Chaos Walking Review – Κινούμενο χάος, πράγματι 

Οι Daisy Ridley και Tom Holland είναι λίγοι για να σηκώσουν το βάρος

Chaos Walking Review – Κινούμενο χάος, πράγματι

Είναι φορές που ελπίζεις μια sci-fi ταινία απλά να σε διασκεδάσει, αν όχι να σου πάρει τα μυαλά. Κάτι τέτοιο προφανώς και δεν περίμενα από το "Chaos Walking", σε σκηνοθεσία του Doug Liman, ο οποίος στο παρελθόν μας έχει χαρίσει το «Edge of Tomorrow», το οποίο μέχρι σήμερα θεωρείται διαμαντάκι του είδους. Είναι από τις περιπτώσεις που λένε ότι το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι καθώς η ταινία είχε γυριστεί από το 2017 περίπου και ενώ θα έβγαινε στις αίθουσες τον Μάρτιο του 2019, την καθυστέρησαν ύστερα από τις δοκιμαστικές προβολές της που λέγεται πως ήταν καταστροφικές. Έτσι, επέστρεψε στο πλατό για να γίνουν τα λεγόμενα reshoots μπας και συμμαζευτεί η κατάστασή του.

Τελικά, μετά κόπων και βασάνων, το project βρήκε το δρόμο του, με την εταιρία παραγωγής Lionsgate να φαίνεται πως δεν είναι δα και τόσο περήφανη για το αποτέλεσμα. Και όντως, δεδομένου του αυθεντικού υλικού, που βασίζεται στο best seller βιβλίο του Patrick Ness με τίτλο «The Knife of Never Letting Go” και των συντελεστών θα έπρεπε να ντρέπεται για το τελικό αποτέλεσμα.

Ξέρεις, βαθιά μέσα σου ότι μια ταινία χάνει το ενδιαφέρον της όταν αρχίζεις να κοιτάς το κινητό ή αρχίζεις να σπας πλάκα με αυτή. Το Chaos Walking είναι μια από αυτές τις περιπτώσεις δυστυχώς και το λέω αυτό διότι στο χαρτί το concept του φαντάζει άκρως ενδιαφέρον και πρωτότυπο, όμως η εκτέλεση…είναι εκτέλεση κυριολεκτικά. Η δράση λαμβάνει χώρα σε έναν πλανήτη ο οποίος κατοικείται μόνο από άνδρες και όλοι μεταξύ τους μπορούν να ακούν ή και να βλέπουν τις σκέψεις του καθενός εξαιτίας ενός φαινομένου που λέγεται “Noise”. Όταν ένα διαστημόπλοιο από μια άλλη ανθρώπινη αποικία συντρίβεται στον «New World» ανακαλύπτεται πως υπάρχει μια επιζούσα, η Daisy Ridley.

Έτσι, μετατρέπεται σε ένα "Μήλον της Έριδος", ένα «κινούμενο χάος» (όπως αναφέρει και ο τίτλος που κάλλιστα αυτοτρολάρει την ταινία) για τους άνδρες κατοίκους που προσπαθούν να τη βρουν. Με ηρωικό τρόπο ο Tom Holland παλεύει για να την προστατεύσει, όντας μαγεμένος από την «εξωγήινη» παρουσία της και το γεγονός πως όντας γυναίκα, δεν μπορεί να διαβάσει τις σκέψεις της. Το γιατί τη θέλουν και τι κρύβει η Ridley και γιατί ο τόσος ντόρος είναι ερωτήματα που θα έπρεπε να απασχολούν την ταινία. Εφόσον ξεκινάει ένα ανελέητο κυνηγητό «γάτας-ποντικού» για να δικαιολογήσει έστω το ενδιαφέρον, όμως δεν το κάνει μέχρι το τελευταίο act και σε σημείο που σε έχει κουράσει ήδη το να βλέπεις συνεχώς μια βαβούρα και μια φασαρία να καλύπτει τα πάντα.

Ναι, δε σας είπα; Λόγω του “noise”δεν υπάρχει ούτε ένα λεπτό που η ταινία ηρεμεί, πέρα από τα πλάνα που σε τοποθετούν στο χώρο. Συνεχώς προβάλλει τις σκέψεις των χαρακτήρων και αντί να μετατρέπεται σε ένα ευφάνταστο εργαλείο για να προωθήσει την ιστορία, κουράζει τόσο όσο και οι βουβουζέλες στο Μουντιάλ του 2010. Δηλαδή το βασικό concept της ταινίας καταποντίζεται από την υπερβολική και φλύαρη χρήση του, καταστρέφοντας τις όποιες ελπίδες είχατε να δείτε κάτι το διαφορετικό.

Ακόμη και η γραφή παρόλο που θέλει να καταπιαστεί με επίκαιρα κοινωνικά θέματα περί πατριαρχίας και σεξισμού, γίνονται με έναν τόσο άγαρμπο και επιφανειακό τρόπο, που χάνονται και αυτά μέσα στη βαβούρα του Noise. Είναι από αυτές τις περιπτώσεις που προσπαθεί απεγνωσμένα να περάσει τέτοιου είδους μηνύματα, που στα φέρνει τόσο κοντά στο πρόσωπο σε σημείο που πνίγεσαι σαν θεατής και αναρωτιέσαι εάν έπρεπε να περιμένεις μιάμιση ώρα για να καταλήξει εκεί όπου καταλήγει. Κάπου υπάρχει ένα οικογενειακό δράμα, κάπου ο χαρακτήρας του Holland θέλει να ξεχάσει τον πόνο του χαμού της μητέρας του, κάπου προσπαθεί να χτίσει συναισθηματικούς δεσμούς η ταινία. Εκεί μένει για όλη τη μιάμιση ώρα που διαρκεί -ευτυχώς που να τραβούσε παραπάνω.

Ούτε δηλαδή το δυνατό καστ μπορεί να σώσει την κατάσταση. Οι Holland και Ridley στέκονται στο ύψος το περιστάσεων, ο Mads Mikkelsen υποδύεται ένα είδος κακού που έχουμε δει εκατομμύρια φορές, ενώ οι υπόλοιποι όπως ο Damian Bichir, η Cynthia Erivo, ο David Oyelowo και ο Nick Jonas περνάνε και αυτοί σαν αδιάφοροι. Διέκρινα μια σοβαροφάνεια στην ταινία -και δεν σας έχω πει αλλα δεν αντέχω τη σοβαροφάνεια- που καταντά εκνευριστική. Ιδιαίτερα όταν τη σπάνε πάρα πολλές αχρείαστα κωμικές σκηνές, ενώ θέλει σε σημεία να αποφύγει τόσο πολύ τα συναισθηματικά και ερωτικά κλισέ, που εν τέλει, αποσυνδέεται και εκεί οποιοδήποτε ίχνος συναισθηματισμού που μπορεί να απέμεινε.

Θα μπορούσα να γράφω κι άλλες αράδες μέχρι να βγάλω το άχτι μου από τα 109 λεπτά που έχασα από τη ζωή μου, αλλά δυστυχώς είναι μια από τις περιπτώσεις ταινίας, που με το χέρι στην καρδιά σας λέω πως δεν αξίζει να την παρακολουθήσετε ούτε για χαλαρό movie night με την παρέα.

3 comment(s)

End of content

No more pages to load