Parasite Movie Review – Η ταινία της χρονιάς; 

Ο χρυσός φοίνικας των φετινών Καννών είναι εδώ. Άξιζε την αναμονή;

Parasite Movie Review – Η ταινία της χρονιάς;

Στέλλα Παπασαραφιανού

Στο βραβευμένο φέτος με Χρυσό Φοίνικα, οικογενειακό δράμα-θρίλερ Parasite του Νοτιοκορεάτη δημιουργού Bong Joon-ho (Okja, Snowpiercer, Mother, Memories of Murder) ξετυλίγεται το κουβάρι μίας πολύ ιδιαίτερης αφήγησης για την σύγχρονη πραγματικότητα.

Το φιλμ επικεντρώνεται σε έναν άνεργο πατέρα, τον ‘Kim Ki-taek’ (Kang-ho Song) και την ιδιόρρυθμη οικογένειά του η οποία ωστόσο δείχνει να αναπτύσσει εμμονή με την ζωή των ευκατάστατων γειτόνων τους, των  ‘Parks’. Δεν αργεί λοιπόν, η στιγμή που τα πράγματα μπερδεύονται επικίνδυνα έπειτα από μία συγκλονιστική ανακάλυψη ενώ περιπλέκονται ακόμη περισσότερο όταν ακολουθεί ένα αναπάντεχο συμβάν που θα φέρει τα πάνω κάτω στις μέχρι πρότινος ισορροπίες των ηρώων. Οπότε, η συγκυρία το φέρνει έτσι που το παραπάνω απροσδόκητο γεγονός θα σημάνει την αρχή για έναν φαύλο κύκλο βίας και αίματος, με τον έλεγχο της κατάστασης να ξεφεύγει και στα δύο σπίτια.

Σε κεντρικές ερμηνείες βλέπουμε επίσης τους: Jang Hye-jin, Park So-dam, Choi Woo-shik, Lee Sun-kyun και την Jo Yeo-jeong.

Ο ταλαντούχος Bong Joon-ho επανήλθε δριμύτερος στην καρέκλα της σκηνοθεσίας για να ενορχηστρώσει την δράση ενός ιδιότυπου έργου που συνδυάζει αριστοτεχνικά το στοιχείο της τραγωδίας, του μυστηρίου, του παράδοξου αλλά και του μαύρου βιτριολικού χιούμορ μέσα από μία κοφτερή και αφοπλιστικά ωμή ματιά.

Η περίτεχνα στυλιζαρισμένη αυτήν μυθοπλασία λειτουργεί ως μία ανατρεπτική και ρεαλιστικά ανατριχιαστική κοινωνική αλληγορία με σοβαρά διλήμματα και τον παράγοντα του απρόβλεπτου να είναι κυρίαρχα εδώ.

Η μουσική του Jeong Jae-il ντύνει με ταιριαστό ύφος την υποβλητική εξιστόρηση που μας παρουσιάζεται αποδίδοντας εξαιρετικά την κλιμάκωση της έντασης σε διάφορα σημεία, ενώ η φωτογραφία του κινηματογραφιστή Hong Kyung-pyo (Burning, The Wailing) δεν σταματά να εντυπωσιάζει.

O διάσημος σκηνοθέτης μας παραδίδει μία ταινία με έναν εκ πρώτης όψεως απλοϊκό τρόπο καταφέρνοντας όμως να μας εισάγει σε δύο διαφορετικά περιβάλλοντα και στην σκοπιά των ατόμων που κατοικούν αντίστοιχα μέσα σε αυτά, δίνοντας ίσως μεγαλύτερη βαρύτητα στην οπτική γωνία της φαμίλιας των ‘Kims’. Οι μορφές τους φαντάζουν πολύ οικείες και αυθόρμητες, άνθρωποι της διπλανής πόρτας που παρά τις δυσκολίες τους λαχταρούν να γυρίσει ο τροχός και για τους ίδιους.

Μεταξύ άλλων, τονίζεται πόσο αυθόρμητοι, ευφάνταστοι και ευρηματικοί μπορεί να γίνουν όταν ο κλοιός από τις αντιξοότητες σφίγγει ολοένα και περισσότερο γύρω τους, και πόσο διατεθειμένοι είναι να μην αφήσουν μία πολύτιμη ευκαιρία να παρέλθει ανεκμετάλλευτη ειδικά όταν πρόκειται για την αυτοσυντήρηση και την ωφέλειά τους. Είναι κάτι σαν σύγχρονοι χαμαιλέοντες όσον αφορά την εξασφάλισή τους, με την ανέχεια να ενθαρρύνει το καιροσκοπικό σκεπτικό τους μόλις βρουν ένα παραθυράκι να τρυπώσουν σε ένα πολύ πιο ευνοϊκό πλαίσιο διαβίωσης. Δίνουν βάση στην ενότητά τους και θέλουν να παραμείνουν δεμένοι για να κερδίσουν όλοι μαζί από ό,τι καλό είναι να έρθει στο διάβα τους.

Απεναντίας, η εικόνα των σχεδόν αψεγάδιαστων ‘Parks’ μοιάζει κάπως πιο απρόσιτη και αποστειρωμένη, σαν να αποπνέουν μία πιο ψυχρή αύρα. Απομονωμένοι στον δικό τους μικρόκοσμο, διάγουν έναν βίο με ανέσεις και μία ρουτίνα ευημερίας, καλοκουρδισμένη και πολύ πιο μακριά από τα δεδομένα των ‘Kims’.

Εντούτοις, συναισθάνεσαι και τους ενοίκους της πολυτελούς έπαυλης όταν ξεκινά να εντείνεται η εισβολικότητα των νεοαφιχθέντων προσώπων στην καθημερινότητά τους πόσο μάλλον όταν γεύονται την προδοσία από τους καινούργιους γνώριμούς τους. Το ‘κόλπο’ που έχει στηθεί εις βάρος των ‘Parks’ σύντομα από ένα απίστευτο γύρισμα της τύχης εκπυρσοκροτεί έναντι των εμπνευστών του.

Η ιστορία αυτή του Bong Joon-ho χωρίς να λαϊκίζει, αρθρώνει με νεύρο, ρυθμό, κριτική και ειρωνική διάθεση ένα εύστοχο σχόλιο για την φυσιογνωμία των μοντέρνων μεγαλουπόλεων, την έννοια της αποστέρησης και το χάσμα που προκύπτει στην ανθρώπινη συνύπαρξη εξαιτίας των ανισοτήτων και των ακραίων οικονομικών διαφορών που το βαθαίνουν.

Ο καλλιτέχνης καυτηριάζει αντισυμβατικά το ζήτημα της φτώχειας, της απελπισίας, της εμμονής, του δόλου, της απληστίας, της κοινωνικής υποκρισίας, της υπεροψίας, της περιθωριοποίησης, και της αγανάκτησης για την αβεβαιότητα του παρόντος και του μέλλοντος.

Εντός του θεατή διεγείρονται αντικρουόμενα συναισθήματα και η αμφιθυμία αυτή γιγαντώνεται μέσα από σουρεάλ και μακάβρια σκηνικά ώσπου να φανερωθεί στο σύνολό της η αλήθεια που γκρεμίζει συθέμελα ένα πικρό και συνάμα αποκαρδιωτικό «αστείο».

Στα Παράσιτα αυτό που ήταν μέχρι τότε αθέατο, κάτω από το ραντάρ των ‘Parks’, σκαρφαλώνει προς το φως και όταν βγαίνει, η συνταρακτική πράξη του φινάλε συνοδεύεται από μία κάθαρση-σοκ που θα τριβελίζει για πολύ την σκέψη σου με το mind-twist τέλος της.

Γιώργος Πρίτσκας


Ακολουθούν Spoilers!

Διαβάστε ΜΟΝΟ αφού δείτε την ταινία! Ή αν δεν σκοπεύετε να τη δείτε…


Υπάρχουν δύο κατηγορίες ταινιών για τις οποίες είναι πραγματικά δύσκολο να γράψεις: οι πολύ καλές και οι πολύ κακές. Οι πρώτες γιατί έχουν πάρα πολλά να πουν και οι δεύτερες γιατί δεν έχουν τίποτα. Ευτυχώς, το Parasite ανήκει στην πρώτη κατηγορία. Άντε τώρα όμως να συμπυκνώσεις σε ένα μικρό κείμενο όλα αυτά που επικοινωνεί με τόση διαύγεια. Δεν θα τα καταφέρω φυσικά, αλλά, αξίζει τον κόπο, έστω και λειψά, μόνο και μόνο για συνεχιστεί η συζήτηση που ανοίγει η ταινία. Παράσιτα λοιπόν ονομάζονται οι οργανισμοί που ζουν και αναπτύσσονται μαζί και σε βάρος άλλου οργανισμού από τον οποίο και τρέφονται με τις απαραίτητες θρεπτικές ουσίες.

Ξέραμε από τα Snowpiercer, Okja και The Host ότι ο Bong Joon Ho ξέρει να στήνει μια αλληγορία χωρίς να υποκύπτει σε χοντροκομμένους συμβολισμούς αλλά στο Parasite ξεπέρασε τον εαυτό του: τίποτα δεν φαίνεται πιεσμένο, η πλοκή κυλά φυσικά και αναπόδραστα από την μια σκηνή στην επόμενη, στηριζόμενη σε μικρές υπερβολές μόνο για να “υπογραμμίσει” με μεγαλύτερη ένταση τα θέματά του. Η ταινία ξεκινάει ξεκάθαρα: μια φτωχή οικογένεια αρχίζει να διεισδύει πονηρά σε ένα πλούσιο σπίτι.

Με απάτες και χειριστικές πρακτικές καταφέρνει σιγά σιγά να διώξει όλους όσους δούλευαν για την πλούσια οικογένεια ώστε να τους αντικαταστήσει με τα δικά της μέλη. Ζούμε σε μια κοινωνία που οι φτωχοί παρασιτούν σε βάρος των πλουσίων για να επιβιώσουν, φαίνεται να λέει ο Bong Joon Ho. Μέχρι την μέση του, το Parasite είναι μια καυστική, μαύρη κωμωδία, γεμάτη δηλητηριώδες χιούμορ και “σατανικά” σχέδια. Νομίζεις ξέρεις πού θα πάει όλο αυτό. Έλα όμως που δεν ξέρεις.

 Η ανατροπή είναι τόσο καλογραμμένη και “κρυμμένη” πίσω από την δομή που λειτουργεί σοκαριστικά για τον θεατή αλλά ταυτόχρονα, όχι μόνο δεν αλλάζει κατεύθυνση στο θέμα της ταινίας, αλλά της επιτρέπει να το εξερευνήσει στο απόλυτο, θλιβερό του βάθος. Δεν χάνει το καυστικό της χιούμορ, ωστόσο, από εκεί και έπειτα μετατρέπεται σε ένα παρανοϊκό θρίλερ όπου οι φτωχοί μάχονται για το ποιος θα κρατήσει τον πολύτιμο ξενιστή του. Ανάμεσα στις δύο αυτές αντιμαχόμενες πλευρές εξερευνώνται και διαφορετικές προσεγγίσεις εντός της ίδιας τάξης. Θα έπρεπε να είναι ευγνώμονες για όλα όσα τους παρέχει η υψηλή τάξη;

Θα έπρεπε να την υποσκάπτουν εκ των έσω; Τα ζητήματα αυτά γίνονται πολύπλοκα με τον τρόπο που είναι δραματοποιημένα, αφήνοντας τον θεατή να καταλάβει με θλίψη και τις δύο πλευρές. Το βαθιά ειρωνικό της υπόθεσης είναι πως η πλούσια οικογένεια δεν έχει καμία απολύτως συναίσθηση των όσων συμβαίνουν, όχι μόνο μέσα στο σπίτι της αλλά γενικά. Κλεισμένη αντιληπτικά στην όμορφη “γυάλα” της, υπερβολικά αυτό-απορροφημένη για να προσέξει το οτιδήποτε, εντελώς αποκομμένη από οποιαδήποτε πραγματικότητα πέραν της δικής της και, φυσικά, καλή και ευγενική με όλους αρκεί “να μην ξεπερνάνε τα όρια”. Εκεί, τους υπενθυμίζουνε την θέση τους. Ότι δεν καταφέρνουν να πάρουν με την “ευγένεια”, το παίρνουν με το χρήμα. Γι’ αυτούς, οι φτωχοί είναι ένα εξωτικό “είδος”, μια μακρινή “βρώμικη”, υποδεέστερη φάρα, γι’ αυτό το χρησιμοποιούν και σαν σεξουαλικό role playing.

Καταλήγουν στο τραγικό φινάλε να αναρωτιούνται “πώς φτάσαμε ως εδώ”. Ο σκηνοθέτης δεν τους παρουσιάζει σαν “τέρατα” όμως. Βρίσκει το νόημα στην ανατριχιαστικά εύστοχη αποτύπωση της σχέσης ανάμεσα στις δύο τάξεις, φέρνοντας στο φως με διαβολεμένη δραματική ευστροφία την λεπτή υποκρισία, τις αντιφάσεις, τον “στρουθοκαμηλισμό” και τον σκοτεινό παραλογισμό πίσω από την όμορφη επιφάνεια όχι μόνο αυτής, αλλά κάθε πλούσιας οικογένειας. Τελικά τα παράσιτα δεν είναι οι φτωχοί.

Τελικά τα παράσιτα είναι και οι δύο ακραίες τάξεις. Η μια παρασιτεί εις βάρος της άλλης, εκ φύσεως, αέναα. Στην πορεία, κάθε ίχνος ανθρωπιάς και αξιοπρέπειας χάνεται. Η τραγική ειρωνεία της ταινίας ολοκληρώνεται με το φινάλε. Σαν μια εδραιωμένη τελετουργία, σαν κάτι το αναπόδραστο, θέτει και πάλι τον φαύλο κύκλο σε κίνηση. Η πλούσια οικογένεια θα αλλάξει, το φάντασμα, οι κατσαρίδες, τα παράσιτα, όπως θέλετε πείτε το, θα παραμείνει. Η βλοσυρή απαισιοδοξία του Parasite βρίσκεται στην αδυναμία των χαρακτήρων, εν τέλει, να βρουν μια εναλλακτική, να ξεφύγουν. Ο μόνος τρόπος να φύγεις από το “υπόγειο” είναι να… αγοράσεις το σπίτι.

Αστείο, τρομακτικό, θλιβερό, ανθρώπινο, μα κι απάνθρωπο ταυτόχρονα και, δυστυχώς, πάνω απ’ όλα, ανατριχιαστικά αληθινό, το Parasite είναι ένα αριστούργημα που σε ταρακουνάει βαθιά. Μην το χάσετε.  

Βρείτε την ταινία στο IMDB

6 comment(s)