The Lighthouse Review - Η φρίκη ζωντανεύει σε ασπρόμαυρους τόνους 

Σ' ένα λησμονημένο απ’ τον Θεό ξερονήσι

The Lighthouse Review - Η φρίκη ζωντανεύει σε ασπρόμαυρους τόνους

Τέσσερα χρόνια πριν, με το The Witch, ο Robert Eggers αφού έκανε το ντεμπούτο του στην καρδιά του φολκλορικού τρόμου, πλέον επανήλθε δριμύτερος με το The Lighthouse ελπίζοντας να μας μεταφέρει σε ακόμη πιο σκοτεινές ατραπούς μυστηρίου και φανταστικού.

Τώρα πια, μας παρακινεί να τον ακολουθήσουμε μεσοπέλαγα βουτώντας σε αχαρτογράφητα νερά του ψυχισμού του ατόμου και στον κόσμο παλιών θαλάσσιων θρύλων. Στο ατμοσφαιρικό αυτό θρίλερ γοτθικού, ψυχολογικού τρόμου του παραπάνω ταλαντούχου δημιουργού το οποίο έφυγε με διθυραμβικά σχόλια και με το Βραβείο FIPRESCI στο 72ο   Φεστιβάλ των Καννών, ως πρωταγωνιστές επιστρατεύτηκαν ο Robert Pattinson και ο Willem Dafoe.

Η εν λόγω κινηματογραφική απόπειρα τεστάρει τις ψυχικές μας αντοχές με έναν κλειστοφοβικό εφιάλτη που γίνεται βίωμα για δύο φαροφύλακες. Από την μία έχουμε τον παλιό και αψύ θαλασσόλυκο ‘Thomas Wake’ (Dafoe) και από την άλλη, τον υπό τις διαταγές του εκπαιδευόμενο και κάπως πιο ήπιων τόνων, υπομονετικό βοηθό του, ‘Ephraim Winslow’ (Pattinson), με τον χρόνο της αφήγησης να τοποθετείται τέλη του 1890 σε ένα απομακρυσμένο νησί της Νέας Αγγλίας.

Οι δύο αυτοί σκυθρωποί και φειδωλοί στα λόγια άνδρες έχουν αναλάβει την συντήρηση και την φύλαξη του φάρου που βρίσκεται εκεί. Η επικοινωνία τους εμφανίζει πολλά σκαμπανεβάσματα. Παρ' όλ' αυτα, με προσωρινό τους καταφύγιο το ποτό και την περίπλοκα εξελισσόμενη συναναστροφή τους, πασχίζουν να τα βγάλουν πέρα με την μονότονη, μοναχική τους ρουτίνα, να αναμετρηθούν με τον παραλογισμό, τα πιο πρωτόγονά τους ένστικτα και τα πιο σκοτεινά τους οράματα.

Ο διαπεραστικός ήχος της σειρήνας που αντηχεί ολόγυρα, οι στριγκές κραυγές των ενοχλητικών γλάρων, το φως που φεγγοβολά από τον πύργο του φάρου και σαρώνει περιμετρικά το μέρος, εντείνουν την ακαθόριστη ζάλη που τους τυλίγει θολώνοντας την κρίση τους και ξυπνώντας ενδόμυχά τους την πιο βαθιά απωθημένη αγριότητα. Κάτι αδιόρατα δυσοίωνο και κακό δοκιμάζει την λογική τους πάνω σε εκείνους τους απότομους, ανεμοδαρμένους βράχους και μέρα με την μέρα ισχυροποιείται ολοένα και πιο πολύ.

Το παρόν έργο του Eggers καταφέρνει να μας βάλει αβίαστα στον πυρήνα μίας μακάβρια λυρικής αλληγορίας, με αρχετυπικές μορφές οι οποίες ξεπηδούν από μυθικές διηγήσεις που νοτίζει η αλμύρα, ενώ δύο άνδρες προσπαθούν να δαμάσουν τους χειρότερους φόβους τους μες στην ερημιά. Κάπου εκεί κάτι αλλόκοτα ζοφερό σαλεύει και μοιάζει να απλώνεται ολόγυρά τους. Σιγά σιγά ξετυλίγεται ο μίτος ενός αξεδιάλυτου και υπνωτιστικού μυστηρίου, με διαλόγους που φέρουν μία σαιξπηρικά τραγική αύρα, ενώ το παράδοξο και το μαύρο χιούμορ κάνουν και αυτά την εμφάνισή τους στην ιστορία σε ανύποπτο χρόνο.

Ο σκηνοθέτης ενορχηστρώνει όμως, με τέτοιον τρόπο την όλη δράση εντάσσοντας αριστοτεχνικά εντός της έννοιες όπως το αίσθημα του ανικανοποίητου που προκύπτει από το ανέφικτο, τον ανεκπλήρωτο πόθο για ένα απρόσιτο σύμβολο γυναίκας που μετατρέπεται σε εμμονή, τις εσωτερικές παρορμήσεις που βρίσκουν τρόπο εντούτοις, να σκαρφαλώσουν από την άβυσσο του ασυνείδητου και να βγουν στην επιφάνεια. Στήνεται ένας μυστικιστικός χορός όπου η τραχύτητα ενός βίαιου ανδρισμού συνοδεύει ρυθμικά την κρυφή ερωτική επιθυμία, η φιλία την έχθρα, η συμπάθεια το μίσος, η συμμαχία την αντιπαλότητα, με τους ρόλους του έχοντος και μη έχοντος εξουσία να εναλλάσσονται.

Παρόλαυτα, το υγρό στοιχείο έτσι όπως προβάλλεται στην περίπτωση αυτή, είναι πάνω απ’ όλα και παραπέμπει σε μία ιδιότυπη ανιμιστική φιλοσοφία. Η θάλασσα συνιστά από μόνη της μία ξεχωριστή παρουσία εν προκειμένω, και έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο, εισάγοντας το πλαίσιο για μία επαναπροσέγγιση της σχέσης του ανθρώπου και της φύσης. Μάλιστα, στο σημείο αυτό την συγκεκριμένη συνθήκη έρχεται να εξυπηρετήσει μία ονειρική φιγούρα, που φαντάζει περισσότερο με αποκύημα του νου, με παραίσθηση. Η καταιγίδα που μαίνεται έξω εναρμονίζεται με την αντάρα και την σύγκρουση που ξεσπά ανάμεσα στους δύο κεντρικούς δρώντες.

Θερμά συγχαρητήρια πρέπουν στην ερμηνευτική δεινότητα των Willem Dafoe και Robert Pattinson, αφού αποδεικνύεται περίτρανα ότι το δίδυμο αυτό της υποκριτικής στέκεται άξια ως προς την απόδοση δύο τόσο σύνθετων και ιδιόρρυθμων χαρακτήρων.

Η εξαιρετική φωτογραφία του Jarin Blaschke, συνεργάτη του Eggers και από το The Witch, αλλά και οι υποβλητικές μελωδίες του Καναδού μουσικού Mark Korven που συνοδεύουν τις κάπως πιο ήπιες αλλά και τις κλιμακούμενες σε ένταση στιγμές, σε μαγνητίζουν από την αρχή. Ανακάθεσαι αμήχανα στο κάθισμά σου αρκετές φορές, με την αγωνία να έρχεται με την μορφή παλίρροιας.

Καθώς βαδίζουμε προς τον επίλογο, διαφαίνεται εναργώς η πρόθεση του Eggers να προσδώσει στο φινάλε χαρακτηριστικά αρχαιοελληνικού μύθου, και ειδικότερα από αυτόν του Προμηθέα.

Ο Φάρος του Eggers, μέσα σε πυκνό λαβκραφτιανό σκοτάδι, σε αφρισμένα κύματα και ανέμους που λυσσομανούν μας καλεί να ζήσουμε μία από τις πιο απόκοσμες, υπερβατικές εμπειρίες θέασης. Εδώ πένθιμες κραυγές γλάρων στοιχειώνουν την περιπλάνησή μας με συντρόφους μας δύο βασανισμένους υπηρέτες του ωκεανού που μάχονται ο καθένας με την δική του βασανισμένη ύπαρξη, παντοτινοί δεσμώτες του ανοίκειου και του αιώνιου αναπόφευκτου.

Βρείτε την ταινία στο IMDB

2 comment(s)