή, ας πούμε, με τις δυσκολίες της προσθήκης του ήχου στο γύρισμα παίρνει το γνώριμο κοφτό μοντάζ του Chazelle και το βάζει υπέροχα στην υπηρεσία του κωμικού χτισίματος, όπως επίσης και όλο το κομμάτι με τον -ανατριχιαστικό- Tobey Maguire που μετατρέπεται σταδιακά σε μια εφιαλτική εκδρομούλα βγαλμένη από ταινία τρόμου. Αυτή η τελευταία κουβαλάει νομίζω και ορισμένες από τις πιο ενδιαφέρουσες ιδέες της ταινίας, κάνοντας την σύνδεση των πρώτων χρόνων του σινεμά με το αλλόκοτο ή εξωτικό θέαμα των τσίρκων.

Ο Maguire χρησιμοποιεί μάλιστα ίδια ατάκα με την Margot Robbie για την φύση των κινηματογραφικών σταρ, κάνοντας μια τρομακτική σύνδεση. Όσο οι χαρακτήρες κατεβαίνουν όλο και πιο βαθιά στην σπηλιά των θεαμάτων, τόσο μοιάζει με κατάβαση προς τα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής. Σε ένα πρωτόγονο, ενστικτώδες επίπεδο το θέαμα είναι μια ηδονοβλεπτική εμπειρία, μας τραβάει το αλλόκοτο, το απαγορευμένο, το άγριο, το πέρα από την λογική τάξη των πραγμάτων, το αποκρουστικό. Το φθηνό σοκ με λίγα λόγια. Ο Maguire παρουσιάζεται εδώ, σε ένα επίπεδο, σαν μια μορφή του χειρότερου είδους παραγωγού και φυσικά, ως ο μεγαλύτερος “κακός” της ταινίας.

Τέλος, δεν γίνεται να μην πούμε λίγα λόγια και για την μουσική του Justin Hurwitz που είναι -για ακόμα μια φορά- αψεγάδιαστη. Αν υπάρχει ένα συναισθηματικό αποτύπωμα που σου αφήνει η ταινία, αυτό οφείλεται εν πολλοίς στις συνθέσεις του Hurwitz. Η μουσική είναι πάντα βαθιά ενταγμένη στις ταινίες του Chazelle και το Babylon δεν αποτελεί εξαίρεση. Όλο το χάος, η μελαγχολία, η ενέργεια, το δράμα είναι στις παρτιτούρες του. Το score του έχει μεγάλη ποικιλία αλλά τα βασικά του θέματα ενίοτε προσεγγίζουν την γλυκόπικρη επίγευση του La La Land και συχνότερα, την ηλεκτρισμένη Jazz του Whiplash. Θεωρώ δεδομένο ότι θα είναι στα Oscars αλλά το ίδιο θεωρούσα και για την τρομερή δουλειά του στο First Man που η ακαδημία τελικά σνόμπαρε.  

Θορυβώδες, υπερβολικό και μάλλον όχι τόσο έξυπνο όσο νομίζει ότι είναι, το Babylon είναι μια γενναία μίξη διαθέσεων που, κατά τη γνώμη μου, δεν λειτουργεί ιδιαίτερα. Έχει καλές στιγμές, αλλά στην τελική νομίζω ότι έχουμε μπροστά μας την πρώτη αποτυχία του Chazelle. Η τραβηγμένη και έντονη ιδιοσυγκρασία του όμως, είναι πιθανό ότι με τα χρόνια θα προκαλεί συνεχώς επανεκτιμήσεις και αναθεωρήσεις. Προς το παρόν, εγώ δεν έχω πειστεί.             

Ροη ειδησεων