1917 Review - Ένα μνημειώδες τεχνικό επίτευγμα 

Τρείς απόψεις για το νέο project του Sam Mendes

1917 Review - Ένα μνημειώδες τεχνικό επίτευγμα

Στέλλα Παπασαραφιανού

Το πολεμικό δράμα εποχής 1917 του βραβευμένου με Χρυσό Αγαλματίδιο, Sam Mendes (American Beauty), που ξεχώρισε φέτος ως ένας από τους μεγάλους νικητές στην 77η τελετή των Χρυσών Σφαιρών στην κατηγορία της Σκηνοθεσίας αλλά και ως Καλύτερη Δραματική Ταινία, πλέον φορτσάρει δυναμικά για την κούρσα των Όσκαρ.

Τα τεκταινόμενα του φιλμ συμβαίνουν μέσα στη δίνη του Ά Παγκόσμιου, όταν δηλαδή δύο νέοι Βρετανοί στρατιώτες επιφορτίζονται με μία τρομερά ριψοκίνδυνη αποστολή που το πιθανότερο είναι να τους κοστίσει την ίδια τους την ζωή. Πρέπει να μεταφέρουν με άκρα μυστικότητα ένα μήνυμα διεισδύοντας στο αντίπαλο στρατόπεδο προκειμένου να αποτρέψουν 1.600 άνδρες, μεταξύ των οποίων και τον αδερφό του ενός ήρωα, να βαδίσουν σε μία φονική ενέδρα του εχθρού.

Ο παραπάνω χαρισματικός δημιουργός αντλώντας έμπνευση από προσωπικά βιώματα που του διηγήθηκε ένας πολύ κοντινός του συγγενής, ο παππούς του, Alfred Mendes, μας τοποθετεί με μαεστρία σε ένα κρίσιμο για την παγκόσμια ιστορία χρονικό, στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πιάνουμε λοιπόν, τον μίτο της υπόθεσης μαζί με δύο γενναίους άνδρες που πάνω στο άνθος της νιότης τους καλούνται να φέρουν εις πέρας ένα έργο-άθλο, απονενοημένο διάβημα για τους υπόλοιπους συμπολεμιστές τους, με ρίσκο να μην ξαναγυρίσουν ποτέ πίσω.

Ως πρωταγωνιστές για τον μύθο του έχει διαλέξει δύο φρέσκα και άκαυτα πρόσωπα από τον χώρο του θεάματος, τον Dean-Charles Chapman (The King, Game of Thrones), και τον George MacKay (Captain Fantastic, Ophelia). Οι φυσιογνωμίες τους καθώς και η μεταξύ τους αλληλεπίδραση τους καθιστά συμπαθείς στο κοινό από την πρώτη κιόλας στιγμή, αφού αμέσως μπαίνει στο πίσω μέρος του μυαλού μας η αγωνιώδης σκέψη για το αν θα τα καταφέρουν ένας ή και οι δύο.

Το γεμάτο προκλήσεις και εμπόδια ταξίδι τους τους φέρνει αντιμέτωπους με τον χειρότερο φόβο τους, αυτόν ενός επικείμενου τέλους, που όσο δύνανται τον ξορκίζουν με την ανάγκη, την ενστικτώδη προσδοκία τους να ζήσουν και με κίνητρο να ξανανταμώσουν με τους αγαπημένους τους.

Τα εικοσάχρονα αυτά παιδιά, ανυποψίαστα για το μέγεθος της απειλής που ορθώνεται μπροστά τους, με μία αλλοτινή, ρομαντική πεποίθηση για το καθήκον απέναντι στην πατρίδα, μπαίνουν σε μία αμείλικτη περιπέτεια επιβίωσης όπου αναμετριούνται όχι μόνον με τον εχθρό, αλλά καταρχήν με τον εαυτό τους και τον χρόνο. Μπαίνουν σε τούνελ και σε ανοίκεια εδάφη όπου οι πολέμιοί τους έχουν αφήσει σκόπιμα διάσπαρτες παγίδες.

Καθ’ όλη την διάρκεια της προβολής, έχεις την αίσθηση ενός συνεχούς μονόπλανου, ότι η ροή της πλοκής κυλάει αβίαστα σαν νερό, η νύχτα διαδέχεται την μέρα, με τα επεισόδια να εναλλάσσονται τόσο ομαλά σαν να πρόκειται ουσιαστικά για μία σεκάνς που δεν διακόπηκε ποτέ.

Η κάμερα ανεβαίνει και κατεβαίνει λοφίσκους, χώνεται σε υπόγεια μονοπάτια και σε παρασύρει με τα πλάνα της. Συγχρονίζεσαι μαζί της, σχεδόν νομίζεις ότι είσαι και εσύ φυσική παρουσία με το εν λόγω δίδυμο. Αντιλαμβάνεσαι την ασθμαίνουσα ατμόσφαιρα από πολύ νωρίς, ήδη απ’ όταν ξεκινούν την γεμάτη κινδύνους διαδρομή τους με αφετηρία μία επαρχία στη Γαλλία για να φτάσουν σε ένα άλλο χωριό, το Écoust-Saint-Mein, όπου εκεί κοντά έχουν στρατοπεδεύσει οι δικοί τους. Τους παρακολουθείς να τρέχουν ξέπνοοι, να έρπουν αποκαμωμένοι μέσα από λασπώδεις εκτάσεις, τάφρους, να διασχίζουν συρματοπλέγματα, πεδία μάχης με εκατοντάδες άψυχα σώματα να κείτονται τριγύρω. Παντού καπνός, νεκροί, κουφάρια ζώων, θανάσιμα λαβωμένες σοροί ανθρώπων, αρουραίοι, ερειπωμένα απ’ τα πυρά σπίτια, οικισμοί-φαντάσματα και εντός τους ελεύθεροι σκοπευτές που καραδοκούν για μία λάθος κίνηση. Ένα αποκαρδιωτικό τοπίο απ’ όπου αναδύεται η μυρωδιά της φρίκης και του θανάτου.

Η εξαιρετική φωτογραφία του βραβευμένου από την Ακαδημία, Roger Deakins (Blade Runner 2049) συμβάλλει οπωσδήποτε στον υποβλητικό χαρακτήρα που προσλαμβάνει η εξιστόρηση ειδικά αν σταθεί κανείς σε μία σκηνή που παραπέμπει σε πύρινη δαντική κόλαση, ενώ το συγκεκριμένο κομμάτι έρχεται να ενισχύσει και η εκπληκτική μουσική που έχει συνθέσει ο Thomas Newman (Road to Perdition, The Shawshank Redemption).

Πρόκειται για μία πολύ προσεγμένη κινηματογραφική δουλειά, με το σασπένς, την δράση και την συγκίνηση να βρίσκονται σε μία αξιοζήλευτη ισορροπία χωρίς να μεσολαβεί καμία παράταιρη υπερβολή ή κλισέ μελοδραματισμός. Ο σκηνοθέτης, χωρίς να επιδιώκει να διατυπώσει κάτι καινούργιο περί στρατοκρατίας κ.ά, αποφεύγει αριστοτεχνικά να καταπιαστεί με σύνδρομα πατριδολαγνείας εφόσον δεν έχει την πρόθεση να πλέξει κανένα δακρύβρεχτο ή εύπεπτο εγκώμιο για τον ήρωα που γυρνάει από το μέτωπο. Εν προκειμένω, ωμά ρεαλιστικά αναβιώνουν γεγονότα από μία σκοτεινή εποχή, αυτή του Μεγάλου Πολέμου όπου ξεχύθηκε με πρωτοφανή ορμή για τα τότε δεδομένα η βία, ο τρόμος, η παραφροσύνη και η καταστροφή στις χειρότερες εκδοχές τους.

Παίζουν επίσης οι: Daniel Mays, Mark Strong, Andrew Scott, Richard Madden, Claire Duburcq, Colin Firth, και ο Benedict Cumberbatch.

Τον επίλογο του 1917 σφραγίζει με πολύ ταιριαστό τρόπο ένα κυκλικό σχήμα. Τα μάτια κάποιου που είδαν θηριωδίες, φίλους να χάνονται, τον ίδιο να ζυγώνει πολύ κοντά στο αιώνιο αναπόφευκτο, με έναν συγκλονισμένο από το σοκ ψυχισμό, και με ένα ταλαιπωρημένο κορμί που κόντρα στις πιθανότητες σήκωσε ένα επαχθές φορτίο ευθύνης, μα παρ' όλ' αυτά επέζησε για να δει το φως και της επόμενης μέρας.

 


Γιώργος Πρίτσκας

Ο πρώτος που επιχείρησε να γυρίσει μια ταινία χωρίς εμφανή cuts στον θεατή ήταν ο Alfred Hitchcock με το Rope (“Θηλιά” ο ελληνικός τίτλος) το μακρινό 1948. Χρόνια μετά στον Trufaut θα πει: “Δεν ξέρω στ’ αλήθεια γιατί μπλέχτηκα σ’ αυτό το τρικ, γιατί μόνο τρικ θα μπορούσα να χαρακτηρίσω τη Θηλιά… Όταν το ξανασκέφτομαι σήμερα, καταλαβαίνω πως αυτό ήταν εντελώς βλακώδες, γιατί ερχόμουν σε ρήξη με όλες μου τις παραδόσεις και αρνιόμουν τις θεωρίες μου πάνω στον τεμαχισμό της ταινίας και στις δυνατότητες που σου δίνει το μοντάζ για να αφηγηθείς οπτικά μια ιστορία”. Γενικότερα, είναι ευρέως αποδεκτό πως στο cut, στο μοντάζ, βρίσκεται μια μεγάλη δύναμη για τον κινηματογράφο. Όταν λοιπόν αποφασίζεις να ακολουθήσεις τον -επίπονο σε τόσα πολλά πρακτικά επίπεδα- δρόμο χωρίς μοντάζ, οφείλεις να έχεις σοβαρό λόγο.

Ο Sam Mendes φαίνεται να έκανε αυτήν την επιλογή για δύο λόγους: πρώτον, η εξέλιξη της δράσης σε ζωντανό χρόνο ταιριάζει γάντι στο σενάριο και, δεύτερο και κυριότερο, πίστευε πως με αυτόν τον τρόπο θα χάριζε στο 1917 ένα άλλο επίπεδο αμεσότητας, ζωντάνιας και, άρα, συναισθηματικής συμμετοχής από το κοινό. Κατά ένα μεγάλο ποσοστό είχε δίκιο. Αλλά προτού περάσω εκεί, δε γίνεται να μην σταθώ πρώτα στο τεχνικό κομμάτι της ταινίας. Το επίτευγμα εδώ είναι μνημειώδες. Κι άλλες ταινίες έχουν επιχειρήσει κάτι παρόμοιο (όπως η πολύ εντυπωσιακή “Ρωσική Κιβωτός”) άλλα όχι σε αυτήν την κλίμακα.

Το 1917 είναι ένα επικό πολεμικό δράμα, με πάρα πολλά εξωτερικά γυρίσματα, κομπάρσους, αλλαγή τοποθεσιών και συνεχόμενη κίνηση προς τα “εμπρός”. Και το ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι ότι ποτέ δεν επιστρατεύεται η “κάμερα στο χέρι”. Η δουλειά που έχουν κάνει ο Sam Mendes, ο Roger Deakins στη φωτογραφία και ο Dennis Gassner στο production design, είναι δίχως υπερβολή, συγκλονιστική και άνευ προηγουμένου. Η ταινία, πέρα από τον θαυμασμό που εμπνέει λόγω της δυσκολίας της σε τεχνικό επίπεδο, διαθέτει και μερικές σκηνές άγριας ομορφιάς σε σύλληψη και εκτέλεση...Μόνο και μόνο από αυτή τη σκοπιά, αξίζει να τη δει κανείς σε μια κινηματογραφική αίθουσα.

Ας περάσουμε, όμως, τώρα στα υπόλοιπα. Κατά τη γνώμη μου, η επιλογή του Mendes λειτουργεί θεσπέσια στις σκηνές δράσης, αλλά όχι τόσο στις παύσεις ανάμεσα, στις οποίες βρίσκονται και ορισμένες από τις πιο συναισθηματικές στιγμές της ταινίας. Και συμβαίνει αυτό διότι σε εκείνες τις στιγμές, εγώ τουλάχιστον, αντιλαμβάνομαι συνειδητά τις κινήσεις της κάμερας και όλο το σκηνοθετικό παιχνίδι που κάνει με τον Deakins ώστε να διατηρήσουν αυτό το μονοκόμματο πλάνο.

Δηλαδή, ένιωθα ότι η τεχνική τραβούσε πάνω της την προσοχή, ζημιώνοντας την συναισθηματική αποτελεσματικότητα της σκηνής. Η καλή σκηνοθεσία πάντα υπηρετεί την ιστορία και ποτέ το αντίθετο. Ευτυχώς, όμως, αυτή η αδυναμία που είναι πιθανό να είναι εντελώς προσωπική, δικαιολογείται από τα οφέλη που επιφέρει στην υπόλοιπη ταινία. Μπροστά δηλαδή στην ένταση που επιτυγχάνει αυτό το “τρικ” (που λέει και ο Χίτσκοκ) στις σκηνές αγωνίας, χαλάλι η “πιεσμένη” εφαρμογή του στα υπόλοιπα.

Όλη η ταινία εξάλλου είναι ένα ασταμάτητο, αγχώδες τρέξιμο απέναντι στον χρόνο. Η ιστορία έχει στηθεί με μια ωραία συμμετρία ξεκινώντας και τελειώνοντας κάτω από ένα δέντρο (της ζωής;), με την κόλαση να παρεμβάλλεται ανάμεσα. Θα μπορούσαμε να πούμε πως μοιάζει με ένα πέρασμα από τον κάτω κόσμο, σαν ένα αρχέτυπο ηρωικό ταξίδι, ένα ταξίδι για την “άλλη” πλευρά. Στο τέλος, ο ήρωας, μέσα από αυτό το ταξίδι θανάτου, θα ξαναβρεί την όρεξή του για ζωή. Είναι απλό, αλλά αποτελεσματικό. Η ερμηνεία του George Mackay είναι μια ευχάριστη έκπληξη, ενώ υπέροχη δουλειά έχει κάνει και ο Thomas Newman στη μουσική. Το μόνο που θα μπορούσα να προσάψω στην ταινία είναι ότι στερείται τον παράγοντα “συναισθηματικό σοκ” στην απεικόνιση του πολέμου, που κατά τη γνώμη είναι απαραίτητος για μια αποτελεσματική αντί-πολεμική ταινία αυτού του είδους.

Σκέφτομαι, δηλαδή, το Saving Private Ryan ή το Come and See ή ακόμα και το Dunkirk, γιατί δεν είναι ένα απλό θέμα απεικόνισης ωμής βίας. Αυτές οι ταινίες με “έπνιξαν”. Στο 1917 ένιωσα ότι…πέρασα καλά. Όπως και να ‘χει, το 1917 είναι μια πραγματική κινηματογραφική εμπειρία, ένα τεράστιο τεχνικό επίτευγμα, που πιθανότατα θα οδηγήσει και τον Roger Deakins στο δεύτερο Όσκαρ του. Με λίγα λόγια, αν υπάρχει μία ταινία που αξίζει να δείτε στο σινεμά αυτή την εβδομάδα, είναι αυτή.


Αντώνης Παυλίδης

Τα γεγονότα συμβαίνουν κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν δύο νεαροί Βρετανοί στρατιώτες, ο Schofield (George MacKay) και ο Blake (Dean-Charles Chapman) αναλαμβάνουν μια άκρως δύσκολη και επικίνδυνη αποστολή. Σε μια μάχη ενάντια στο χρόνο, πρέπει να περάσουν στα εδάφη του αντιπάλου και να παραδώσουν ένα μήνυμα που θα σταματήσει μια θανάσιμη παγίδα σε εκατοντάδες στρατιώτες, ανάμεσα στους οποίους βρίσκεται και ο αδερφός του Blake.

Σε σκηνοθεσία και σενάριο του Sam Mendes και με διευθυντή φωτογραφίας των Roger Deakins, πρωταγωνιστούν οι George MacKay, Dean-Charles Chapman, Mark Strong, Andrew Scott, Richard Madden, Claire Duburcq, Colin Firth και Benedict Cumberbatch.

Ο βραβευμένος με Όσκαρ Βρετανός σκηνοθέτης Sir Samuel Alexander Mendes, (American Beauty, Road to Perdition, Skyfall) γράφει, λοιπόν, αλλά και σκηνοθετεί, ένα αντιπολεμικό αριστούργημα βασισμένο στις ιστορίες του παππού του, Alfred Mendes,  από την σκοτεινή εποχή του Α’ Παγκόσμιου. Ενώ στην πραγματική ζωή τα τύμπανα ενός γενικευμένου πολέμου ηχούν δυνατότερα μέρα με την μέρα, η νέα δημιουργία του Βρετανού σκηνοθέτη μοιάζει πιο επίκαιρη από ποτέ.  Ο Mendes μας τοποθετεί ακριβώς μέσα στις τραγικές καταστάσεις που σημάδεψαν με τον χειρότερο τρόπο την ιστορία της ανθρωπότητας, και μας δείχνει τις θυσίες, την αδελφικότητα και την δύναμη που μπορεί να κρύβει ο οποιοσδήποτε άνθρωπος εν μέσω της φρίκης του πολέμου.

Η πλοκή της ταινίας είναι πολύ απλή. Το μοναδικό πράγμα που ζητάει από τους δύο μας πρωταγωνιστές είναι να πάνε από το σημείο Α στο σημείο Β. Δεν χρειάζεται, όμως, παραπάνω από μερικά λεπτά για να σε γραπώσει από τα μούτρα, με τρόπο που δεν σου αφήνει περιθώρια να μην εμπλακείς συναισθηματικά  με τους δύο ήρωες της. Η ταύτιση με τους δύο στρατιώτες έρχεται πολύ νωρίς και πολύ γρήγορα. Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο, ο Mendes είναι αναμφίβολα ένας εξαιρετικός αφηγητής, παρουσιάζοντας μια ταινία που χαρακτηρίζεται από μια σφιχτοδεμένη δομή, συμπαγή αφήγηση, γρήγορο ρυθμό και έντονο σασπένς. Τι είναι αυτό όμως που κάνει τελικά αυτή την ταινία να ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες του είδους της;

Πίσω από την αφηγηματική σπιρτάδα του Mendes, βρίσκεται ο οραματιστής διευθυντής φωτογραφίας, Roger Deakins. Η απόφαση των δύο να γυρίσουν πολεμικό δράμα σε ένα μονοπλάνο, όχι μόνο αποδίδει καρπούς αλλά ίσως αλλάξει και κάποιους κανόνες του συγκεκριμένου είδους ταινιών. Χρησιμοποιώντας, λοιπόν, την ψευδαίσθηση του συνεχούς μονοπλάνου, πετυχαίνουν να συγχρονίσουν τα συναισθήματα του θεατή με τα συναισθήματα των ηθοποιών της ταινίας. Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία που πραγματικά γίνεσαι τα μάτια τους όταν αυτοί δεν βλέπουν, γίνεσαι τα αυτιά τους όταν αυτοί δεν ακούν και γενικότερα είσαι εκεί μαζί τους από το πρώτο λεπτό χωρίς να υπάρχει κανένα exposition για το παρελθόν τους και από το που προέρχονται.

Αυτή η σύνδεση που αποκτάς με τους χαρακτήρες φυσικά βοηθά, μαζί με τις υπέροχες ερμηνείες που δίνουν οι George MacKay και Blake Dean-Charles Chapman μαζί με τον -για ακόμη μια φορά- εξαιρετικό Thomas Newman. Η επίδραση που έχει η μουσική του στους χαρακτήρες, αλλά και στο κλίμα της ταινίας είναι κάθε φορά ουσιαστική, σε σημείο που δεν θα είναι ίδια η ταινία χωρίς τις μελωδίες του. Ο τρόπος με τον οποίον αποφασίζει να ντύσει μουσικά την ατμόσφαιρα της κάθε σκηνής, προσφέρει την δραματική ένταση που χρειάζεσαι ως θεατής για να βυθιστείς ακόμα περισσότερο στην τραγική ιστορία μαζί με τους υπόλοιπους χαρακτήρες της ιστορίας.

Το 1917 είναι ακόμα μια απόδειξη πως φέτος έχουμε ίσως την πιο πλούσια χρονιά κινηματογραφικά, κάτι που μας έλειψε αρκετά τον τελευταίο καιρό. Το αντιπολεμικό δράμα του Βρετανού Sam Mendes δεν θα προκαλέσει σε κανέναν έκπληξη αν κερδίσει πολλές υποψηφιότητες, αλλά και βραβεία, στα φετινά Όσκαρ.


Βρείτε την ταινία στο IMDB

7 comment(s)