The Invisible Man Review - Τι συμβαίνει όταν κανείς δεν βλέπει το τέρας; 

Δύο απόψεις για την horror ταινία του Leigh Whannell

The Invisible Man Review - Τι συμβαίνει όταν κανείς δεν βλέπει το τέρας;

Το horror φιλμ The Invisible Man του Leigh Whannell (Upgrade, Insidious: Chapter 3), εμπνέεται από το ομότιτλο βιβλίο του H. G. Wells και την αντίστοιχη ταινία του 1933, με την πρωταγωνίστρια του The Handmaid's Tale, Elisabeth Moss (Us, Light of My Life) να ηγείται του cast εδώ.

Η υπόθεση εστιάζει στη ‘Cecilia Kass’ (Moss), μία γυναίκα η οποία καιρό τώρα υπομένει την βίαιη και τοξική συμπεριφορά του συντρόφου της, ενός ευκατάστατου και αναγνωρισμένου επιστήμονα, εν ονόματι ‘Adrian Griffin’ (Oliver Jackson-Cohen). Κάποτε στη μέση της νύχτας το σκάει κρυφά από το σπίτι με την βοήθεια της αδερφής της (Harriet Dyer), και καταφεύγει στον παιδικό της φίλο (Aldis Hodge) που μένει με την έφηβη κόρη του (Storm Reid). Όταν όμως λίγο αργότερα ο πρώην της διαπράττει αυτοχειρία, περιέρχεται στη ‘Cecilia’ ένα σημαντικό μέρος της μεγάλης περιουσίας του. Εκείνη ωστόσο, υποψιάζεται ότι ο θάνατός του ενδεχομένως να είναι στημένος. Επιπλέον, τον φόβο της αυτόν ενισχύει ένα πλήθος από ανεξήγητα συμβάντα και περίεργες συμπτώσεις που απειλούν τόσο αυτήν όσο και τους οικείους της. Η ‘Cecilia’ φλερτάρει σταδιακά με την αγνή παράνοια ότι την κυνηγάει κάποιος που δεν υπάρχει; Ή όντως την καταδιώκει κάποιος που κανείς δεν μπορεί να τον δει;

Παίζουν ακόμη οι Amali Golden, Sam Smith, Anthony Brandon Wong και ο Benedict Hardie.

Ο σεναριογράφος των ταινιών Insidious και του Saw μεταφέρει στο σινεμά τον μύθο που προήλθε από την πένα του συγγραφέα του “The War of the Worlds”, δίνοντας του ένα άλλον, πιο σύγχρονο αέρα, συνδυάζοντας το στοιχείο του δράματος, της αγωνίας και της ενδυνάμωσης της γυναικείας φωνής απέναντι σε κάθε είδους βία ή άδικη μεταχείριση.

Η κεντρική φιγούρα που σκιαγραφείται εδώ, ζωντανεύει στο πρόσωπο της Elisabeth Moss την οποία βλέπουμε να μετατρέπεται από ένα άκρως φοβισμένο άτομο σε μία ηρωίδα του εαυτού της, καθώς μαζεύει τα ψήγματα του κουράγιου που της έχουν απομείνει ώστε να παλέψει σκληρά για την επιβίωσή της και να ορθώσει το ανάστημά της απέναντι σε κάτι ανελέητα βάναυσο και ανυπόφορο.

Τον πυρήνα του project αυτού διατρέχει κυρίως ο ψυχολογικός τρόμος, μία αδιόρατη απειλή δοσμένη σε μία υποβλητική ατμόσφαιρά την οποία επιτείνουν οι μελωδίες του μουσικοσυνθέτη του Blade Runner 2049, Benjamin Wallfisch.

Η βασική ιδέα της αισθητής απουσίας-παρουσίας ενός αόρατου αδυσώπητου εχθρού απαντάται συνεχώς παίζοντας με τις πιο ευαίσθητες χορδές του ψυχισμού της ‘Cecilia’ η οποία οδηγείται σε οριακές καταστάσεις. Τί είναι άραγε φαντασία και τί πραγματικότητα για την ίδια;

Την παρακολουθούμε να κοιτάει γεμάτη ανησυχία γύρω της, να είναι σε πλήρη εγρήγορση και να αφουγκράζεται τον παραμικρό ήχο μήπως και κάτι παραμονεύει κοντά της να της κάνει κακό… Τον νου της έχει καταλάβει η επίμονη σκέψη και η ακλόνητη πίστη ότι δεν είναι μόνη της και ότι από στιγμή σε στιγμή θα πρέπει να αμυνθεί απέναντι σε έναν αντίπαλο σχεδόν ανίκητο και άυλο.

Η Elisabeth Moss προσδίδει στον χαρακτήρα που υποδύεται τον τραγικό εκείνο τόνο που χρειάζεται ώστε να δημιουργήσει και να φουντώσει μέσα μας την αμφιβολία για το τι είναι ρεαλιστικό και τι όχι. Ο θεατής αναρωτιέται αρκετές φορές για το αν η ‘Cecilia’ ολισθαίνει στην εμμονή, την καχυποψία, το παράδοξο και τον παραλογισμό.

Ο παράγοντας της ανατροπής και του σασπένς μπαίνει μεθοδικά σε λειτουργία. Ο σκηνοθέτης χωρίς να βιάζεται, χτίζει σταθερά το αίσθημα της αβεβαιότητας ενδόμυχά μας, διαμορφώνοντας ένα πλαίσιο κάθε άλλο παρά ασφαλές, με το κάδρο της κάμερας να εστιάζει συχνά σε άδειους χώρους όπου πάντα υφίσταται η υπόνοια ότι καιροφυλακτεί κάτι απροσδιόριστα επικίνδυνο έτοιμο να επιτεθεί.

Πιθανόν βέβαια, ορισμένα επεισόδια της δράσης να εκτείνονται χρονικά λίγο περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς κάτι που θα μπορούσε να αποφευχθεί σεναριακά ώστε να διατηρηθεί αμείωτη η ένταση και εκεί.

Στο The Invisible Man διατυπώνεται έμμεσα ο προβληματισμός περί ανθρώπινης και επιστημονικής ηθικής. Θίγονται ζητήματα όπως η χρήση της τεχνολογίας, η γυναικεία κακοποίηση, η αναγκαιότητα για ουσιαστική αλλαγή ως προς την αναγνώριση αναφαίρετων ελευθεριών, αν και σε ορισμένα σημεία του φιλμ κάτι τέτοιο προσλαμβάνει και μία πιο κλισέ χροιά, ενώ προς το τέλος η λύση (και η ανάγκη για χειραφέτηση) έρχεται με έναν επίλογο κάπως αναμενόμενο, με το κοινό αίσθημα δικαιοσύνης να ικανοποιείται ίσως με όρους σαδιστικής εκδίκησης.

Στέλλα Παπασαραφιανού


Από την απαρχή τους, οι Horror ταινίες αποτελούσαν έναν καθρέπτη των συλλογικών και προσωπικών φόβων της εκάστοτε εποχής. Τα “τέρατα” έχουν πάντα τις ρίζες τους σε καθολικές ανθρώπινες φοβίες. Όσοι απορρίπτουν το είδος ως έναν χώρο εφηβικών, φτηνών συγκινήσεων, χάνουν την ουσία. Η αποκάλυψη και εξέταση του τι φοβόμαστε είναι καίριας σημασίας για την κατανόηση της ανθρώπινης κατάστασης, αλλά και της εποχής στην οποία κυκλοφορούν. Ο Αόρατος Άνθρωπος του Leigh Whannell, λοιπόν, είναι μια αναπροσαρμογή του γνωστού βιβλίου του H.G. Wells στο κλίμα των σύγχρονων κοινωνικών αγωνιών. Μια γυναίκα το σκάει από τον πλούσιο, κακοποιητικό άντρα της και αυτός αυτοκτονεί, αφήνοντάς της μια τεράστια κληρονομιά. Αυτή η εξέλιξη φυσικά δεν είναι καθόλου αθώα.

Δύο είναι τα κυριότερα επιτεύγματα αυτής της ταινίας. Πρώτον, οι σκηνές υποβλητικού τρόμου που κυριαρχούν κυρίως στο πρώτο κομμάτι της είναι εξαιρετικά γυρισμένες. Τα αργά πλάνα, σε συνδυασμό με την ζυγισμένη χρήση του ήχου, κάνουν την ταινία να διατρέχεται από μια “χιτσκοκική” ένταση, όπου η αναμονή του θεατή για “κάτι” γίνεται όλο και πιο βασανιστική. Ο Whannell αποδεικνύεται πολύ ικανός στη διαχείριση των πληροφοριών που πρέπει να μεταδώσει (η εναρκτήρια σκηνή είναι μια θεσπέσια επίδειξη οπτικής γλώσσας), στην επιλογή των κάδρων του και στον ρυθμό, παρασέρνοντας τον θεατή σε παιχνίδι για γερά νεύρα.

Το δεύτερο που είναι άξιο λόγου έχει να κάνει με την πολύ έξυπνη και επίκαιρη απόδοση του concept του. Όλη η ταινία σιγά σιγά μετατρέπεται σε έναν εφιάλτη, στον οποίο η πρωταγωνίστρια προσπαθεί να πείσει τους πάντες ότι είναι το θύμα και φυσικά, κανείς δεν την πιστεύει. Μέσα από το ακραίο σενάριό του, ο Whannell (ο οποίος είναι και ο σεναριογράφος της ταινίας) εξερευνεί το ψυχικό κόστος και τον ασφυκτικό εγκλωβισμό ενός θύματος που χάνει κάθε υποστήριξη και αξιοπιστία, καθώς και τον συστημικό ρατσισμό που μέχρι το τέλος αρνείται να δει το πρόβλημα στην αληθινή του διάσταση. Η γλυκόπικρη κατάληξη μοιάζει ιδανική τόσο για τον χαρακτήρα όσο και για τα θέματα που θίγει η ταινία.

Δυστυχώς πάντως, μετά τη μέση που η υποβλητικότητα εγκαταλείπεται προς χάριν μιας κατά μέτωπο επίθεσης και κάποιες σκηνές μοιάζουν βγαλμένες από ταινία δράσης, η ταινία χάνει την πυγμή της. Κυρίως επειδή αυτή η μεταστροφή  συνοδεύεται από μια πιο τραβηγμένη τροπή στην πλοκή, κάνοντας ορισμένες επιλογές των χαρακτήρων να φαίνονται σαν να απομακρύνονται από την κοινή λογική. Γενικά, θα έλεγα πως ενώ η ταινία λειτουργεί πολύ καλά στο πλαίσιο του ευρύτερου θέματός της, οι λεπτομέρειες, η -από στιγμή σε στιγμή- εξέλιξη της πλοκής απαιτεί στο δεύτερο μισό της λίγη παραπάνω “καλή θέληση” από τους θεατές για να λειτουργήσει. Σημαντικότερη πάντως από την ίδια την πλοκή, θεωρώ την συναισθηματική αλήθεια των χαρακτήρων απέναντι στα τεκταινόμενα. Εκεί η Elizabeth Moss παίρνει μια ήδη καλογραμμένη ηρωίδα και την απογειώνει με μια πολύ ώριμη ερμηνεία, σηκώνοντας την ταινία στις πλάτες της. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η μισή ταινία παίζεται στο πρόσωπο και την φωνή της. Το βασανισμένο και κουρασμένο βλέμμα της, η απόγνωση, ο φόβος και η απελπισία που αποδίδει χωρίς τραβηγμένες εξάρσεις, κάνουν την ταινία πιστευτή και βαθύτατα οδυνηρή στο σημαντικότερο κομμάτι της: το συναισθηματικό. Μια ακόμα υπενθύμιση πως μια καλή ερμηνεία μπορεί να ανεβάσει επίπεδα το πρωταρχικό υλικό, δίνοντάς του πνοή και βάθος.

Εν κατακλείδι, ο Αόρατος Άνθρωπος είναι μια αξιόλογη ταινία τρόμου για τον εγκλωβισμό σε μια κακοποιητική σχέση, την ώρα που η κοινωνία σου γυρίζει την πλάτη. Το τέρας εδώ είναι αυτός που δεν βλέπει κανένας πέραν του θύματος. Αυτός που κρύβεται πίσω από κοινωνικά στερεότυπα και εδραιωμένες δομές εξουσίας. Ο τρόμος της μοναξιάς, της έκθεσης και το κόστος του να μιλήσεις αποδίδονται εφιαλτικά και βρίσκουν στόχο χάρη στην εύστοχη προσέγγιση του θέματος και στην υπέροχη ερμηνεία της Elizabeth Moss. Η ταινία μπορεί να έχει σκαμπανεβάσματα στην ποιότητά της, αλλά παραμένει μια πολύ καλή προσπάθεια στο σύνολό της. Ο αυστραλιανός Leigh Whannell λοιπόν, μετά από το Upgrade, κάνει δεύτερο συνεχόμενο ενδιαφέρον φιλμ και κερδίζει δικαιωματικά την προσοχή μας για το μέλλον.

Γιώργος Πρίτσκας


Βρείτε την ταινία στο IMDB

Ευχαριστούμε το Odeon Πλατεία, στο οποίο μπορείτε να παρακολουθήσετε και εσείς το The Invisible Man.

1 comment(s)