Captain Marvel Review 

Είδαμε το νέο κεφάλαιο του MCU και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας

Captain Marvel Review

Στέλλα Παπασαραφιανού

Έχει περάσει σχεδόν ένας χρόνος από την τελευταία περιπέτεια των Avengers στην μεγάλη οθόνη, με την οποία ομολογουμένως δόθηκε μία πολύ καλή πάσα για να μεταβούμε σε ένα επιμέρους κεφάλαιο στα θεάματα της Marvel Studios, αυτό της πολυαναμενόμενης action ταινίας Captain Marvel.

Εν προκειμένω, oι συντελεστές του project δεν θα μπορούσαν να μην αποτίσουν ιδιαίτερο φόρο τιμής στον πρόσφατα θανόντα Stan Lee τόσο στην αρχή όσο και κατά την διάρκεια της ταινίας. Οι δημιουργοί του Mississippi Grind (2015), Anna Boden και Ryan Fleck, σεβόμενοι την παραπάνω πηγή έμπνευσης, υπογράφουν την σκηνοθεσία του πρώτου solo φιλμ του κινηματογραφικού σύμπαντος της Marvel όπου προΐσταται γυναικείος χαρακτήρας. Η ομώνυμη αυτήν ηρωίδα που ακούει και στο όνομα ‘Carol Danvers’ ζωντανεύει στο πρόσωπο της νικήτριας Χρυσού Αγαλματιδίου, Brie Larson (Room).

Η διάσημη σταρ μας συστήνεται ως η εν λόγω πιλότος της αμερικανικής πολεμικής αεροπορίας που αποκτά υπερδυνάμεις και απροσδόκητα εν έτει 1995 θα βρεθεί στην μέση ενός διαγαλαξιακού πολέμου ανάμεσα σε δύο εξωγήινες φυλές. Μία αμείλικτη σύγκρουση ξεκινά, με το κρίσιμο διακύβευμα που προκύπτει να ερμηνεύεται σε όρους ισχύος ανάμεσα στις αντιπαρατιθέμενες πλευρές, και την ‘Carol’ να προσπαθεί να βρει την θέση και την ταυτότητά της καθώς η ρήξη αυτήν μετατοπίζεται από το διάστημα στην Γη.

Φυσικά, το βροντερό παρόν δίνουν στην περίπτωση αυτή οι Samuel L. Jackson και Clark Gregg ως τα επίλεκτα στελέχη ‘Nick Fury’ και ‘Phil Coulson’ της S.H.I.E.L.D. στις νεότερες εκδοχές των μορφών που ενσαρκώνουν στο MCU, ενώ συμμετέχουν και οι:  Jude Law (Sherlock Holmes movies), Ben Mendelsohn (The Dark Knight Rises, Rogue One, Place Beyond the Pines), Annette Bening, Lashana Lynch, Gemma Chan, Algenis Perez Soto, Rune Temte, και η McKenna Grace. Μεταξύ άλλων, οι Djimon Hounsou (Zulu, Blood Diamond) και Lee Pace επιστρέφουν στους γνώριμους τους ρόλους από το Guardians of the Galaxy.

Το σενάριο προσάρμοσαν κατάλληλα για τις ανάγκες του όλου concept οι Nicole Perlman (Guardians of the Galaxy), Meg LeFauve (Inside Out), Geneva Robertson-Dworet (Tomb Raider), Liz Flahive και η Carly Mensch (GLOW). Καθήκοντα παραγωγού επωμίζεται εδώ ο Kevin Feige.

H Brie Larson έκανε το πρώτο της δυναμικό άνοιγμα στους αιθέρες ως η ‘Captain Marvel’ και μάλιστα δημιούργησε θετικές προσδοκίες για το επόμενο σχέδιο πτήσης της στο σινεμά. Προσεγγίζει με μία πηγαία φρεσκάδα και αυθορμητισμό την φυσιογνωμία που υποδύεται ενώ ζυγίζει τόσο την ανθρώπινη όσο και την υπεράνθρωπη ουσία της. Η κύρια δρών της ιστορίας αρχικά παλεύει να ενώσει στο μυαλό της τα κομμάτια μνήμης που ανακαλεί αποσπασματικά ώστε να θυμηθεί τις ρίζες της.

Ως ξεχωριστή πολεμίστρια των εξωγήινων ‘Kree’, και εκπαιδευμένη από τον αρχηγό τους, Yon-Rogg (Jude Law), έχει εμπεδώσει πως πρέπει πάση θυσία να υπερασπιστεί τον εαυτό της και την ομάδα της από τους ερπετόμορφους ‘Skrull’ που βάλλονται εναντίον τους. Στο ταξίδι που θα ξεκινήσει όμως θα κληθεί να ανακαλύψει ξανά το άτομό της, δοκιμάζοντας τον αυτοέλεγχό της, τις αντοχές της, και πηγαίνοντας κόντρα σε όλους όσους την αμφισβητούν. Με επιμονή και πείσμα δείχνει να μην υποχωρεί εύκολα μπροστά στον όποιο κίνδυνο, ενώ μαθαίνει από τα λάθη της.

Το συγκεκριμένο εγχείρημα της Marvel πραγματοποιεί μία αξιοπρεπή εισαγωγή στην μεταφορά του μύθου του αντίστοιχου comic, αν και προτιμά να μην ξεφύγει από την πεπατημένη οδό ανάλογων παραγωγών και την ασφάλεια των συμβάσεων του είδους. Πρόκειται για ένα έργο με το οποίο αναμφίβολα θα διασκεδάσει το κοινό, χωρίς ωστόσο να γίνεται λόγος για ένα εκρηκτικό κοκτέιλ αδρεναλίνης, καταιγιστικών εξελίξεων ή για έντονη χρήση του παράγοντα του απρόβλεπτου.

Δηλαδή, δεν υπόσχεται ότι θα κάνει την διαφορά ή την έκπληξη με τρόπο επικά συγκλονιστικό, όμως σίγουρα χαράσσει την δική του διαδρομή στον κόσμο της υπερωικής δράσης χωρίς να προξενήσει πλήξη ή δυσανασχέτηση. Στο πρώτο μισάωρο μπορεί κάποιος να παρατηρήσει ότι ρυθμός είναι κάπως αργός, όμως ενώ προχωράει η υπόθεση τα γεγονότα παίρνουν τον δρόμο τους και εκτυλίσσονται χωρίς καθυστερήσεις. Το μυστήριο που περιβάλλει το παρελθόν της ‘Danvers’ αποκαλύπτεται σταδιακά ενώ δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στην σημασία της φιλίας και της εμπιστοσύνης παρά στην μεσολάβηση του ρομαντικού στοιχείου.

Η αξιοποίηση του χιούμορ ενδεχομένως να μεσολαβεί ενθαρρυντικά ως προς αυτή την κατεύθυνση, σε καίρια σημεία που ταιριάζει να τοποθετηθεί η τάδε ατάκα ή ένα περιστατικό που δίνει έναν πιο ανάλαφρο τόνο ενεργοποιώντας ασυναίσθητα την αντίδραση του γέλιου. Να σημειωθεί πάντως ότι και το cast μοιάζει να δένει αρκετά ως προς την μεταξύ τους αλληλεπίδραση, με τον Samuel L. Jackson να κερδίζει αβίαστα εντυπώσεις ως ‘Nick Fury’ δίνοντας μία διαφορετική πινελιά και ένα απολαυστικά οικείο ύφος στην όλη πλοκή.

Οι διακειμενικές αναφορές και η ρετρό αισθητική γύρω από την δεκαετία του ’90 προκαλούν ένα ευχάριστο κύμα νοσταλγίας, συμβάλλοντας στην υποβλητικότητα του διακόσμου, με τα CGI εφέ που εντοπίζει κανείς να μην φαντάζουν κακόγουστα ή ανυπόφορα στο μάτι του θεατή. Η μουσική επένδυση του soundtrack από την Τουρκοαμερικανίδα συνθέτρια Pinar Toprak, και η διεύθυνση φωτογραφίας από τον Ben Davis που έχει δουλέψει επιπλέον στο Guardians of the Galaxy (2014), στο Avengers: Age of Ultron (2015), και στο Doctor Strange (2016), προσδίδουν οπωσδήποτε στην ατμοσφαιρική απόδοση των τεκταινόμενων.

Τον αφηγηματικό άξονα στο σύνολό του διατρέχει μία ιδιότυπη φεμινιστική χροιά η οποία υποδεικνύει ότι από την μία, η ευάλωτη μεριά των γυναικών δεν μεταφράζεται σε αδυναμία, ενώ από την άλλη, η συνειδητοποίηση των χαρισμάτων τους δεν συνεπάγεται την αξίωση για αποδείξεις.

Αφότου πέσουν και οι τίτλοι τέλους ακολουθεί μία post-credit σκηνή η οποία λειτουργεί ως επεξηγηματικός σύνδεσμος τόσο όσον αφορά τον επίλογο από το Avengers: Infinity War που παρακολουθήσαμε πέρυσι, όσο και το πολυσυζητημένο Avengers: Endgame το οποίο έχει οριστεί να αφιχθεί στις αίθουσες φέτος τον Απρίλιο.

Στο φινάλε του Captain Marvel, η Brie Larson στέκει αγέρωχη και γενναία, ντυμένη στις αποχρώσεις του μπλε, του κόκκινου και του χρυσού. Μία από τις πιο ισχυρές φιγούρες του οπλοστασίου της Marvel, έχοντας ανταποκριθεί αποτελεσματικά σε μία μεγάλη πρόκληση, φαίνεται τώρα να κάνει κράτει στις δυνάμεις της για τον επικείμενο πόλεμο που είναι προ των πυλών, και όπως προαναφέραμε έρχεται προσεχώς με το Εκδικητές: Η Τελευταία Πράξη.

Γιώργος Πρίτσκας

Είναι δύσκολο να μην συμπαθήσεις το Captain Marvel. Θέλω να πω, ανάμεσα στους πρωταγωνιστές βρίσκεται και μια αξιολάτρευτη γάτα. Κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί σε μια γάτα, αυτό είναι ένα θεμελιώδες ανθρώπινο αξίωμα. Διαβολικό το σχέδιο εκ μέρους των δημιουργών αλλά δυστυχώς, έχω να αναφέρω ότι έπιασε. Πέρα από την πλάκα, είναι δύσκολο να μην συμπαθήσεις το νέο κεφάλαιο του MCU γιατί στο βάθος, ο πυρήνας του πάλλεται από αγνές προθέσεις. Και αυτές οι προθέσεις, αν και δεν μεταφράζονται σε μια εξαιρετική ταινία, είναι δοσμένες σε ένα άκρως διασκεδαστικό περιτύλιγμα. Μπροστάρηδες σε αυτό είναι κυρίως οι ερμηνείες που κάνουν κάθε στιγμή να λειτουργεί, η νοσταλγική αναπαράσταση των 90s αλλά και το χιούμορ, που ιδίως από τη μέση και μετά, βρίσκεται στα πιο αναπάντεχα μέρη. Η Brie Larson πείθει απόλυτα, ο Samuel L. Jackson, φυσικά δεν απογοητεύει, αλλά για μένα, αυτός που πραγματικά κλέβει την παράσταση είναι ο Ben Mendelson στον ρόλο του Talos.

Πίσω από το «παχύ» μακιγιάζ και την δύσκαμπτη μεταμόρφωση, καταφέρνει να προσδώσει βάθος στον χαρακτήρα του με μια λεπτή εκφραστικότητα τόσο στις χιουμοριστικές όσο και στις δραματικές σκηνές του. Πραγματικά απολαυστικός. Το πρόβλημα τώρα με την ταινία βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, στο σενάριο και στη δομή του. Μιλάμε για μια origin ιστορία η οποία είναι στημένη με έναν λίγο ανορθόδοξο τρόπο. Αυτό φυσικά δεν είναι από μόνο του κακό, εξάλλου τα παράπονα για τον στείρο φορμαλισμό που διαπνέει το MCU είναι πολλά και δικαιολογημένα. Αν ο στόχος όμως μιας origin ιστορίας είναι, όχι απλά να συστήσει τον χαρακτήρα στο κοινό, αλλά να τον γνωρίσει, να επικοινωνήσει τι είναι αυτό που τον παρακινεί και να διαμορφώσει/αποτυπώσει μια ευδιάκριτη προσωπικότητα, τότε το Captain Marvel δεν είναι πολύ καλό σε αυτό.

Με τον τρόπο που εξελίσσεται η ταινία, το κοινό συνεχώς μαθαίνει μέσω exposition ποια είναι αληθινά η Carol Danvers, αλλά δεν το νιώθει. Η πρωταγωνίστρια θυμάται σταδιακά την παλιά της ζωή αλλά το κοινό δεν έχει καμία συναισθηματική επαφή με όλα αυτά, πέρα από μια ταύτιση με το ευρύτερο κοινωνικό τους μήνυμα. Είναι σαν οι σκηνοθέτες να θέλουν να τη στήσουν περισσότερο σαν ένα σύμβολο που στηρίζεται πάνω σε γενικότητες με τις οποίες μπορούν να ταυτιστούν οι περισσότεροι παρά σαν μια ηρωίδα με σάρκα και οστά. Προσωπικά, πιστεύω ότι για να σταθεί ένα σύμβολο, πρέπει να αναχθεί από το ειδικό στο γενικό.

Όχι από το γενικό στο… γενικό.  Πρέπει δηλαδή ο χαρακτήρας πρώτα να σε πείθει και να σε αγγίζει σε ανθρώπινο επίπεδο, να τον καταλαβαίνεις εσωτερικά μέσα από τα συγκεκριμένα βιώματά του. Με αυτό που ταυτιζόμαστε είναι με ανθρώπους, όχι με σύμβολα. Η Carol Danvers πάλευε μια ζωή -και κατάφερνε- να σταθεί όρθια σε έναν ρατσιστικό, πατριαρχικό κόσμο. Από τον πατέρα της, τους εκπαιδευτές της στον στρατό, στον νέο της πατέρα στον πλανήτη Kree, όλοι προσπαθούσαν και προσπαθούν να την οριοθετήσουν.

Η αληθινή δύναμη έρχεται όμως όταν αποδέχεται τον εαυτό της, τα συναισθήματά της και δεν προσπαθεί να μπει στο καλούπι κανενός. Ξαναλέω, οι προθέσεις είναι καλές. Ωστόσο, ο τρόπος που τις επικοινωνεί, τις κάνουν “χάρτινες” και αν δεν ήταν και η ερμηνεία της Larson, τα πράγματα θα ήταν ακόμα πιο “αδιάφορα”. Το κοινό δεν νιώθει καθόλου το ταξίδι της Carol προς την αυτογνωσία γιατί η ταινία δεν “χτίζει” επαρκώς σε αυτό το κομμάτι. Και γι αυτόν τον λόγο και η ίδια σαν χαρακτήρας δεν φαίνεται τόσο ξάστερα καθορισμένη όσο οι υπόλοιποι ήρωες του MCU στις ομώνυμες ταινίες τους. Είναι παράξενο γιατί πάντα το πιο δυνατό κομμάτι όλου του σύμπαντος ήταν το επιτυχημένο characterization, ακόμα και σε έργα που σαν σύνολο δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο.

Εδώ, παραδόξως, φαίνεται να συμβαίνει το ανάποδο. Έχουμε μια διασκεδαστική ταινία με ωραίες στιγμές που δεν τα καταφέρνει τόσο καλά όμως στο κομβικό κομμάτι της ανάπτυξης του χαρακτήρα της. Και δεν είναι μόνο η Carol, τα ίδια ισχύουν και για τον Fury, ο οποίος είναι ένας πολύ ευχάριστος συνοδοιπόρος στο ταξίδι της αλλά δεν έχει ουσιαστικά κάποιο ενδιαφέρον αφηγηματικό τόξο. Παρόλα αυτά, υπάρχουν ορισμένες ευχάριστες ανατροπές σε επίπεδο πλοκής αλλά και έξυπνες νύξεις στο κινηματογραφικό σύμπαν της Marvel. Κυρίως όμως, υπάρχει μια πολύ μελετημένη προσπάθεια αναπαραγωγής του ύφους των ταινιών δράσης της δεκαετίας του 90. Από τη σχέση της Larson με τον Jackson που θυμίζει κλασική buddy movie, την μουσική - και δεν εννοώ τα κομμάτια που αναμενόμενα είναι της εποχής, αλλά τις συνθέσεις της Pinar Toprak -  μέχρι τον τρόπο που είναι γυρισμένες οι σκηνές δράσης (ιδίως η πρώτη καταδίωξη του τρένου μοιάζει βγαλμένη από ένα Lethal Weapon).

Όλα εκπέμπουν ένα νοσταλγικό άρωμα που θα είναι βαθύτερο, σε όσους έχουν ζήσει -κινηματογραφικά- τη δεκαετία. Εν τέλει λοιπόν, θα έλεγα πως το Captain Marvel είναι μια πολύ συμπαθητική, χαμένη ευκαιρία για κάτι πολύ καλύτερο. Οι προθέσεις του είναι καλές, όλο το περιτύλιγμα είναι φτιαγμένο με περίσσια φροντίδα και αγάπη (το cameo και το tribute της αρχής στον Stan Lee είναι απλά υπέροχα), είναι διασκεδαστικό, διαθέτει κοφτερό χιούμορ αλλά υστερεί στο πιο ουσιώδες μέρος του: την αποτύπωση του βασικού της χαρακτήρα. Και χωρίς αυτή συναισθηματική ουσία, το περιτύλιγμα, όσο ωραίο και να είναι, όσο διασκεδαστικό, δεν μπορεί να γεμίσει το εσωτερικό κενό.

Βρείτε την ταινία στο IMDB

22 comment(s)