Το High Score του Netflix είναι όλη μου η παιδική ηλικία... 

Οι γεννημένοι στα 70s, τα 80s και τα 90s, ετοιμαστείτε για πολλά..."σκουπιδάκια" στα μάτια σας!

Το High Score του Netflix είναι όλη μου η παιδική ηλικία...

Ελάχιστα είναι τα «θεάματα» εκεί έξω που θα με πάρουν από το χεράκι και θα με πάνε μια μεγάλη βόλτα στην παιδική μου ηλικία. Όντας τύπος που γεννήθηκα στα 80s και βίωσα ως παιδί τα 90s, το High Score του Netflix, είναι -για εμένα και για κάθε άνθρωπο γεννημένο εκείνη την εποχή- ένα τεράστιο roller coaster συναισθημάτων. Δυστυχώς και παρά την τεράστια απήχηση του μέσου των βιντεοπαιχνιδιών στο χώρο της ψυχαγωγίας εδώ και τουλάχιστον τρεις δεκαετίες, δεν έχουν υπάρξει πολλά σχετικά αφιερώματα και ντοκιμαντέρ ή αν υπήρξαν, καταπιάνονταν με μεμονωμένα θέματα. Μία ομάδα σκηνοθετών που αποτελείται από τους William Acks, Sam LaCroix και Melissa Wood, με βασική καθοδηγήτρια την France Costrel, χάρισαν σε όλους εμάς ένα σύντομο, αλλά υπέροχο ταξίδι έξι επεισοδίων, τα οποία ευελπιστώ στο μέλλον να γίνουν ακόμη περισσότερα.

Πρόκειται για μία καλογραμμένη mini σειρά ντοκιμαντέρ (docuseries) η οποία όπως προανέφερα αποτελείται από έξι επεισόδια διάρκειας 40 λεπτών, εντός των οποίων γίνεται μία εξιστόρηση των πρώτων γεγονότων που γέννησαν τα βιντεοπαιχνίδια, το μέσο ψυχαγωγίας που λατρεύω. Η αφήγηση γίνεται από τον Charles Martinet, «θρύλο» πλέον στη βιομηχανία, μιας και έχει χαρίσει -μεταξύ άλλων- τη φωνή του στον Mario της Nintendo.

Αυτό που λάτρεψα στη συγκεκριμένη σειρά είναι το γεγονός ότι κρατάει μεστό το περιεχόμενό της, χωρίς να κουράζει, χωρίς να υπεραναλύει και χωρίς να μπαίνει σε λεπτομέρειες που ενδεχομένως να έκαναν πιο δύσκολη την παρακολούθησή της. Μπροστά από το φακό παρελαύνουν οι περισσότεροι θρύλοι της βιομηχανίας, από τον Tomohiro Nishikado του Space Invaders και τον Toru Iwatani του Pac-Man, μέχρι τον Nolan Bushnell της Atari και τον «θεότρελο» John Romero του Doom. Ο κάθε ένας από αυτούς διηγείται τη δική του ιστορία για το πως μία απλή ιδέα τελικά άλλαξε, με το δικό της τρόπο, τον κόσμο της ψυχαγωγίας.

Το υπέροχο σε όλο αυτό, όμως, είναι ο τρόπος που αυτές οι ιστορίες παίρνουν σάρκα και οστά στην οθόνη σου. Λίγο το υπέροχο μοντάζ που παντρεύει το παρελθόν με το σήμερα, λίγο η ευφάνταστη σκηνοθεσία και πολύ η ιδιαιτερότητα των χαρακτήρων των σπουδαίων αυτών developer, συνθέτουν ένα απίστευτα εθιστικό, ευχάριστο και διασκεδαστικό ως προς την παρακολούθηση θέαμα. Ο τρόπος που έχει αποτυπωθεί εκείνη η εποχή σε σειρά του σήμερα, είναι μοναδικός και καταφέρνει να ανατριχιάσει όλους εμάς, που τα περισσότερα από αυτά που βλέπουμε τα έχουμε, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, βιώσει στο παρελθόν.

Εκτίμησα πολύ το γεγονός ότι σε κανένα σημείο του ντοκιμαντέρ δεν ένιωσα να γίνεται επίκληση στο συναίσθημα. Απεναντίας, το ύφος και το στυλ της αφήγησης σερβίρεται με πολύ απλό και, σε σημεία, χαριτωμένο τρόπο. Εκπληκτικό και το ότι μέσα σε αυτά τα έξι επεισόδια, υπάρχει σπάνιο οπτικοακουστικό υλικό που μεταφέρει ακόμη πιο αποτελεσματικά το «άρωμα» εκείνης της εποχής, όπως είναι, επί παραδείγματι, τα πλάνα από τα πρώτα τουρνουά της Nintendo, τραβηγμένα με ερασιτεχνικές handycams. Και αυτό είναι το selling point του ντοκιμαντέρ. Δεν είναι απλά ένα «μάθημα» ιστορίας, αλλά εστιάζει πολύ στο μεταφέρει το πως ένιωθε ο κόσμος τότε, πως σκεφτόταν, πως βίωνε τα πρώτα χρόνια των βιντεοπαιχνιδιών. Και αυτό είναι κάτι που το κάνει μοναδικά!

Για την ιστορία, η σειρά ξεκινάει από τη γέννηση των arcade καμπινών περί τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και σιγά-σιγά, με μεθοδικό τρόπο, βάζει στο «παιχνίδι» όλους τους μεγάλους πρώτους παίκτες, όπως είναι η Nintendo, η Atari και η Sega. Βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρουσες τις ιστορίες που είχαν να μοιραστούν οι άνθρωποι που οργάνωσαν την «επίθεση» της Sega στην Nintendo Αμερικής των 90s, όταν η δεύτερη κατείχε το 97% (!) της πίτας των βιντεοπαιχνιδιών και θεωρούταν αδύνατο να κλονιστεί. Το marketing έδειξε τα δόντια του και κάπου στη μέση της mini σειράς, γινόμαστε μάρτυρες μιας απίστευτα αποκαλυπτικής ιστορίας.

Δε σας κρύβω ότι θα ήθελα να δω αναφορά σε άλλους «παίκτες» της τότε σκακιέρας, όπως η Commodore και η SNK, αλλά νομίζω πως θα χανόταν η μπάλα και χρειαζόντουσαν πολλά περισσότερα επεισόδια, μεγαλύτερης διάρκειας για να καλυφθούν όλα. Υπενθυμίζω, άλλωστε, πως ο σκοπός του ντοκιμαντέρ δεν είναι να αποτελέσει εγκυκλοπαίδεια του μέσου. Το YouTube είναι γεμάτο από τέτοια αφιερώματα και όποιος θέλει, με μία απλή αναζήτηση τα βρίσκει μπροστά του.

Εν κατακλείδι, το High Score είναι ένα από τα πιο όμορφα και ποιοτικά αφιερώματα που έχω παρακολουθήσει για το μέσο που αγαπάω και ακολουθώ από μικρό παιδί. Το πολύ θετικό είναι ότι παρακολουθείται άνετα και ευχάριστα, ακόμη και από ανθρώπους που δεν βίωσαν την τότε εποχή, μιας και μιλάμε για ένα θέαμα που πάνω απ’ όλα έχει τρομερή γραφή, φανταστική σκηνοθεσία και φοβερή παραγωγή, όπως οι περισσότερες αυτής της κατηγορίας του Netflix. Δε θα διστάσω να το προτείνω ακόμη και σε ανθρώπους που δεν έχουν καμία απολύτως επαφή με τα βιντεοπαιχνίδια, γιατί αν μη τι άλλο, σε αυτά τα έξι επεισόδια βλέπουμε και ιστορίες νεαρών -τότε- ανθρώπων να κυνηγούν τα όνειρά τους και να υλοποιούνται ιδέες που άλλαξαν τον κόσμο. Το High Score το παρακολούθησα με ένα διαρκές χαζοχαρούμενο χαμόγελο, ενώ δεν έλειψαν και οι στιγμές που μπήκαν…μερικά «σκουπιδάκια» στα μάτια μου, γιατί καλώς ή κακώς, το High Score πραγματεύεται πολλές από τις ομορφότερες αναμνήσεις μου…

Βρείτε τη σειρά στο IMDB

22 comment(s)