Toy Story 4 Review - Ο επίλογος που δεν ξέραμε ότι θέλαμε! 

Τρεις απόψεις για το νέο πόνημα της Pixar

Toy Story 4 Review - Ο επίλογος που δεν ξέραμε ότι θέλαμε!

Στέλλα Παπασαραφιανού

Ποιός μικρός φίλος δεν αγαπάει τα παιχνίδια;! Ποιός δεν έχει περάσει ατέλειωτες ώρες χαράς και ξεγνοιασιάς δίνοντας φτερά στην φαντασία του; Ποιός δεν έχει πλάσει έναν ολόκληρο κόσμο με αυτά να ζωντανεύουν και να τον συντροφεύουν όταν αποφασίζει να τους αναθέσει έναν συγκεκριμένο ρόλο έχοντας τα αραδιασμένα τριγύρω του; Και αν ρωτούσε κανείς τα παιχνίδια του για πόσο θα συνέχιζαν να είναι δίπλα του; Τότε όλα μαζί με μια φωνή θα απαντούσαν αποφασιστικά: «Στο άπειρο και ακόμα παραπέρα!».

Σε σκηνοθεσία του Josh Cooley και σε σενάριο των John Lasseter, Rashida Jones και του Will McCormack, το Toy Story 4 έρχεται να προσθέσει ένα ακόμη υπέροχο κεφάλαιο στην ξεχωριστή μυθοπλασία κινουμένων σχεδίων που ξεκίνησε το 1995 αιχμαλωτίζοντας από τότε τις καρδιές μικρών και μεγάλων! Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά εξακολουθεί να μας θυμίζει πως πίσω από κάθε παιχνίδι κρύβεται μία ξεχωριστή ιστορία που λαχταράς να ξέρεις!

Η νέα αυτήν 3D computer animated ταινία της Walt Disney Pictures και της Pixar, φέρνει πάλι πίσω τον ‘Woody’ και την παρέα του που μπαίνουν σε μία ακόμη συναρπαστική περιπέτεια!

Έτσι λοιπόν, ο απίθανος αυτός ήρωας και οι φίλοι του επανέρχονται δριμύτεροι στην μεγάλη οθόνη υποδεχόμενοι στην κομπανία τους νέα παιχνίδια, μεταξύ των οποίων και τον συνεσταλμένο ‘Forky’ (Tony Hale), ένα πιρουνάκι που η ‘Bonnie’ του έδωσε άλλη μορφή και σκοπό, αλλά το ίδιο επιμένει ότι δεν είναι παιχνίδι! Έτσι, κάθε φορά που προσπαθεί να διαφύγει από το δωμάτιο της μικρούλας, πάντα κάποιος το παίρνει είδηση και τον φέρνει ξανά πίσω!

Επιπλέον, όλη η αγαπημένη αυτήν ομάδα θα δώσει το παρόν σε ένα λούνα παρκ όπου θα συναντήσουν δύο καινούργιους γνώριμους, τα κουκλάκια ‘Ducky’ (Keegan-Michael Key) και ‘Bunny’ (Jordan Peele), που φιγουράρουν στον πάγκο με τα βραβεία για όποιον κερδίζει σε κάποια διασκεδαστική δοκιμασία. Ενωμένοι πια όλοι μαζί με επικεφαλής τον ‘Σερίφη Woody’ (Tom Hanks),  τον ‘Buzz Lightyear’ (Tim Allen) και την ‘Bo Peep’ (Annie Potts), θα πραγματοποιήσουν μία αποστολή διάσωσης σε ένα παλαιοπωλείο, ένα αξέχαστο ταξίδι που θα τους διδάξει πως τα καλύτερα πράγματα σε αυτή την ζωή δεν είναι τρόπαια αλλά πολύτιμες στιγμές που αξίζει να ζήσει κανείς! Τις φωνές τους δανείζουν επίσης και οι: Keanu Reeves, Patricia Arquette, Christina Hendricks και η Joan Cusack.

Ενώ η αυλαία του έργου ανοίγει, ακούς το κλασικό μουσικό θέμα “You've Got a Friend in Me” του Randy Newman, το οποίο είναι σήμα κατατεθέν του διάσημου franchise. Δεν γίνεται να μην μιλήσει μέσα σου! Νιώθεις ένα ζεστό κύμα νοσταλγίας να σε κατακλύζει και συντονίζεσαι με τον ρυθμό! Και καθώς το κουβάρι της υπόθεσης ξετυλίγεται το στοιχείο της συγκίνησης, του χιούμορ και της έκπληξης δένει άψογα με τα τεκταινόμενα που εκτυλίσσονται!

Όμως ένας πολύ εύστοχα τοποθετημένος φιλοσοφικός μανδύας αγκαλιάζει στοργικά και με ευαισθησία την όλη πλοκή με σεβασμό προς την παιδική αθωότητα αλλά προετοιμάζοντας το έδαφος για την ωρίμανση του ίδιου του ‘Woody’. Ακολουθώντας ασυναίσθητα το παράδειγμα του αγοριού που μεγάλωσε μαζί του, του ‘Andy’, η παραπάνω φιγούρα σταδιακά κάνει βήματα και προς την δική της ωρίμανση. Ο ‘Woody’ εδώ πια βαδίζει προς την μετάβαση του σε ένα άλλο επίπεδο επίγνωσης,  σε μία πιο συνειδητοποιημένη φάση όπου φιλτράρει στην σκέψη του και υπαρξιακά ερωτήματα.

Πρόκειται για μία μαγική πολύχρωμη διήγηση γεμάτη φρεσκάδα, παλμό, αστείρευτη έμπνευση και πηγαίο ενθουσιασμό που διεγείρει καθάρια συναισθήματα, στηρίζει τις δεύτερες ευκαιρίες, το δικαίωμα του να είσαι ο εαυτός σου με τις όποιες αρετές και αδυναμίες, την αγνή φιλία, την αφοσίωση, την ελπίδα, την ελευθερία και την εύρεση νέων σκοπών και κινήτρων.

Ο αφηγηματικός άξονας του ευρηματικού αυτού φιλμ περιστρέφεται με χάρη γύρω από την έννοια της ενηλικίωσης, την αποδοχή και των γκρίζων τόνων πέρα από το μαύρο ή άσπρο όσον αφορά την καθημερινή πρακτική και τις σχέσεις με τους άλλους. Μέσω της επιτυχημένης αυτής αλληγορικής εξιστόρησης, η αίσθηση της συντροφικότητας και του ανήκειν αποκτά άλλο νόημα και συμβολισμό ακόμη βαθύτερο, και η αντίληψη περί σωστού και λάθους όπως και η δέσμευση σε ένα καθήκον περνάει σε μία διαδικασία γόνιμης διαπραγμάτευσης και αναθεώρησης.

Το Toy Story 4 συνιστά ένα παραμύθι που φορτσάρει με μία δυναμική διαφορετική από άλλα του είδους του. Σε αυτό, τα φαινομενικά άψυχα παιχνίδια που κοσμούν το ράφι ενός παιδικού δωματίου ξυπνούν και τολμούν με αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία να ξεμυτίσουν από την ασφάλεια του σπιτιού τους δοκιμάζοντας να εξερευνήσουν άλλα μέρη και δυνατότητες. Μαθαίνουν ο ένας από τον άλλον ό,τι υπάρχουν πράγματα που δεν είναι έπαθλα, αλλά είναι τόσο ανεκτίμητα που αξίζει οπωσδήποτε να προσπαθήσεις να τα γευτείς! Και μερικά από αυτά παίρνουν την μορφή μίας αξέχαστης βόλτας που δεν γίνεται να χάσεις! Όλοι στις θέσεις σας! Ξεκινάμε!


Γιώργος Πρίτσκας

Η συνταγή μιας ποιοτικής σειράς ταινιών είναι πάντα η ίδια: κάθε ταινία πρέπει να στέκεται αυτόνομα και ολοκληρωμένα. Ακόμα και αν δεν έρθει ποτέ επόμενη, πρέπει να νιώθεις πως το “κεφάλαιο” έχει κλείσει. Και όταν έρχεται η επόμενη, να συνειδητοποιείς πως, όντως, αυτή η εξέλιξη είναι φυσική. Αυτό το τέλος οριστικό. Κάθε φορά. Αυτή ακριβώς την συνταγή έχει καταφέρει να μετουσιώσει σε κινηματογραφική πραγματικότητα η σειρά Toy Story και το τέταρτο κεφάλαιο είναι ο επίλογος που, μετά το εξαιρετικό Toy Story 3, δεν ξέραμε ότι θέλαμε.

Πάντοτε αυτές οι ιστορίες είχαν μια φιλοσοφική χροιά, με αληθινά ανθρώπινα θέματα και το Toy Story 4 συνεχίζει, εμπλουτίζει και εμβαθύνει την παλέτα της σειράς. Ο Woody προσπαθεί εναγωνίως να κρατήσει τα “ψίχουλα” της παλιάς του ζωής με τον Andy, ο νεογέννητος από την παιδική φαντασία Forky βιώνει υπαρξιακό τρόμο όταν καλείται να εκπληρώσει έναν ρόλο που δεν ήταν “εντυπωμένος” από την κατασκευή/καταγωγή του, ο Buzz αναζητεί τον αληθινό του εαυτό μέσα -και τελικά πέρα- από τα προεγγεγραμμένα λόγια του συστήματός του, ο Duke Caboom (του Keanu Reeves) ενσαρκώνει το νιτσεϊκό ρητό “γίνε αυτός που είσαι” απορρίπτοντας την πλαστή διαφημιστική εικόνα που του είχαν “φορτώσει”, η Bo Peep ανοίγει εναλλακτικούς δρόμους αυτό-εκπλήρωσης στην ζωή “μετά το παιδί” και πάει λέγοντας.

Κάθε χαρακτήρας παρουσιάζει μια δική του παραλλαγή και ιδεολογία απέναντι στο τρομακτικό άγχος που βιώνει ως ένα ον που έχει ανάγκη να αγαπηθεί και να προσφέρει, να “ανήκει” για να προσδώσει νόημα στην ύπαρξή του. Είναι φανταστικό το πώς η Pixar, στα καλύτερά της, έχει την ικανότητα να πλάθει αφηγήσεις που, σαν τα κλασικά παραμύθια, ακροβατούν ανάμεσα στο ποιητικό, το παιδικό και το αλληγορικό. Η ρομαντική εικόνα του σπιτιού που “απελευθερώνεται” στο Up, ο πολύπλοκος εσωτερικός κόσμος ενός παιδιού στο Inside Out, ένα ποντίκι Σεφ στο Ratatouille, η αγνότητα και η παντοδύναμη απλότητα των συναισθημάτων ενός μοναχικού ρομπότ στο Wall-e ή τα υπαρξιακά άγχη των ζωντανών παιχνιδιών στα Toy Story. Όταν η Pixar είναι στα καλύτερά της, το σινεμά της είναι οικουμενικό.

Τα θέματα της παροδικότητας μέσα από τα σχεδόν αθάνατα παιχνίδια, ο συμβιβασμός με την απώλεια, την αβεβαιότητα και την αλλαγή ήταν πάντα μέσα στις αναζητήσεις της σειράς, ιδίως από το Toy Story 2 και έπειτα, αλλά στο τέταρτο αυτό μέρος επεκτείνονται και εκφράζονται πιο ώριμα και πιο μεστά από ποτέ. Σε σημείο, που θεωρώ πως το Toy Story 4 είναι μια ταινία που απευθύνεται στα παιδιά του 1995 παρά στα σημερινά. Στα παιδιά δηλαδή που τώρα είναι μεγάλοι, έχουν κάνει το ταξίδι και είναι ικανοί να στοχαστούν πάνω στους χαρακτήρες, την πορεία και τις επιλογές τους.

Δείτε απλά τον Woody, την “ψυχή” και κινητήριο μοχλό όλης της σειράς, που υποκινείται από την ανάγκη να αναβιώσει με οποιονδήποτε τρόπο τη σχέση του με τον Andy. Πίσω από τις πράξεις του, κρύβεται για πρώτη φορά μια μελαγχολία, μια συστολή. Έχει ανάγκη να πάει παρακάτω και το χειρότερο είναι πως νομίζει ότι το έχει κάνει. Η διαφορά αυτή στην προοπτική του κεντρικού χαρακτήρα είναι εμφανής και από την χρωματική παλέτα που δεν διστάζει να εγκαταλείψει συχνά τα φωτεινά χρώματα για πιο μουντά, μελαγχολικά και σκοτεινά. Ενώ, δεν είναι λίγες οι φορές που ολόκληρο το ύφος του παραπέμπει ξεκάθαρα σε ταινία τρόμου.  

Το ευτύχημα βέβαια είναι ότι η ταινία παραμένει εξαιρετικά διασκεδαστική, με πολλές αστείες σκηνές, ανατροπές και εξαιρετικό ρυθμό και αυτά από μόνα τους, ενδεχομένως, να είναι αρκετά για να μην αφήσει εντελώς “απ’ έξω” το παιδικό κοινό. Σε συνδυασμό  και με αυτή την εξωπραγματική προσοχή στη λεπτομέρεια και το μεράκι με το οποίο έχει φτιαχτεί (τα animations των διάφορων παιχνιδιών είναι για ακόμα μια φορά εκπληκτικά), είναι δύσκολο να πάρεις τα μάτια σου από την οθόνη. Τέλος, η μουσική του Randy Newman είναι ταυτόσημη με την σειρά και εδώ, ευτυχώς, επιστρέφει χαρίζοντάς μας ακόμα ένα εξαιρετικό score και δύο υπέροχα νέα τραγούδια.

Δεν ξέρω αν το Toy Story 4 θα είναι τελικά το οριστικό κλείσιμο της σειράς που άλλαξε μια για πάντα το κινηματογραφικό animation. Αυτό που ξέρω είναι πως, όπως όλες οι προηγούμενες ταινίες, θα μπορούσε να είναι ένας ιδανικός επίλογος για την παρέα του Woody, του Buzz και όλων των παιχνιδιών που πασχίζουν με τους πιο συγκινητικά ανθρώπινους τρόπους να ξεφύγουν από… το υπαρξιακό κενό.    


Αντώνης Παυλίδης

To Toy Story 4 είναι η γνωστή αμερικανική κωμική ταινία computer animation και πρόκειται για την τέταρτη ταινία της σειράς ταινιών Toy Story. Η παραγωγή έγινε από την Pixar και η διανομή της από την Walt Disney Pictures. Τη σκηνοθεσία την ανέλαβε ο  Josh Cooley μαζί με τον John Lasseter ενώ η ιστορία προέρχεται από τη συγγραφική ομάδα της πρώτης ταινίας, η οποία αποτελείται από τους Rashida Jones,Will McCormack, Josh Cooley, Valerie LaPointe, Martin Hynes, Stephany Folsom, Andrew Stanton.

Η πλοκή της ταινίας αφορά τον Σερίφη Woody τον Buzz Lightyear καθώς και τα υπόλοιπα παιχνίδια, αφού ο Andy, ο πρώτος τους ιδιοκτήτης, τους έδωσε στην μικρή Bonnie. Όταν μία μέρα η μικρή μελαγχολεί, κατασκευάζει ένα χειροποίητο παιχνίδι που ονομάζεται Forky ο οποίος θέλει να βουτήξει σε όποιον κάδο βρει μπροστά του καθώς πιστεύει πως δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα σκουπίδι και όταν τελικά σε ένα οδικό οικογενειακό ταξίδι χάνεται από το αμάξι, καταλαβαίνουμε πόσο μεγάλος μπορεί να είναι ο κόσμος για ένα παιχνίδι.

Όταν άκουσα πως θα υπάρξει και τέταρτη ταινία Toy Story, το πρώτο πράγμα που μου πέρασε από το μυαλό ήταν φυσικά πως θα ήταν μία ακόμα από τις συνηθισμένες προσπάθειες αρπαγής εύκολων χρημάτων από τους παραγωγούς παρουσιάζοντας στο κοινό, ένα “άδειο” από έμπνευση δημιούργημα. Κάτι τέτοιο φυσικά δεν συνέβη διότι η καινούργια ταινία Toy Story τα κάνει όλα σωστά και κυρίως σε κάνει να καταλάβεις τον λόγο που υπάρχει και το τι θέλει να πει.

Παρουσιάζει μια φυσικότατη συνέχεια της πλοκής από την προηγούμενη ταινία ενώ οι κεντρικοί χαρακτήρες δείχνουν ακόμα και τώρα, καινούργια και ενδιαφέροντα στοιχεία στους θεατές αλλά και στους θαυμαστές τους. Περισσότερη βαρύτητα βέβαια πέφτει στον χαρακτήρα του Woody (Tom Hanks) στην προσπάθεια του να βοηθήσει τον μπερδεμένο Forky (Tony Hale) να αντιληφθεί τον λόγο της ύπαρξης του.

Ο καθένας φυσικά έχει τον κατάλληλο χρόνο να πει την ιστορία του, είτε πρόκειται για τον Duke Caboom (Keanu Reeves) είτε για τον Buzz Lightyear (Tim Allen), ο καθένας έχει τη στιγμή του στο προσκήνιο για να μας κάνει να τον ακούσουμε και να τον ακολουθήσουμε στην πορεία της ιστορίας. Μια ιστορία για όλη την οικογένεια με αγωνιώδη υπαρξιακά ερωτήματα, παλιές αγάπες, ανατρεπτικές ιδέες, αχώριστες φιλίες, το κατάλληλο ανάλαφρο δράμα μαζί με τις κατάλληλες σκηνές τρόμου αλλά και τις αστείες στιγμές της κυρίως μέσα από ένα εξαιρετικό ντουέτο comic relief των  Ducky (Keegan-Michael Key) και Bunny (Jordan Peele). Η χημεία τους ξεχωρίζει κυρίως επειδή οι δύο τους είχαν συνεργαστεί στο παρελθόν παίζοντας μικρά σκετσάκια στο επιτυχημένο σόου Key & Peele.

Στα γραφικά και τεχνικά κομμάτια της ταινίας δεν νομίζω πως κάποιος θα περίμενε κάτι λιγότερο από την Pixar. Τα πλάνα είναι κυριολεκτικά υπνωτικό για τα μάτια με τα υπέροχα χρώματα, την ιδιαίτερη προσοχή στις λεπτομέρειες που προσδίδουν τον κατάλληλο ρεαλισμό στις φιγούρες των παιχνιδιών αλλά και γενικότερα στο φαντασμαγορικό χτίσιμο του κόσμου του Toy Story. Όλα αυτά έρχεται να τα συμπληρώσει ο “βαρύς” Randy Newman με τις παιχνιδιάρικες αλλά και νοσταλγικές του μελωδίες κυρίως στο πιάνο, αλλά και οι ερμηνείες, πίσω από τις φωνές των παιχνιδιών, του Tom Hanks και Tim Allen. Εξαιρετική δουλεία γίνεται και από τον Keanu Reeves, ένα παιχνίδι βασισμένο στον καλύτερο κασκαντέρ του Καναδά.

Γιατί λοιπόν μία ακόμα ταινία Toy Story; Ίσως, επειδή για πρώτη φορά η ιστορία και η βασική ιδέα της ταινίας επικεντρώνεται συγκεκριμένα και αποκλειστικά στα παιχνίδια και τον λόγο ύπαρξης τους γενικότερα. Ενώ στις προηγούμενες τρείς ταινίες κυριαρχούσε το άγχος του χωρισμού και εγκατάλειψης ανάμεσα σε παιχνίδια και ανθρώπους, αυτή την φορά, η βασική ιδέα επικεντρώνεται συγκεκριμένα στο ζήτημα του τι σημαίνει να είσαι παιχνίδι και στο πώς να νιώσεις πραγματικά ζωντανός αλλά και με ποιον τρόπο μπορείς να πάρεις τον έλεγχο του δικού σου πεπρωμένου.

Βρείτε την ταινία στο IMDB

3 comment(s)