The Whale Review: Ο Brendan Fraser σε μια instant-classic ταινία του Aronofsky  

Ένα βαθύ, βαρύ και ωμό δράμα για πολλά, μα πολλά δάκρυα

The Whale Review: Ο Brendan Fraser σε μια instant-classic ταινία του Aronofsky

O Darren Aronofsky έχει αποδείξει ότι δε φτιάχνει ταινίες για να αισθανθεί κανείς καλά, ούτε και για να καταπιαστεί με πρόσχαρα θέματα. Θα δυσκολέψει τον θεατή, θα τον κάνει να κουνηθεί από τη θέση του είτε με τη θεματολογία, είτε με τα όσα δείχνει στην κάμερά του. Αν έχετε δει το Requiem for a Dream (Ρέκβιεμ για ένα Όνειρο), το Black Swan (Μαύρος Κύκνος) ή το The Wrestler (Ο Παλαιστής), θα καταλάβετε ότι σαν σκηνοθέτη τον συγκινούν δημιουργικά αυτές οι ζοφερές, απελπιστικά ανθρώπινες καταστάσεις, όπου ο νους και το σώμα ωθούνται στα άκρα.

Ο πολύς ο ντόρος, όμως, μήπως είναι και μια επιβεβαίωση ότι το hype δεν είναι πάντα όπως ακούγεται; Από τώρα μπορώ να σας πω με σιγουριά και βάσει αυτού που βίωσα πηγαίνοντας στο The Whale ότι, πράγματι, είναι μια ταινία που αξίζει να τη δείτε, ανεξαρτήτως τι πιστεύετε για αυτή ή τι θα σας αφήσει μετά το δίωρό της. Είναι όμως και ένα ψυχολογικό καταπλάκωμα, από εκείνα τα απαραίτητα -θαρρώ- που ενίοτε αξίζει να βλέπει κανείς, για να του ανοίγουν τα μάτια σε περιπτώσεις και καταστάσεις. 

Η ιστορία του βασίζεται στο ομώνυμο θεατρικό του Samuel D. Hunter, όπου ένας άνδρας 270 κιλών κάνει μια απέλπιδα προσπάθεια να επανασυνδεθεί με την κόρη του, την οποία παράτησε σε μικρή ηλικία. Από την πρώτη κιόλας σκηνή το The Whale δεν χαρίζει στην ωμότητα και την απύθμενα τραγική κατάσταση που έχει επέλθει ο Charlie, του Brendan Fraser. Ο Aronofsky δεν χαρίζει επίσης με το να δείχνει τον απόλυτο πάτο που έχει πιάσει σαν άνθρωπος ο Charlie. Σε σημεία η ταινία μετατρέπεται από δράμα σε body horror, απλώς με το να χρησιμοποιεί σωστά το κάδρο, τη σκηνοθεσία και φυσικά την ανεπανάληπτη ερμηνεία του Fraser.

Πολλά έχουν ακουστεί για την ερμηνεία αυτή του Brendan Fraser (που ο περισσότερος κόσμος γνωρίζει από τις ταινίες «Η Μούμια») και ναι, είναι τόσο μα τόσο καλή που πρέπει να τη δείτε για τη νιώσετε πλήρως. Καλά εδώ που τα λέμε όλη η ταινία πιστεύω ότι είναι παραπάνω από μια «ταινία», αλλά μια βαθιά συγκινητική, βιωματική, ταπεινωτική και ωμή εμπειρία. Το ωμή θα το τονίσω ξανά. Ο Fraser, όμως, αναπάντεχα σηκώνει την ταινία στις πλάτες της, σε βαθμό που αναρωτιέσαι «που ήταν όλο αυτό το υποκριτικό ταλέντο ανεκμετάλλευτο τόσα χρόνια;». Ο Aronofsky το είδε και χάρη στην καθοδήγησή του, κυριεύει τον ρυθμό -που κυλάει άψογα δεδομένων των συνθηκών- και την θεατρικότητα του The Whale.

Γιατί μη ξεχνάτε πως είναι η βάση του προέρχεται από θεατρικό έργο και έτσι η ταινία διέπεται αναπόφευκτα από μια απαράμιλλη θεατρικότητα: λιγοστά και λιτά σκηνικά (όλη η ταινία πρακτικά διαδραματίζεται σε ένα σπίτι), συγκεκριμένες γωνίες λήψεις, μέχρι και ο τρόπος που οι χαρακτήρες εισάγονται στην ταινία είναι με μεταφορικό τρόπο θεατρικός. Εδώ όμως η σκηνοθεσία του Aronofsky με τα κοντινά του πλάνα δίνει μια άλλη διάσταση και χάρη στο ταλέντο όλων των ηθοποιών, όπου ανεξαιρέτως ο καθένας κουβαλάει το σενάριο μέχρι την επικείμενη λύτρωση.

Γιατί ο Charlie του Fraser ψάχνει την πιο ύστατη στιγμή να αφήσει κάτι καλό πίσω του, καθώς γνωρίζει ότι ο χρόνος δε γυρίζει και είναι σε μια μη-αναστρέψιμη κατάσταση. Χαμένος για πολλά χρόνια στην κατάθλιψή του, στις ορέξεις του, στην επιπολαιότητα και τον εγωισμό του, πασχίζει μέσω της κόρης του να κάνει έστω ένα καλό και αυτός ο αγώνας αποτυπώνεται στα μάτια του Fraser. Όλη αυτή η απελπισία και η απέλπιδα προσπάθειά του κρύβουν όμως και μια ελπίδα στο χαρακτήρα του, την οποία δε χάνει ποτέ και η ταινία θέλει να μεταφέρει στον θεατή.

Πιθανώς στην καλύτερή του ταινία μέχρι σήμερα, ο Aronofsky την ελέγχει με αριστοτεχνικό τρόπο όταν πρέπει να την ελέγξει και γνωρίζει όταν πρέπει να την αφήσει στις πλάτες του Fraser, της Sadie Sink (του Stranger Things), της Hong Chau (της σειράς Watchmen) και της Samantha Morton (του The Walking Dead). Προφανώς όμως ο Fraser είναι που κάνει το κουβάλημα, μεταφορικά και κυριολεκτικά αυτού του βάρους των ενοχών και των κακών επιλογών στη ζωή που σίγουρα θα βρει σύνδεση με τον θεατή.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να κάνω στην αποπνικτική φωτογραφία του Matthew Libatique που με αυτά τα μουντά πλάνα και το old-school 4:3 ratio εξυψώνουν όλα όσα θέλει να βγάλει η ταινία στον θεατή. Στο μακιγιάζ που πραγματικά μεταμόρφωσε με θεαματικό τρόπο τον Fraser και τους αξίζουν συγχαρητήρια (βοηθάει και η φωτογραφία σε μεγάλο βαθμό), καθώς και στη μελαγχολική μουσική του Rob Simonsen, η οποία ντύνει εξαιρετικά την ταινία.

Σκεφτόμουν ειλικρινά να κάνω ένα απλώς αναφορικό κείμενο με τις βασικές πληροφορίες της ταινίας και να γράψω «Απλά πηγαίνετε δείτε το». Με συγκίνησε βαθύτατα σε σημείο που λίγες ταινίες στη ζωή μου κατάφεραν να αποσπάσουν δάκρυα -και όχι με ψαρωτικό τρόπο. Αφού όμως φτάσαμε ως εδώ και έβγαλα τα εσώψυχά μου για το The Whale θα σας πω να την τιμήσετε στο σινεμά το συντομότερο δυνατόν. 

Ροη ειδησεων