The Underground Railroad Review – Είναι ένα ακόμη αριστούργημα του Barry Jenkins;  

Ο σκληρός δρόμος προς την ελευθερία

The Underground Railroad Review – Είναι ένα ακόμη αριστούργημα του Barry Jenkins;

O Barry Jenkins, μετά τα εξαιρετικά, Moonlight (2016), και, If Beale Street Could Talk (2018), επιστρέφει με το The Underground Railroad, ένα project που δουλεύει από το 2016. Το έργο αυτό, πρόκειται για την τηλεοπτική μεταφορά του βραβευμένου με τα, National Book Award 2016 και το Pulitzer λογοτεχνίας 2017, μυθιστόρημα του Colson Whitehead, ο οποίος λειτουργεί ως εκτελεστικός παραγωγός της σειράς, ενώ, ο Jenkins γράφει και σκηνοθετεί και τα δέκα επεισόδια της. Αξίζει να αναφέρουμε ότι, οι Brad Pitt, Dede Gardner και Jeremy Kleiner, οι άνθρωποι δηλαδή που βρισκόντουσαν πίσω από την παραγωγή του Οσκαρικού, 12 Year’s Slave (2013), έχουν και εδώ τον ρόλο του παραγωγού.

Τι είναι λοιπόν το The Underground Railroad; Αρχικά, να πούμε ότι η καινούργια σειρά που έκανε πρεμιέρα στο Amazon Prime Video (περιέχει ελληνικούς υπότιτλους), είναι μία δημιουργία, βαθιά προσωπική του Jenkins, εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα και όχι βασισμένη σε αυτά.

Η πηγή από την οποία αντλεί την έμπνευση της είναι, ο «υπόγειος σιδηρόδρομος», ένα τεράστιο σε έκταση μυστικό δίκτυο από διαδρομές και καταφύγια στα χρόνια της σκλαβιάς στην Βόρεια Αμερική, που ακολουθούσαν οι άνθρωποι για να ξεφύγουν από τους διώκτες τους και να αποκτήσουν την πολυπόθητη ελευθερία. Τα δέκα επεισόδια όμως, λειτουργούν περισσότερο σαν μία σκοτεινή ανάμνηση από μία σκληρή και φρικιαστική περίοδο της ανθρωπότητας, παρά σαν μία ακριβής ιστορική αποτύπωση της.

Αυτό που παρακολουθούμε εμείς είναι, η ιστορία της νεαρής Cora, μίας σκλάβας της πολιτείας, Γεωργίας, στα μέσα του 19ου αιώνα, η οποία, αφού δραπέτευσε από την βαμβακοφυτεία που ήταν αιχμάλωτη, κάνει μια απέλπιδα προσπάθεια για να βρει τον δρόμο σε έναν καινούργιο, ελεύθερο κόσμο, μέσω του «υπόγειου σιδηροδρόμου». Αυτό που γνωρίζει πολύ καλά η ίδια όμως, είναι ότι, η πορεία της προς τις ελεύθερες πολιτείες της Αμερικής, κάθε άλλο παρά εύκολη θα είναι, με τον διαβόητο κυνηγό σκλάβων, Arnold Ridgeway, και τον 11χρόνο βοηθό του, Homer, να έχουν ορκιστεί πως θα την πιάσουν και ώστε να την επιστρέψουν πίσω στον αφέντη της.

Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν, ο Jenkins δημιουργεί ένα συγκλονιστικό χρονικό, μέσα από τα μάτια μιας νεαρής γυναίκας, η οποία παρόλο που έχει βιώσει τον απόλυτο τρόμο αλλά και την σκληρότητα από το ανθρώπινο είδος, βρίσκεται πάντα σε μία δυναμική ψυχολογική κατάσταση, αρνούμενη να τα παρατήσει, με στόχο πάντα την ελευθερία της. Η Thuso Mbedu, ερμηνεύει μοναδικά τον ρόλο αυτόν.

Το χαμόγελο της που σπάνια βλέπουμε, το “σπάσιμο” στη φωνή της, το γεμάτο πληγές κορμί της, αλλά κυρίως, το γεμάτο αμφιβολία βλέμμα της, απαντάει στην ερώτηση, από τι υλικά είναι φτιαγμένοι οι ήρωες. Η απάντηση είναι… ο φόβος. Ο φόβος είναι η κινητήριος δύναμη της αλλά κι αυτός που προχωράει την ιστορία παρακάτω.

Η αντίθετη δύναμη, η δύναμη δηλαδή που προκαλεί τον φόβο και τον τρόμο στην βασική ηρωίδα της σειράς, είναι ο ρόλος του τρομακτικού κυνηγού σκλάβων, Arnold Ridgeway, που τον ερμηνεύει ο Joel Edgerton, στην καλύτερη στιγμή της καριέρας του. Ο Jenkins αφιερώνει ένα ολόκληρο επεισόδιο στον χαρακτήρα του για να μας δείξει το παρελθόν του, χτίζοντας έτσι έναν εξαιρετικό villain. Όπως έχω γράψει και στο παρελθόν, οι σειρές που αγνοούν του βασικούς τηλεοπτικούς κανόνες και θυσιάζουν τον ρυθμό τους ακόμα και την ροή της αφήγησης, μόνο και μόνο για να αναπτύξουν με έναν πιο ολοκληρωμένο τρόπο στοιχεία των χαρακτήρων που υποδύονται οι ηθοποιοί, θα κερδίζουν πάντα τον σεβασμό μου. 

Παρόλα αυτά, η αφοσίωση και υποχρέωση του Jenkins, να αφηγηθεί μία αυθεντική ιστορία από την σκοτεινή εκείνη περίοδο, τον αναγκάζει να πειράξει σε τέτοιο βαθμό τους τηλεοπτικούς κανόνες που αναφέραμε παραπάνω, που ίσως χάσει κάποιους από τους θεατές στην πορεία των επεισοδίων. Ο ρυθμός είναι αργός, τόσο αργός που νομίζεις ότι ο χρόνος έχει σταματήσει. Υπάρχουν σκηνές που ενώ έχουν πετύχει τον σκοπό τους, ο Jenkins, τις αφήνει να “παίζουν” σε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο κάνοντας την θέαση σχεδόν ονειρική. Γιατί το κάνει αυτό; Ίσως επειδή τελικά, στόχος του είναι να εκφράσει συναισθήματα και όχι να τα προκαλέσει.

Στο κομμάτι αυτό έχει την κατάλληλη βοήθεια από το εξαιρετικό μάτι του James Laxton, στην ατμοσφαιρική φωτογραφία, αλλά και στην υποβλητική, σχεδόν στοιχειωτική μουσική επένδυση του Nicholas Britell. Η αισθητική αυτής της τριάδας (Jenkins, Laxton, Britell) μας δείχνει ότι μπορεί να βρει ομορφιά ακόμα και στα πιο άγρια μέρη, όπως τους βάλτους της Γεωργίας αλλά και στα καμένα δάση του Τενεσί.

Τα στοιχεία αυτά σε συνδυασμό με την άψογη σκηνοθεσία, τις ανατριχιαστικές ερμηνείες, το συγκλονιστικό σενάριο αλλά και τον ποιητικό τόνο που συνηθίζει να προσδίδει στις ιστορίες που αφηγείται ο Jenkins, συνθέτουν μία σειρά-μνημείο για την μαύρη κουλτούρα που κατά την γνώμη μου, πηγαίνει την τηλεόραση ένα βήμα παραπέρα.

1 comment(s)

End of content

No more pages to load