X-Men: Dark Phoenix Review - Ο επίλογος των Marvel/Fox ταινιών  

Ο Μαύρος Φοίνικας

X-Men: Dark Phoenix Review - Ο επίλογος των Marvel/Fox ταινιών

Πρόκειται για την ιστορία της αγαπημένης ηρωίδας των X-MEN, Jean Gray, καθώς εξελίσσεται στον εμβληματικό Μαύρο Φοίνικα. Κατά τη διάρκεια μιας επικίνδυνης αποστολής διάσωσης στο διάστημα, η Jean βάλλεται από μια κοσμική δύναμη που τη μεταμορφώνει στην πιο ισχυρή μεταλλαγμένη που έχει υπάρξει ποτέ. Παλεύοντας με την ασταθή και αυξανόμενη δύναμή της, αλλά και τους προσωπικούς της δαίμονες, βγαίνει εκτός ελέγχου και φέρνει στο χείλος της διάλυσης την οικογένεια των X-MEN, αλλά και ολόκληρο τον πλανήτη. «Είναι ολόκληρη η οργή, ολόκληρος ο πόνος και αυτά τα δύο μαζί» λέει ο Καθηγητής προλογίζοντας έναν πόλεμο μεγατόνων. Στο Dark Phoenix, οι X-Men αντιμετωπίζουν τον πιο τρομερό και ισχυρό εχθρό τους, τη δικιά τους Jean Gray.

Η Sophie Turner, γνωστή ως Sansa από το Game of Thrones, θα εξακολουθήσει να παίζει την ενήλικη εκδοχή της Jean Grey, όπως την είχαμε πρωτοδεί στο X-Men: Apocalypse, ενώ το υπόλοιπο cast συμπληρώνεται από τους  James McAvoy, Michael Fassbender, Jennifer Lawrence, Tye Sheridan, Evan Peters και Nicholas Hoult οι οποίοι επιστρέφουν ως Professor Xavier, Magneto, Mystique με ένα ανανεωμένο παρουσιαστικό αρκετά ενδιαφέρον, Cyclops, Quicksilver και Beast. Παραγωγός και σεναριογράφος διάφορων τίτλων του συγκεκριμένου είδους, ο Simon Kingberg κάνει εδώ το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, ενώ ο σπουδαίος μουσικοσυνθέτης Hans Zimmer είναι αυτός που ‘ντύνει’ μουσικά την ταινία.

Δυστυχώς πολλά πήγαν λάθος στην ταινία και λέω δυστυχώς επειδή πραγματικά οι συντελεστές της, είχαν το υλικό να δημιουργήσουν κάτι αξιόλογο και όλοι ξέρουμε πόσο ανάγκη έχει το franchise των X-Men για ένα λυτρωτικό φιλμ. Δυστυχώς επαναλαμβάνω κάτι τέτοιο δεν συνέβη ούτε αυτή την φορά, με το Logan να είναι μέχρι στιγμής μία όαση σε ένα franchise όπου έχει στερέψει από φαντασία, πίστη και πρωτότυπες ιδέες.  Αν σκεφτούμε κιόλας πως η κληρονομιά αυτή της ταινίας θα έπρεπε να είναι κάτι παραπάνω από καλή, τότε σίγουρα η απογοήτευση είναι ακόμα μεγαλύτερη, ειδικά, όταν ο πήχης από το προηγούμενο εγχείρημα είχε τεθεί σε αρκετά χαμηλά επίπεδα.

Η ξαφνική απόφαση να αλλαχτεί το ύφος της σειράς σε κάτι πιο βαθύ και σκοτεινό, δεν πετυχαίνει ποτέ, με αποτέλεσμα όλη αυτή η κατήφεια και μιζέρια που ακολουθεί τους πρωταγωνιστές, να μην λειτουργεί σε κανένα σημείο της ταινίας. Σε σκηνοθετικό επίπεδο, η πλοκή μοιάζει μακρόσυρτη το οποίο δεν είναι απαραίτητα κακό, όταν όμως δεν έχεις δώσει τις απαραίτητες βάσεις στο χτίσιμο των χαρακτήρων, τότε, αυτό που μένει είναι ένα ανιαρό αποτέλεσμα με ασύνδετες σκηνές. Οι συγκρούσεις χαρακτήρων δεν έχουν το κατάλληλο υπόβαθρο το οποίο θα δικαιολογούσε τον αργό ρυθμό της οπότε έχουμε μία επιφανειακή προσέγγιση στο δράμα των ηρώων το όποιο προφανώς, όπως και τα υπόλοιπα στην ταινία, δεν λειτουργεί.

Όσον αφορά τις ερμηνείες από τους ηθοποιούς της ταινίας, δύο είναι αυτοί που καταφέρνουν, με μηδαμινά μέσα να σώσουν κάπως την απόδοση τους γλυτώνοντας έτσι  τον κινηματογραφικό διασυρμό τους. Ο James McAvoy και ο Michael Fassbender είναι αυτοί που κρατάνε μια ισορροπία στις ερμηνείες τους με το αναμενόμενο πάθος και σοβαρότητα στους ρόλους τους, δείχνοντας πως δεν βρίσκονται εκεί μονάχα για να βρίσκονται, αλλά πραγματικά προσπαθούν να δώσουν κάτι το οποίο αξίζει να το δεις.

Ο επόμενος από τους συντελεστές που συμμετέχει στην ταινία που κάνει για ακόμη μια φορά σοβαρή και αξιόλογη δουλεία είναι ο θρυλικός πλέον Hans Zimmer, ο οποίος δίνει σε όλους εμάς να κολλήσουμε τα αυτιά μας στα ηχεία και να γουστάρουμε με τις μουσικές του μελωδίες. Δυστυχώς το X-Men: Dark Phoenix είναι μια ταινία χωρίς όραμα, με πρόχειρο γράψιμο που σε αφήνει παγερά αδιάφορο σε οτιδήποτε προσπαθεί να επικοινωνήσει.


Στέλλα Παπασαραφιανού

Ο Simon Kinberg δοκιμάζει να πάρει το βάπτισμα του πυρός ως δημιουργός, ενορχηστρώνοντας την δράση της περιπέτειας επιστημονικής φαντασίας X-Men: Dark Phoenix, το νέο κεφάλαιο που διευρύνει το πασίγνωστο σύμπαν των X-Men χωρίς όμως να συνιστά το καθηλωτικό φινάλε που το κοινό προσδοκούσε να κλείσει την ιστορία τους.

Το εν λόγω project της 20th Century Fox που εμπνέεται φυσικά από τους αντίστοιχους χαρακτήρες της Marvel Comics, διαδέχεται το X-Men: Apocalypse (2016) ως το 7ο κεφάλαιο, η τελική πράξη που επισφραγίζει την δημοφιλή αυτή κινηματογραφική σειρά.

Εδώ, δίνεται έμφαση στις ρίζες της νεαρής ακόμη ‘Jean Grey’ (Sophie Turner), στην συνάντησή της με τον καθηγητή ‘Charles Xavier’/ ‘Professor X’ (James McAvoy), δηλαδή τον επικεφαλής στην γνώριμη ομάδα μεταλλαγμένων υπερηρώων, και στην ένταξή της σε αυτή. Κάποτε σε μία ριψοκίνδυνη αποστολή διάσωσης στο διάστημα, η ‘Jean’ έφτασε πολύ κοντά στον θάνατο όταν επλήγη από μία ανεξήγητη κοσμική δύναμη. Μόλις γυρίζει ξανά στην Γη, βαθμιαία ανακύπτουν και οι πρώτες ενδείξεις αλλαγής πάνω της. Η δύναμη αυτήν με την οποία συγκρούστηκε όχι μόνον βελτιστοποιεί τις αρχικές υπερφυσικές δυνατότητες της ηρωίδας αλλά μοιάζει να θεριεύει ολοένα και περισσότερο εντός της, οδηγώντας σε πλήρη μεταστροφή της.

Η ‘Jean’ αγωνίζεται να την τιθασεύσει αλλά μέρα με την μέρα φαίνεται να την καταλαμβάνει η πιο καταστροφική εκδοχή της ύπαρξής της. Πλέον, μπορεί να βλάψει ακόμη και τους αγαπημένους της. Σύντομα, οι ‘X-Men’ βλέπουν να ζωντανεύει στο πρόσωπό της μία πολύ αμείλικτη αντίπαλος. Τώρα πια που διακυβεύεται η ενότητα της οικογένειά της, όσοι έχουν απομείνει χρειάζεται να αναστρέψουν την τωρινή κατάσταση και να την προστατέψουν ακόμη και από τον ίδιο της τον εαυτό. Το ζήτημα εντούτοις είναι ότι ενώ πασχίζουν να βρουν μία λύση, εξωγήινοι εχθροί επιτίθενται στον πλανήτη επιδιώκοντας να εκμεταλλευτούν το χάρισμα της ‘Jean’ για να τον αφανίσουν, και έπειτα να κατακτήσουν και άλλες γωνιές του γαλαξία χρησιμοποιώντας εκείνη ως φονικό όπλο.

Στο cast επιστρέφουν ο Michael Fassbender ως ο ‘Erik Lehnsherr’ / ‘Magneto’, η Jennifer Lawrence ως η ‘Mystique’, ο Nicholas Hoult ως o ‘Beast’, η Alexandra Shipp ως η ‘Storm’, ο Tye Sheridan ως ο ‘Cyclops’, ο Kodi Smit-McPhee ως ο ‘Nightcrawler’, και ο Evan Peters ως ο ‘Quicksilver’. Φρέσκια προσθήκη είναι ο Lamar Johnson (The Next Step).

Ο Simon Kinberg, στην πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα, επιχείρησε να προσθέσει ένα ακόμη λιθαράκι στο διάσημο franchise των X-Men, αλλά χωρίς να κατορθώσει να κάνει την έκπληξη. Σε αυτό συντείνει και το ίδιο το σενάριο που επεξεργάστηκε, το οποίο σε μερικά σημεία μοιάζει να φλυαρεί άσκοπα ενώ σε επίπεδο νοημάτων μεσολαβούν αδέξια κάποια βαρύγδουπα κλισέ όπως π.χ. ορισμένα κοινωνικά μηνύματα για τις γυναίκες.

Η δουλειά του αυτήν, αν και πολυαναμενόμενη ως sequel, δεν μπόρεσε να ξεφύγει από την ασφάλεια της πεπατημένης, αφού καταφεύγει σε κοινότοπα μοτίβα που εντοπίζονται σε ανάλογα θεάματα, με αποτέλεσμα το στοιχείο της αγωνίας να ατονεί σημαντικά. Ως εκ τούτου, δεν είναι δύσκολο ο θεατής να μαντέψει την ροή των γεγονότων καθώς ξετυλίγεται το κουβάρι της υπόθεσης εφόσον μπορεί να διαβλέψει κάλλιστα τι θα συμβεί, με μοναδική εξαίρεση μία πολύ δυνατή ανατροπή!

Η σταρ του Game of Thrones, Sophie Turner, πρωταγωνιστεί στο συγκεκριμένο ως μία φιγούρα-ορόσημο στον κόσμο των ‘X-Men’. Παρά το ότι καταβάλλει φιλότιμη προσπάθεια, ωστόσο δεν καταφέρνει να δώσει την ανάλογη βαρύτητα στον χαρακτήρα της. Η σύγκριση λοιπόν, με την προκάτοχό της είναι αναπόφευκτη. Η Famke Janssen παλιότερα πράγματι είχε ενσαρκώσει μία ‘Jean Grey’ σε απόλυτη σύγχυση, που έδινε σκληρή μάχη ενδόμυχά της για να συγκρατήσει τον εαυτό της από ένα άγριο και ολέθριο ξέσπασμα. Την έβλεπες να παλεύει με τους “δαίμονές” της, αλλά να είναι τόσο ανεξέλεγκτη και απρόβλεπτη όταν αποδέχεται την πιο σκοτεινή της πλευρά, ικανή να απελευθερώσει το πιο σφοδρό κύμα των δυνάμεών της. Η παρουσία της Turner αντιθέτως μαρτυρά μία αμηχανία, μία αδυναμία να αποδώσει πειστικά κάτι τέτοιο.

Από την άλλη, δεδομένης και της ηχηρής απουσίας του Hugh Jackman από το όλο εγχείρημα, ένα ευχάριστο καλωσόρισμα είναι ειδικά η επιστροφή των James McAvoy και Michael Fassbender στις γνώριμες μορφές που υποδύονται λειτουργώντας παράλληλα και ως ένα δυναμικό αντιστάθμισμα του κενού που αφήνει η Turner με την κάπως άνευρη ή flat ερμηνεία της. Επιπλέον, η Jessica Chastain, μία πολύ αξιόλογη εκπρόσωπος της υποκριτικής, εδώ δυστυχώς μέσω μίας «ξύλινης» αναπαράστασης μας συστήνεται ως μία ψυχρή και αδυσώπητη εξωγήινη εισβολέας που παρόλαυτα μικρή ανησυχία ή φόβο προκαλεί στον δέκτη.

Τα ειδικά εφέ και η φωτογραφία του Mauro Fiore (The Equalizer, Avatar) σε ορισμένες σκηνές μάχης μοιάζουν εντυπωσιακά. Όμως όσον αφορά την υποβλητικότητα της ταινίας αυτό που σίγουρα ξεχωρίζει και της δίνει άλλον αέρα είναι η επιμέλεια του soundtrack από τον καταξιωμένο μουσικό Hans Zimmer (Dark Knight, Gladiator, Rush, Inception, 12 Years a Slave).

Με μία ευρεία γκάμα από λαμπρές δισκογραφικές συνθέσεις, με πιο πρόσφατες αυτές για το Dunkirk, το Blade Runner 2049, και το Interstellar, ο ίδιος μεταξύ άλλων, δείχνει την προτίμησή του και ως προς το action είδος όπως διαπιστώνεται και από τα scores των Batman v Superman: Dawn of Justice, Man of Steel, και του The Amazing Spider-Man 2. Έτσι, και στην περίπτωση του Dark Phoenix, οι μελωδίες που έχει γράψει όπως λ.χ. το κομμάτι “Gap”, αποδεικνύουν περίτρανα για ακόμη μία φορά το απαράμιλλο ταλέντο του σπουδαίου αυτού καλλιτέχνη ο οποίος παράγει ατμοσφαιρικούς ήχους δεμένους αρμονικά με το φιλμικό περιεχόμενο διάσημων παραγωγών του Hollywood.

Ο Μαύρος Φοίνικας του Kinberg άνοιξε τα φτερά του στην μεγάλη οθόνη σε μία λιγότερο συναρπαστική πτήση, ενώ μετά βίας έδειξε να αναγεννιέται από τις στάχτες του.

Βρείτε την ταινία στο IMDB

2 comment(s)